Στις 17 Αυγούστου 1943, στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, γεννήθηκε ένας άνθρωπος που δεκαετίες αργότερα θα αρκούσε να κοιτάξει προς την κάμερα για να δημιουργήσει ένταση. Ο Robert De Niro γίνεται 83 ετών και η ηλικία του μοιάζει σχεδόν παράδοξη όταν αναλογιστεί κανείς πόσες διαφορετικές ζωές έχει ήδη ζήσει στη μεγάλη οθόνη.
Υπήρξε ταξιτζής που περιφερόταν στους βρόμικους δρόμους της Νέας Υόρκης. Πυγμάχος που πολεμούσε περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό παρά τους αντιπάλους του. Μαφιόζος, ληστής τραπεζών, βετεράνος του Βιετνάμ, ψυχοπαθής κατάδικος, αποτυχημένος κωμικός, ακόμη και ένας ηλικιωμένος εκτελεστής που κοιτούσε πίσω σε μια ζωή γεμάτη αίμα.
Κι όμως, πίσω από όλους αυτούς υπήρχε πάντα εκείνος.
Ο De Niro δεν έγινε ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του επειδή μπορούσε απλώς να υποδυθεί έναν χαρακτήρα. Έγινε επειδή μπορούσε να εξαφανιστεί μέσα του.
Ο Scorsese και η γέννηση ενός διαφορετικού σταρ
Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1973 με το Mean Streets. Ο Martin Scorsese και ο Robert De Niro ξεκινούσαν τότε μία συνεργασία που θα εξελισσόταν σε μία από τις σημαντικότερες σχέσεις σκηνοθέτη και ηθοποιού στην ιστορία του κινηματογράφου.
Ο Johnny Boy του Mean Streets είχε κάτι επικίνδυνα απρόβλεπτο. Δεν χρειαζόταν να φωνάζει συνεχώς. Υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή.
Δύο χρόνια αργότερα, ο De Niro κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ για τον νεαρό Vito Corleone στο The Godfather Part II. Το εντυπωσιακό ήταν ότι έπρεπε να ακολουθήσει έναν χαρακτήρα που είχε ήδη σημαδευτεί από την παρουσία του Marlon Brando. Αντί να τον μιμηθεί, δημιούργησε τη δική του εκδοχή του Vito. Πιο νέο, πιο σιωπηλό, περισσότερο παρατηρητή παρά βασιλιά.
Και μετά ήρθε ο Travis Bickle.
Το Taxi Driver του 1976 έγινε ένα από τα σύμβολα του αμερικανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του '70. Ο De Niro έχτισε έναν χαρακτήρα που προκαλούσε ταυτόχρονα φόβο και οίκτο. Για την προετοιμασία του δούλεψε ακόμη και ως οδηγός ταξί στη Νέα Υόρκη. Η περίφημη σκηνή μπροστά στον καθρέφτη με το "You talkin' to me?" πέρασε στην ιστορία, αλλά το πραγματικό μεγαλείο της ερμηνείας βρίσκεται στις σιωπές του Travis: στο βλέμμα ενός ανθρώπου που απομακρύνεται σταδιακά από τον υπόλοιπο κόσμο.
Ακολούθησε το The Deer Hunter, ακόμη μία ιστορία ανθρώπων σημαδεμένων από τον πόλεμο, πριν ο De Niro και ο Scorsese δημιουργήσουν ίσως την πιο ακραία δουλειά της κοινής τους πορείας.
Όταν ο De Niro έγινε Jake LaMotta
Για το Raging Bull δεν αρκέστηκε στο να μάθει να πυγμαχεί. Μετέτρεψε το σώμα του. Προπονήθηκε σαν πραγματικός πυγμάχος και στη συνέχεια πήρε περίπου 27 κιλά για να υποδυθεί τον μεγαλύτερο σε ηλικία Jake LaMotta.
Η σωματική μεταμόρφωση έμεινε θρυλική, όμως ήταν μόνο η επιφάνεια. Ο LaMotta του De Niro ήταν ένας άντρας γεμάτος ζήλια, βία και αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος ικανός να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε χτύπημα μέσα στο ρινγκ, αλλά ανίκανος να διαχειριστεί τη ζωή έξω από αυτό. Η ερμηνεία τού χάρισε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου και έγινε σημείο αναφοράς για ολόκληρες γενιές ηθοποιών.
