"Ήταν ένας γέρος που ψάρευε μόνος του με ένα ιστιοφόρο στο Ρεύμα του Κόλπου και είχαν περάσει ογδόντα τέσσερις ημέρες χωρίς να πιάσει ούτε ένα ψάρι".
Κλείσε για λίγο τα μάτια. Προσπάθησε να θυμηθείς πότε διάβασες για πρώτη φορά αυτές τις λέξεις.
Μπορείς να ακούσεις το μακρινό αλλά σταθερό βουητό των τζιτζικιών, το τρίξιμο μιας αιώρας ή να θυμηθείς τη γλυκόξινη γεύση μιας σπιτικής λεμονάδας;
Το πιθανότερο είναι ότι, όπως κι εγώ, συνάντησες για πρώτη φορά το Ο Γέρος και η Θάλασσα του Ernest Hemingway μέσα στην ατελείωτη αδράνεια κάποιων εφηβικών καλοκαιρινών διακοπών, ανοίγοντας εκείνο το μικρό βιβλίο που μας είχαν βάλει να διαβάσουμε για το σχολείο.
Ernest Hemingway: Η ιστορία πίσω από τον Γέρο και τη Θάλασσα
Λιγότερο πιθανό, όμως, είναι να σου είχαν πει πώς οι μαθητές των αμερικανικών λυκείων το 1952 —και φυσικά οι γονείς τους— γνώρισαν ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.
Χωρίς εργασία για το σχολείο. Χωρίς βιβλία που ξεφυλλίζονταν αφηρημένα λίγο πριν από την επιστροφή στα θρανία.
Απλώς μέσω ενός από τα πιο κλασικά περιοδικά της εποχής, τυλιγμένου με ένα λαστιχάκι και πεταμένου από έναν ταχυδρόμο με ποδήλατο στην αυλή των συνδρομητών.
Ήταν 1η Σεπτεμβρίου 1952. Μια ημέρα που θα άλλαζε τη φαντασία εκατομμυρίων Αμερικανών και, λίγο αργότερα, αναγνωστών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Γέρος και η Θάλασσα σε περιοδικό και όχι σε βιβλιοπωλείο;
Δευτέρα, 1η Σεπτεμβρίου 1952. Οι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών ξυπνούν και, όπως συνηθίζουν, βγαίνουν στον κήπο με τη ρόμπα τους για να πάρουν την αλληλογραφία της Δευτέρας.
Δεν γνωρίζουν ότι το περιοδικό LIFE, στο οποίο είναι συνδρομητές, τους επιφυλάσσει μια ιδιαίτερη έκπληξη μέσα από ένα ειδικό ένθετο.
Το εξώφυλλο εκείνου του τεύχους αποκαλύπτει ήδη μέρος του περιεχομένου.
Ο Ernest Hemingway, με το χαρακτηριστικό αυστηρό και βλοσυρό του πρόσωπο σε κοντινό πλάνο, κοιτάζει ευθεία τον νυσταγμένο αναγνώστη, σαν να τον κρίνει και ταυτόχρονα να τον προκαλεί.
Μια λοξή κίτρινη λωρίδα στην επάνω δεξιά γωνία αποσπά στιγμιαία την προσοχή από το βλέμμα του συγγραφέα. Πάνω της αναγράφεται: "Ένα επιπλέον δώρο σε αυτό το τεύχος" και λίγο χαμηλότερα: "The Old Man and The Sea by Ernest Hemingway".

Και τέλος, για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, οι λέξεις που προκαλούν τη μεγαλύτερη περιέργεια:
"Ένα ολοκαίνουργιο βιβλίο, σε πρώτη δημοσίευση".
Το νέο βιβλίο του Hemingway. Σε πρώτη δημοσίευση.
Και κάπως έτσι άρχισαν όλα.
Στη σελίδα 34, το ειδικό ένθετο ξεκινά με μια φωτογραφία του Hemingway δίπλα στη θάλασσα και, στα δεξιά, με το πρώτο κεφάλαιο του τελευταίου μεγάλου μυθιστορήματος —συγγνώμη, της τελευταίας μεγάλης νουβέλας— που δημοσίευσε ο συγγραφέας όσο βρισκόταν ακόμη εν ζωή.
Στις επόμενες είκοσι σελίδες, οποιοσδήποτε ανοίξει ή αγοράσει εκείνη την ημέρα το LIFE έχει το προνόμιο να διαβάσει το Ο Γέρος και η Θάλασσα από την αρχή μέχρι το τέλος, ακολουθώντας την ιστορία του ψαρά Santiago και του τεράστιου μαρλίν, το οποίο ο ηλικιωμένος ψαράς, ύστερα από 84 ημέρες χωρίς ψάρι, καταφέρνει τελικά να πιάσει, μόνο και μόνο για να παρασυρθεί από αυτό για τρεις ημέρες ανοιχτά στη θάλασσα πριν κατορθώσει να το νικήσει.
