John Peel: 15 χρόνια από τον θάνατο της μουσικής

Μία αναδρομή στα έργα και τις ημέρες του πιο επιδραστικού μουσικού παραγωγού του 20ου αιώνα που άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο στις 25 Οκτωβρίου 2004.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 25 Οκτωβρίου 2019

"Αν αναρωτιέστε ποιος είναι αυτός ο αστείος μπάρμπας στην οθόνη, είμαι εγώ που βγαίνω αργά το βράδυ στο BBC 1 και παίζω δίσκους από σκυθρωπούς Βέλγους σπουδαστές, οι οποίοι αργοπεθαίνουν στα υπόγειά τους από φυματίωση". Δεν είναι μία ακόμα φλεγματική ατάκα από σκετς των Monthy Pythons (αν και θα μπορούσε - άλλωστε ο Michael Palin υπήρξε συμμαθητής του John Peel) αλλά τα πρώτα λόγια που ξεστόμισε ο θρυλικός παραγωγός, στην πρώτη εμφάνιση του ως παρουσιαστής του τηλεοπτικού Top of the Pops τη δεκαετία του '80. Ήταν πια αρκετά διάσημος, αρκετά αναγνωρίσιμος, αρκετά αγαπημένος από κοινό και μπάντες για να λέει ό,τι του κατέβει. Βέβαια, η παρρησία -κι η γοητευτική ξεροκεφαλιά- ήταν κάτι που τον χαρακτήριζε από τις πρώτες μέρες του, όταν ακόμη ήταν ένας απλός ραδιοφωνικός πειρατής.

Νομίζω ότι το ντεμπούτο μας του άρεσε τόσο πολύ, ακριβώς επειδή αποτελούσε ό,τι πιο απάλευτο μπορούσε να βρει

Γεννημένος την προτελευταία ημέρα του Αυγούστου το 1939, στο χωριό Heswall του Merseyside, λίγο έξω από το Λίβερπουλ θα μπορούσε κανείς να πει ότι είχε μία ήσυχη παιδική ηλικία, αν δεν υπήρχαν κάποια σκοτεινά σημεία που αποκαλύφθηκαν στην αυτοβιογραφία του (όπως το ότι είχε πέσει θύμα βιασμού από έναν μεγαλύτερο μαθητή στα σχολικά χρόνια). "Ίσως ο John μπορέσει να σκαλίσει κάποια εφιαλτική καριέρα για τον εαυτό του, βασισμένη στον ενθουσιασμό που τρέφει για δίσκους μουσικής -που είναι πρακτικά αδύνατο να ακούσει οποιοσδήποτε άλλος- καθώς και την τάση του να γράφει μακροσκελείς και κωμικές κριτικές" σημείωνε ο διευθυντής του σχολείο του, R. H. J. Brooke, δίπλα σε αναφορές που χαρακτήριζαν τον Peel ως "εξαιρετικά οξυδερκή" κι "εξωφρενικά εκκεντρικό".

Πολλά χρόνια αργότερα ο τραγουδιστής των goregrind πρωτοπόρων Carcass, Jeff Walker, σε συνέντευξή του στο Metal Hammer, θα συμφωνούσε κατά κάποιον τρόπο με τον τελευταίο: "Νομίζω ότι ένας από τους λόγους που το ντεμπούτο μας, Reek of Putrefaction, του άρεσε τόσο πολύ, ώστε να το βάλει στην κορυφή της λίστας του για το 1988, ήταν ακριβώς επειδή αποτελούσε ό,τι πιο απάλευτο μπορούσε να βρει. Του άρεσε να βρίσκει δύσκολα και περίεργα ακούσματα για να προκαλεί τους ακροατές της εκπομπής του". Και για να τους εκπαιδεύει.