Ο De Niro, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Στο The King of Comedy έγινε ο Rupert Pupkin, ένας τρομακτικά αμήχανος άνθρωπος που ονειρεύεται τη διασημότητα. Στο Once Upon a Time in America του Sergio Leone έδωσε στον Noodles μια μελαγχολία που έκανε την ταινία να μοιάζει με ανάμνηση μιας ζωής που χάθηκε. Ύστερα επέστρεψε στον κόσμο του Scorsese.
Στο Goodfellas ο Jimmy Conway μπορούσε να χαμογελάσει και ταυτόχρονα να σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είχε ήδη αποφασίσει να σε σκοτώσει. Στο Cape Fear, ο Max Cady ήταν καθαρός τρόμος. Και στο Casino, ο Sam Rothstein ήταν ένας άνδρας που μπορούσε να ελέγξει ένα ολόκληρο καζίνο, αλλά όχι τη γυναίκα που αγαπούσε ούτε τον κόσμο που κατέρρεε γύρω του.
Κάπου εκεί είχε ήδη δημιουργηθεί ο De Niro που πέρασε στη συλλογική κινηματογραφική μνήμη: λιγομίλητος, ελεγχόμενος, επικίνδυνος.
Η συνάντηση με τον Pacino και το βλέμμα προς το τέλος
Το 1995 ήρθε το Heat. Robert De Niro και Al Pacino είχαν εμφανιστεί στο The Godfather Part II, αλλά χωρίς να μοιραστούν σκηνή. Ο Michael Mann ήταν εκείνος που τελικά τους έβαλε απέναντι, σε ένα τραπέζι ενός diner.
Δεν χρειάζονταν πιστόλια. Ούτε μουσικές εξάρσεις. Ο Neil McCauley και ο Vincent Hanna μιλούσαν σαν δύο άνδρες που καταλάβαιναν ότι είχαν περισσότερα κοινά απ' όσα θα ήθελαν να παραδεχτούν. Ήξεραν επίσης ότι, όταν θα συναντιούνταν ξανά, πιθανότατα μόνο ένας θα έφευγε ζωντανός.
Αυτή η οικονομία υπήρξε πάντα ένα από τα μεγάλα όπλα του De Niro. Ένα βλέμμα μπορούσε να αντικαταστήσει μια σελίδα διαλόγου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, έκανε περισσότερες κωμωδίες, αυτοσαρκάστηκε και μερικές φορές εμφανίστηκε σε ταινίες πολύ κατώτερες της τεράστιας φιλμογραφίας του. Όμως όταν επέστρεψε στον Scorsese για το The Irishman, συνέβη κάτι διαφορετικό.
Για πρώτη φορά το πραγματικό θέμα δεν ήταν η δύναμη, η βία ή η εξουσία. Ήταν ο χρόνος.
Ο Frank Sheeran στο τέλος δεν είχε σχεδόν τίποτα. Οι φίλοι είχαν πεθάνει, η οικογένεια είχε απομακρυνθεί και όσα κάποτε έμοιαζαν σημαντικά είχαν μετατραπεί σε αναμνήσεις. Στο Killers of the Flower Moon, ο De Niro απέδειξε ξανά ότι ακόμη και μετά τα 80 μπορούσε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα ανατριχιαστικό χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή. Στα 83 του χρόνια, ο Robert De Niro δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξει τίποτα.
Έχει ήδη υπάρξει ο Travis Bickle, ο Jake LaMotta, ο Vito Corleone, ο Jimmy Conway, ο Sam Rothstein και ο Neil McCauley. Έχει κερδίσει δύο Όσκαρ και έχει αφήσει πίσω του εικόνες που δεν ανήκουν πλέον μόνο στις ταινίες από τις οποίες προέρχονται, αλλά στην ίδια την ιστορία της ποπ κουλτούρας.Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του.
Για περισσότερα από πενήντα χρόνια, κάθε φορά που ο Robert De Niro εμφανιζόταν στην οθόνη, δεν βλέπαμε απλώς έναν μεγάλο ηθοποιό. Περιμέναμε να δούμε σε ποιον άνθρωπο θα μεταμορφωνόταν αυτή τη φορά.