Υπάρχουν ειδήσεις που σε στενοχωρούν και υπάρχουν κι εκείνες που, χωρίς να σε ρωτήσουν, ανοίγουν μια πόρτα και σε πετάνε χρόνια πίσω.
Η είδηση του θανάτου του Δημήτρη Κόκοτα, την Τρίτη 25 Αυγούστου, σε ηλικία 57 ετών, ύστερα από τη μεγάλη περιπέτεια με την υγεία του που είχε αρχίσει τον Μάρτιο του 2024, έκανε ακριβώς αυτό.
Για λίγα λεπτά δεν σκέφτηκα τη δισκογραφία του, τα '90s, τις μεγάλες επιτυχίες ή το γεγονός ότι ήταν γιος του Σταμάτη Κόκοτα. Σκέφτηκα την Τριπτολέμου. Το Γκάζι. Το LIV. Και τον Άρη.
Πριν από περίπου μία δεκαετία, το LIV στην Τριπτολέμου 35 ήταν κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί στο οποίο πηγαίναμε Παρασκευή και Σάββατο. Ήταν η έδρα. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, όταν δεν εμφανιζόμασταν, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να χτυπήσει το τηλέφωνο για να διαπιστωθεί αν είμαστε καλά.
Δεν ξέρω αν αυτό θεωρείται ωραία ανάμνηση ή στοιχείο που θα έπρεπε να αναφέρεις κάποια στιγμή σε ψυχολόγο. Ξέρω ότι κάπου ανάμεσα στα ποτά, στις γνωριμίες, στα ξημερώματα, στις μεγάλες κουβέντες που την επόμενη μέρα θυμόσουν μόνο κατά 60% και στους χωρισμούς που τότε έμοιαζαν με προσωπικό τέλος του κόσμου, υπήρχε πολύ συχνά και ο Δημήτρης Κόκοτας.
Γι' αυτό και μερικοί στίχοι του μας έχουν κάνει να πιούμε δύο μπουκάλια, δύο άτομα.
True story.
Αμαρτωλή
"Γυρνάς σαν αμαρτωλή / μέσα στα ξημερώματα"
Δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει ακριβώς την ιστορία. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι δεν ζητούσε ποτέ τέτοια ακρίβεια.
Μετά το τρίτο ποτό, πάντα υπάρχει κάπου μια γυναίκα που "γυρνάει μέσα στα ξημερώματα" και ένας άντρας που έχει ήδη όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να καταλάβει ότι αυτή η υπόθεση δεν πρόκειται να τελειώσει καλά.
Κι όμως, ρε, μένει ο μαλάκας.
Και να φωνάζει ο Άρης μέσα στο μαγαζί:
"Ρε μαλάκα, στα λέει. Εκεί είναι όλα".
Εσύ όμως εκεί. Να φας τα μούτρα σου μόνος σου. Σωστά και υπερήφανα.
"Που έχεις κάνει τόσα κι όμως συνεχίζω, να σε αγαπάω"
Αχαριστία
"Η δική σου αχαριστία / θα γραφτεί στην ιστορία"
Όλους μας έχουν πληγώσει. Τώρα, στα 33 μου, τα θυμάμαι και γελάω.
Στα 23 μου, τότε, έκλαιγα σε εμβρυακή στάση στο μπάνιο μου και την Παρασκευή η προδοσία της έμοιαζε με γεγονός εθνικής σημασίας.
"Μαχαιριές συνέχεια δίνεις, στη δική μου την καρδιά"
"Ούτε δείγμα ευγνωμοσύνης, δεν σ' αντέχω πια"
Γιατί με τυραννάς
"Κι όμως με τσάκισες εσύ"
Σε αυτή τη στιχάρα ο Κόκοτας δεν είπε τίποτα για μπάλα και αυτοκίνητο, αλλά την έκανε μία από τις πιο αντρικές.
Ένιωθες τότε νιος, ότι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου και τη δύναμη να τα κάνεις όλα. Μέχρι που σε τσάκισε μια γυναίκα. Πριν το situationship γίνει mainstream, εσύ είχες ήδη διδακτορικό.
Και, ευτυχώς, οι καλοί φίλοι σε στήριζαν στα δύσκολα.
Φώναζαν τη σερβιτόρα να σου φέρει ένα ποτό ακόμα. Κερασμένο από το μαγαζί, εννοείται, μετά από δυο μπουκάλια.
Είχαμε και πρόσωπο.
"Και ένιωσα ευάλωτος μονάχα μια στιγμή"
"Τότε που φάνηκες εσύ"
Πορσελάνη
"Είμαι το καράβι που ναυάγησε"
Εδώ έχουμε σταματήσει τις διπλωματικές διατυπώσεις.
Δεν είμαι στενοχωρημένος. Δεν περνάω μια δύσκολη φάση. Δεν θέλω λίγο χρόνο για τον εαυτό μου.
Ναυάγησα. Βούλιαξα ρε παιδί μου πως το λένε.
Γιατί, μεταξύ μας, κανείς δεν πήγε στα μπουζούκια επειδή είχε επεξεργαστεί υγιώς έναν χωρισμό.