Τα πειρατικά χρόνια

John Peel: 15 χρόνια από τον θάνατο της μουσικής

Μετά από κάποιες εργασιακές περιπέτειες στην Αμερική επιστρέφει το 1967 στη μητέρα Αγγλία. Έχοντας ήδη κάνει τα πρώτα του ραδιοφωνικά βήματα στην "Γη της Επαγγελίας" πιάνει δουλειά στο Radio London, έναν πειρατικό σταθμό της εποχής. Με τη μεταμεσονύχτια εκπομπή The Perfumed Garden ακονίζει τις ικανότητές του πίσω από το μικρόφωνο και, γρήγορα, αποκτά φήμη για όλα όσα θα τον έκαναν διάσημο τα επόμενα χρόνια: βαθιά πίστη και γνώση του underground ήχου, άμεση επαφή με το κοινό χωρίς καμία διάθεση να του χαϊδέψει τα αυτιά κι ένας τόνος στις κριτικές του, που πέρα από εύστοχος ήταν πολύ ειλικρινής και πολύ προσωπικός, θυμίζοντας εξομολόγηση.

Ένα στοιχείο που, τελικά, τον έκανε τρομερά αγαπητό σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη. Μάλιστα κάποτε, προσπαθώντας να περιγράψει το συναίσθημα ευφορίας που ένιωσε ακούγοντας την μπάντα Bhundu Boys από τη Ζιμπάμπουε, έβαλε τα κλάματα on air. Δεν υπήρχαν -ούτε υπάρχουν- πολλοί μουσικοί παραγωγοί που θα είχαν -ή έχουν- το σθένος να ξεγυμνωθούν συναισθηματικά σε τέτοιο βαθμό μπροστά στο κοινό τους.

Τα χρόνια του BBC

Τζον Πιλ 22

Ο John Peel έφυγε ξαφνικά από ανακοπή καρδιάς στις 25 Οκτωβρίου του 2004. Περνούσε τις μέρες της άδειάς του, κάνοντας διακοπές στο Κούσκο του Περού, μακριά από το αγαπημένο στούντιο του BBC που υπήρξε το σπίτι του από το 1967 μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του. Στις 26 του ίδιου μήνα η εφημερίδα Evening Standard θα τον αποχαιρετούσε βάζοντας τον χαρακτηριστικό τίτλο "η μέρα που πέθανε η μουσική". Στην κηδεία του, με περισσότερους από χίλιους ανθρώπους να μαζεύονται για να πουν το τελευταίο αντίο, ακούστηκε το αγαπημένο του κομμάτι όλων των εποχών: το Teenage Kicks των The Undertones. Αυτή ήταν κι η τελευταία μουσική του επιθυμία.


Ο Peel βρισκόταν πάντα δίπλα στην underground πρωτοπορία, οποιαδήποτε πρωτοπορία. Είτε λεγόταν Pink Floyd, είτε Black Sabbath, είτε Joy Division, είτε Nirvana, είτε White Stripes.


Τι μουσική όμως έπαιζε ο μακροβιότερος μουσικός παραγωγός του BBC; Με δύο λέξεις: Τα πάντα. Και όλα περασμένα από το δικό του εκλεκτικό γούστο. Πιο αναλυτικά τώρα: rock, pop, dub reggae, indie rock, post-punk, ηλεκτρονική μουσική, punk, hardcore punk, breakcore, grindcore, death metal, drum and bass, βρετανικό hip hop, jungle και χορευτική μουσική (σ.σ: σίγουρα κάτι μας ξεφεύγει). Αν όμως έπρεπε να τα βάλουμε σε μία σειρά θα λέγαμε πώς ξεκίνησε ως διάκονος της ψυχεδελικής rock, για να εξελιχθεί σε αρχιερέα του punk, πριν αποφασίσει ότι σιχαίνεται τις συμβάσεις και την κατηγοριοποίηση. Ο Peel βρισκόταν πάντα δίπλα στην underground πρωτοπορία, οποιαδήποτε πρωτοπορία. Είτε λεγόταν Pink Floyd, είτε Black Sabbath, είτε Joy Division, είτε Nirvana, είτε White Stripes.

