Η πρώτη εικόνα του Dunkirk δεν είναι μια ένδοξη επίθεση ούτε ένας στρατηγός που εκφωνεί λόγο πριν από τη μάχη. Είναι μια χούφτα εξαντλημένοι στρατιώτες που προσπαθούν απλώς να μείνουν ζωντανοί. Από εκείνη τη στιγμή ο Christopher Nolan ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του. Δεν γυρίζει μια ακόμη πολεμική ταινία. Γυρίζει μια εμπειρία. Μια ταινία όπου ο χρόνος, ο ήχος και η σιωπή γίνονται πιο τρομακτικά από οποιοδήποτε όπλο. Δικαίως, από την ημέρα που έκανε την πρεμιέρα της, το Dunkirk θεωρείται μία από τις σημαντικότερες πολεμικές δημιουργίες του 21ου αιώνα.
Η Επιχείρηση Dynamo αποτελεί ένα από τα πιο παράδοξα κεφάλαια του πολέμου. Περισσότεροι από 330.000 Βρετανοί και Γάλλοι στρατιώτες διασώθηκαν από τις ακτές της Δουνκέρκης, όχι χάρη σε μια μεγάλη νίκη, αλλά μέσα από μια οργανωμένη υποχώρηση που εξελίχθηκε σε σύμβολο επιμονής. Ο Nolan δεν ενδιαφέρθηκε να μεταφέρει το ιστορικό γεγονός ως μάθημα ιστορίας. Το χρησιμοποίησε ως καμβά για να μιλήσει για τον φόβο, την αβεβαιότητα και το ένστικτο της επιβίωσης.
Ο χρόνος είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής
Ο Nolan είχε ήδη αποδείξει από το Memento, το The Prestige και το Inception ότι αντιμετωπίζει τον χρόνο σαν αφηγηματικό εργαλείο. Στο Dunkirk όμως τον μετατρέπει σε όπλο.
Η ταινία χωρίζεται σε τρεις ιστορίες. Η μία διαρκεί μία εβδομάδα και ακολουθεί τους στρατιώτες στην παραλία. Η δεύτερη εκτυλίσσεται μέσα σε μία ημέρα και αφορά τα μικρά πολιτικά σκάφη που διασχίζουν τη Μάγχη. Η τρίτη κρατά μόλις μία ώρα και ακολουθεί τους πιλότους της RAF στους ουρανούς.
Οι τρεις χρονικές γραμμές δεν εξελίσσονται παράλληλα. Συγκλίνουν σταδιακά μέχρι να συναντηθούν στην κορύφωση, δημιουργώντας μια αίσθηση συνεχούς έντασης. Ο θεατής δεν έχει ποτέ την πολυτέλεια να χαλαρώσει, γιατί κάθε σκηνή μοιάζει να μετρά αντίστροφα προς κάτι αναπόφευκτο.
Είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση της κινηματογραφικής φιλοσοφίας του Nolan. O χρόνος δεν είναι απλώς το πλαίσιο της ιστορίας. Είναι η ίδια η ιστορία.
Πόλεμος χωρίς μεγάλες ομιλίες
Αυτό που κάνει το Dunkirk να ξεχωρίζει είναι και όσα επιλέγει να μην κάνει. Δεν υπάρχουν μακροσκελείς διάλογοι, πατριωτικά κηρύγματα ή κάποιος "Χολιγουντιανός" κεντρικός ήρωας που σώζει την κατάσταση.
Οι χαρακτήρες μιλούν ελάχιστα, γιατί στον πραγματικό πόλεμο κανείς δεν έχει χρόνο για μεγάλες εξηγήσεις όταν προσπαθεί να μείνει ζωντανός. Ο Kenneth Branagh, ο Mark Rylance, ο Cillian Murphy, ο Tom Hardy και ο τότε σχεδόν άγνωστος Fionn Whitehead υπηρετούν ακριβώς αυτή τη φιλοσοφία. Οι ερμηνείες τους είναι συγκρατημένες, σχεδόν λιτές, επιτρέποντας στην εικόνα να αφηγηθεί όσα οι λέξεις δεν χρειάζονται.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο Tom Hardy. Περνά σχεδόν ολόκληρη την ταινία με μια μάσκα οξυγόνου να καλύπτει το πρόσωπό του και όμως καταφέρνει να αποδώσει φόβο, αποφασιστικότητα και εξάντληση μόνο με το βλέμμα του.
Η μουσική που δεν σε αφήνει να ανασάνεις
Αν υπάρχει ένας δεύτερος πρωταγωνιστής, αυτός είναι ο Hans Zimmer.Το soundtrack δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα. Την καθοδηγεί. Το διαρκές ηχητικό μοτίβο που θυμίζει το τικ-τακ ενός ρολογιού λειτουργεί σχεδόν υποσυνείδητα. Ακόμη και στις στιγμές που δεν συμβαίνει τίποτα, ο θεατής αισθάνεται ότι ο χρόνος τελειώνει.
Ο Zimmer αξιοποιεί ακόμη και το περίφημο Shepard Tone, μια ακουστική ψευδαίσθηση που δημιουργεί την εντύπωση ότι η ένταση ανεβαίνει συνεχώς χωρίς ποτέ να κορυφώνεται. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν ασφυκτικό και εξηγεί γιατί πολλοί θεατές έφυγαν από την αίθουσα νιώθοντας εξαντλημένοι.
Ένα φιλμ που προτίμησε την αλήθεια από το θέαμα
Σε μια εποχή όπου τα ψηφιακά εφέ κυριαρχούν, ο Nolan επέλεξε πραγματικά Spitfire, αληθινά πολεμικά πλοία και όσο το δυνατόν περισσότερα πρακτικά γυρίσματα. Η κάμερα IMAX τοποθετήθηκε σε σημεία όπου ελάχιστοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν να τη βάλουν, χαρίζοντας εικόνες που ακόμη και σήμερα δύσκολα συγκρίνονται.
Δεν τον ενδιέφερε να εντυπωσιάσει με εκρήξεις. Ήθελε ο θεατής να αισθανθεί ότι βρίσκεται πάνω σε ένα αντιτορπιλικό που βυθίζεται ή μέσα στο πιλοτήριο ενός Spitfire που ξεμένει από καύσιμα.
Ίσως γι' αυτό το Dunkirk παραμένει τόσο διαχρονικό. Δεν είναι μια ταινία για τη νίκη. Είναι μια ταινία για την επιβίωση. Για ανθρώπους που δεν έγιναν ήρωες επειδή κατέκτησαν κάτι, αλλά επειδή γύρισαν σπίτι ζωντανοί.
Σχεδόν μία δεκαετία μετά την κυκλοφορία του, το Dunkirk εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις κορυφαίες πολεμικές ταινίες του 21ου αιώνα και μία από τις πιο ώριμες δημιουργίες του Christopher Nolan. Όχι επειδή προσφέρει θεαματικές μάχες ή συγκινητικούς μονολόγους, αλλά επειδή καταφέρνει κάτι πολύ δυσκολότερο.
Nα κάνει τον θεατή να νιώσει τον χρόνο, τον φόβο και την ελπίδα όπως τους βίωσαν όσοι περίμεναν εκείνες τις ατελείωτες ώρες στις ακτές της Δουνκέρκης. Και αυτό είναι ένα επίτευγμα που ελάχιστες ταινίες μπορούν να διεκδικήσουν.