Πήγαινες επειδή δεν τον είχες επεξεργαστεί.
Και, αν όλα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, δεν επρόκειτο να τον επεξεργαστείς ούτε εκείνο το βράδυ.
Δυνατή κομματάρα.
"Λάθος μου ωραίο, ταίρι μου μοιραίο"
"πώς θα σε αποχωριστώ"
Πώς να φανταστώ
"Πώς να φανταστώ / φεγγάρια καλοκαιρινά χωρίς εσένα"
Αυτό είναι πιο δύσκολο.
Σε έναν χωρισμό δεν χάνεις μόνο τον άνθρωπο. Εκείνος παίρνει μαζί του τις εικόνες, τα μέρη, τα τραγούδια σας, τα καλοκαίρια, τις βόλτες, τα ρομαντικά ραντεβού και, ενδεχομένως, ακόμα και τα πυτζαμάκια σου.
Πριν από χρόνια, κάπως μια πρώην μου είχε πάρει κάτι πυτζαμάκια μου. Κι εγώ, στο κρύο και στο αγιάζι, δεν κοιμόμουν τις νύχτες.
Και να λέει ο Άρης:
"Κακούργα. Τα πυτζαμάκια του παιδιού φέρτα πίσω. Δεν μπορεί να κοιμηθεί πια μακριά σου".
Τελικά, τα πυτζαμάκια μου δεν τα πήρα ποτέ πίσω.
"Μα όταν πάω να κοιμηθώ"
"τον Αύγουστο παρακαλώ"
"να μην περάσει από εδώ"
Πολύ καλή για να ’σαι αληθινή
Δικό μου ήταν το λάθος
Το ξέρω η ευθύνη βαραίνει μόνο εμένα
που πέταξα τα πάντα για να 'χω μόνο εσένα
"Αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά"
Πόσα πράγματα στη ζωή σου ξεκίνησαν αισιόδοξα και τελείωσαν πολύ άσχημα. Ό,τι ξεκινάει ωραία τελειώνει με πόνο. Ειδικά στις σχέσεις.
Ειδικά σε αυτές θα ήθελες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω και να μην είχες γνωρίσει την πρώην σου ποτέ.
Ο Άρης, που σε πέρναγε και 7 χρόνια, σου έλεγε να κρατήσεις μικρό καλάθι. Δεν θα πει στα έλεγα.
Απαραίτητη προυπόθεση να πιείτε μαζί το μπουκάλι.
Το ξέρω η ευθύνη βαραίνει μόνο εμένα
που πέταξα τα πάντα για να 'χω μόνο εσένα
Ακόμα
"Το παιχνίδι παίζεται ακόμα"
Σου έδωσε τα παπούτσια και τα πυτζαμάκια στο χέρι.
Εσύ όμως θέλεις να προσπαθήσεις πάλι.
Όλοι ξέρουν ότι έχει τελειώσει. Ο μπάρμαν, ο μετρ, ο Άρης, ο ταρίφας που σας γύρισε, οι φίλες της.
Δεν έχει σημασία.
Για σένα, το παιχνίδι παίζεται ακόμα.
Ήλιε μου
"Ήλιε μου μην πας να φύγεις"
Σήμερα αυτός ο στίχος δεν ακούγεται το ίδιο.
Γιατί, τελικά, η είδηση για τον Δημήτρη Κόκοτα δεν με γύρισε μόνο στα τραγούδια του. Με γύρισε σε ανθρώπους.
Σε παλιούς φίλους. Στην Τριπτολέμου. Στο LIV. Σε Παρασκευές που γίνονταν Σάββατα χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Στη στιγμή που άνοιγε η πόρτα του μαγαζιού και έμπαινε για λίγα δευτερόλεπτα εκείνο το άσχημο πρωινό φως που σου υπενθύμιζε ότι, ναι, έξω υπάρχει κανονικός κόσμος και κάποιοι άνθρωποι έχουν ήδη ξυπνήσει για να πάνε στη δουλειά.
Τότε δεν σκεφτόμασταν ότι όλες αυτές οι στιγμές κάποτε θα γίνονταν ιστορίες σε παρελθοντικό χρόνο. Νόμιζες ότι εκείνα τα χρόνια θα ήταν για πάντα έτσι.
Μετά μεγαλώνεις λίγο.
Τα παλιά στέκια κλείνουν. Οι παρέες αλλάζουν. Με καλούς φίλους χάνεσαι.
Και ίσως αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο πράγμα που αφήνει πίσω του ένας τραγουδιστής. Όχι μόνο τα τραγούδια, αλλά όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας όταν τα ακούγαμε.
Δημήτρη Κόκοτα, σε ευχαριστούμε για τα τραγούδια. Αλλά, περισσότερο απ' όλα, σε ευχαριστούμε για τις αναμνήσεις που έμειναν δεμένες μαζί τους.
Για εκείνα τα βράδια που ήσουν κάπου στο βάθος, ενώ εμείς μεγαλώναμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Καλό ταξίδι.
Και κάπου απόψε, για σένα, θα ανοίξει και δεύτερο μπουκάλι.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.