Τζον Πιλ 22

Κάποτε γύρισε στο γραφείο του για να βρει 173 δίσκους, 91 δωδεκάιντσα και 179 επτάιντσα να τον περιμένουν

"Όταν έπαιξα για πρώτη φορά Ramones στο ραδιόφωνο -το συναίσθημα που βίωσα ήταν παρόμοιο με εκείνο που ένιωσα όταν άκουσα πρώτη φορά τον Little Richard- η ένταση ήταν ανατριχιαστική!" είχε πει σε μία συνέντευξή του. "Έτσι έπαιξα άλλα πέντε με έξι κομμάτια στην επόμενη εκπομπή με αποτέλεσμα να λάβω γράμματα από ακροατές που απαιτούσαν να μην το ξανακάνω. Όποτε, βέβαια, συνέβαινε αυτό εγώ έκανα ακριβώς το αντίθετο: μέσα σε ένα μήνα ο μέσος όρος ηλικίας του κοινού είχε πέσει κατά 10 χρόνια - κάτι που με έκανε πολύ χαρούμενο". Μάλιστα θα πήγαινε ένα βήμα παρακάτω: εκτός από τους ακροατές, θα κοντραριζόταν έντονα με τη διοίκηση του σταθμού, αφού στην απαίτησή τους να μην παίξει ποτέ punk, εκείνος απάντησε παίζοντας σχεδόν αποκλειστικά το "απαγορευμένο" είδος.

Η ευρεία αποδοχή του μουσικού παραγωγού από τις πρωτοεμφανιζόμενες μπάντες φαίνεται από πολλές και μικρές ενδιαφέρουσες ιστορίες όπως αυτές που ακολουθούν: Kάποτε γύρισε στο γραφείο του για να βρει 173 δίσκους, 91 δωδεκάιντσα και 179 επτάιντσα να τον περιμένουν· κάποτε ο Billy Brag του πήγε ινδικό ρύζι με μανιτάρια για να τον δελεάσει ώστε να παίξει το ντέμο του (σ.σ: τα κατάφερε), επειδή τον άκουσε να παραπονιέται ότι πεινάει on air. Η αλήθεια είναι ότι για δεκαετίες το να ακουστείς στην εκπομπή του σήμαινε αυτόματη αναγνώριση αλλά και μεγάλη πιθανότητα μελλοντικής επιτυχίας - αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν ο David Bowie που τον ανάστησε καλλιτεχνικά ενώ όλοι τον θεωρούσαν ξοφλημένο, o Mike Oldfield, οι Fall, οι Cure και δεκάδες άλλα συγκροτήματα.

Αν όμως δεν έπαιζες στον John Peel δεν ήσουν τίποτα. Κινδύνευες να δεις τα όνειρά σου να καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα. Εύκολα μπορούσε να σε σκεπάσει το σκοτάδι του underground για πάντα.

Η κληρονομιά του

Τζον Πιλ 3

"Οι λίστες είναι γεμάτες λευκά αγόρια με κιθάρες" έλεγε, κάπως απογοητευμένος, αναφερόμενος στη Festive Fifty. Την ετήσια λίστα δηλαδή που συμπληρωνόταν με βάση τις επιθυμίες των ακροατών του, οι οποίες πολύ συχνά του ακούγονταν τετριμμένες στα αυτιά του. Μία από τις αρκετές παραδόσεις που δημιούργησε κατά τη διάρκεια της καριέρας του ο Peel -απλά μία παράδοση που, τελικά, σπάνια συμβάδιζε με τα δικά του εκλεκτικά γούστα.

Περισσότεροι από 2000 καλλιτέχνες έχουν δώσει περισσότερα από 4000 Peel Sessions

Στην αντίπερα όχθη της Festive Fifty βρίσκονται τα Peel Sessions, η μάλλον πιο διάσημη και μακροχρόνια σειρά ηχογραφήσεων στην ιστορία της μουσικής βιομηχανίας του 20ου αιώνα. Πρωτοεμφανιζόμενες -κι όχι- μπάντες που ηχογραφούσαν live στο στούντιο του BBC. Μία ιδέα του Peel που ξεκίνησε από την ανάγκη να παρακαμφθούν κάποιοι περιορισμοί που έθεταν οι δισκογραφικές για να καταλήξει να γίνει θεσμός. Peel Sessions έχουν κι οι Black Sabbath. Κι οι Pixies. Κι οι The Damned. Κι οι Boards of Canda. Κι οι Digital Mystikz. Κι επειδή το αέναο name dropping κρίνεται άσκοπο, περισσότεροι από δύο χιλιάδες καλλιτέχνες που έχουν δώσει περισσότερα από τέσσερις χιλιάδες Peel Sessions. Αρκεί να πούμε ότι στα τέλη των 90s, για αρκετές μπάντες -πχ οι Mogwai- ο ορισμός της απόλυτης επιτυχίας ταυτιζόταν με μία τέτοια ηχογράφηση κι όχι με την κατάκτηση της κορυφής των charts.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν θα γινόταν πρεσβευτής του βρετανικού hip-hop, της dub reggae, της drum & base, δεν θα άλλαζε όμως ποτέ ένα βασικό πιστεύω του: "Δεν ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη σκηνή. Το punk κυριάρχησε κάποια εποχή διότι, πολύ απλά, δεν συνέβαινε τίποτα άλλο ενδιαφέρον εκείνη την περίοδο".

Όμως πέρα από την τρέλα του για τη μουσική, ο Peel κουβαλούσε γενικά μία τρέλα που τον έκανε να θυμίζει μυθιστορηματική φιγούρα. Το 1974 παντρεύτηκε φορώντας τα χρώματα της αγαπημένης του Liverpool υπό τους ήχους του You'll never Walk Alone με παράνυμφο το τσομπανόσκυλό του. Είναι σίγουρο πως το μόνο πράγμα που δεν του άρεσε ήταν η ανία που δημιουργούν οι σίγουρες λύσεις.


Πώς θα ακουγόταν η σύγχρονη μουσική χωρίς το έργο του Peel; Σίγουρα πιο βαρετή κι αναμφισβήτητα πιο συντηρητική.


Τελικά, τώρα που έχουν περάσει 15 χρόνια από τον θάνατό του, εύλογα αναρωτιέται κανείς: Πώς θα ακουγόταν ο κόσμος της σύγχρονης μουσικής χωρίς το έργο του μακροβιότερου μουσικού παραγωγού του BBC; Ιδιαίτερα στα αυτιά εκείνων που στην προσπάθεια να ανακαλύψουμε νέους ήχους στα φοιτητικά μας χρόνια, κάψαμε τα αυτιά μας στην πορεία; Σίγουρα πολύ πιο βαρετός. Αναμφισβήτητα πολύ πιο συντηρητικός. Ένας κόσμος γεμάτος κόκκινες γραμμές που δεν επιτρέπουν την όσμωση, γεμάτος ταμπού που κανείς δεν θα τολμούσε να σπάσει - αν δεν είχε προηγηθεί εκείνος.

Ήταν όμως μία δύσκολη δουλειά που κάποιος έπρεπε να την κάνει. Κι ευτυχώς, για όλους μας, ο John Peel ανέλαβε να φέρει το έργο εις πέρας.  

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Μουσική

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Όλα όσα έμαθε η ζωή στον Jeff Goldblum

Είναι αστείος, σπουδαίος ηθοποιός κι ένας μετρ του στυλ. Ο Jeff Goldblum σβήνει 67 κεράκια στην τούρτα της ζωής του.

Τα πιο άβολα rap τραγούδια από παίκτες του NBA

Από το diss του Shaq ενάντια στον Kobe μέχρι το "Swerve" του Lonzo Ball, αυτή η μουσική σκηνή δεν έχει να δείξει μεγάλες στιγμές.