Εκείνο το τεύχος, σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία του LIFE, τυπώθηκε σε 5.339.565 αντίτυπα. Και αν υπολογίσει κανείς τη συνηθισμένη τότε πρακτική των περιοδικών που περνούσαν από χέρι σε χέρι ή παρέμεναν για μήνες σε αίθουσες αναμονής σε όλη τη χώρα, ο πραγματικός αριθμός των αναγνωστών ήταν πολύ μεγαλύτερος.
Έναν τέτοιο αριθμό ανθρώπων ο Hemingway δεν θα μπορούσε ποτέ να προσεγγίσει με μια πρώτη έκδοση αποκλειστικά μέσω βιβλιοπωλείων. Μέχρι τότε, η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία, το Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα του 1940, είχε φτάσει "μόλις" το μισό εκατομμύριο πωλήσεις μέσα σε δώδεκα χρόνια.
Ο ιστορικός εκδοτικός οίκος Charles Scribner's Sons είχε τυπώσει 50.000 αντίτυπα του Ο Γέρος και η Θάλασσα, το οποίο επρόκειτο να κυκλοφορήσει επίσημα στα βιβλιοπωλεία στις 8 Σεπτεμβρίου 1952.
Απέμενε, όμως, ακόμη μία εβδομάδα.
Από την Κούβα στο LIFE: οι επιλογές του ώριμου Hemingway
Στα 53 του χρόνια και έχοντας ήδη δημοσιεύσει σχεδόν όλα τα μεγάλα έργα που είχαν αποσπάσει την αναγνώριση κοινού και κριτικών —με κορυφαία τα Αποχαιρετισμός στα Όπλα και Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά, μαζί φυσικά με το Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα— ο Ernest Hemingway είχε πλέον εδραιωθεί ως ζωντανός θρύλος της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Οι περιπέτειές του, η διπλή του ιδιότητα ως δημοσιογράφος και συγγραφέας, οι πόλεμοι που είχε ζήσει από πρώτο χέρι —στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ως οδηγός ασθενοφόρου στην Ιταλία, όπου τραυματίστηκε στον Πιάβε— αλλά και εκείνοι που κάλυψε ως ανταποκριτής, όπως ο Ισπανικός Εμφύλιος και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, οι ταυρομαχίες, ο αλκοολισμός και οι τέσσερις γάμοι του είχαν σταδιακά δημιουργήσει γύρω του μια εικόνα μεγαλύτερη από τον ίδιο.
Ο Hemingway ήταν διεθνής celebrity.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όμως, πολλοί θεωρούσαν ότι βρισκόταν σε καλλιτεχνική παρακμή, κυρίως εξαιτίας του τελευταίου του μυθιστορήματος, Across the River and Into the Trees, που είχε κυκλοφορήσει το 1950.
Η επιθυμία του να απαντήσει στην κριτική ήταν έντονη. Ο ίδιος γνώριζε ότι εκείνο το βιβλίο δεν είχε σταθεί στο ύψος των προηγούμενων αριστουργημάτων του.
Η έμπνευση για το έργο της προσωπικής του επιστροφής θα ερχόταν από τη θάλασσα της Κούβας.
Ο συγγραφέας είχε εγκατασταθεί στο μεγαλύτερο νησί της Καραϊβικής από το 1939, ενώ ήδη από το 1934 είχε αγοράσει το σκάφος Pilar για να ασχολείται με το ψάρεμα στα κουβανικά νερά, μία από τις αγαπημένες του δραστηριότητες που θα τον συνόδευε σε όλο το δεύτερο μισό της ζωής του.
Ήδη από το 1936, μάλιστα, ο Hemingway είχε αφηγηθεί σε άρθρο του για το αμερικανικό Esquire μια ιστορία γύρω από το ψάρεμα που έμοιαζε πολύ με εκείνη του Ο Γέρος και η Θάλασσα, χωρίς όμως ακόμη τον συμβολισμό, τις παραβολές και τις αλληγορίες που θα έκαναν το βιβλίο του 1952 αθάνατο.
Έχοντας στο μυαλό του εκείνο το άρθρο και αποφασισμένος να επιστρέψει στις βαθύτερες αξίες που είχαν χαρακτηρίσει τα καλύτερα έργα του —την αξιοπρέπεια μέσα στην ήττα, την επιμονή, το θάρρος και την ικανότητα του ανθρώπου να αντέχει απέναντι στις δυσκολίες— ο Αμερικανός συγγραφέας έγραψε γρήγορα, από το καταφύγιό του στην Κούβα, αυτό που ο ίδιος θεωρούσε το πραγματικό του διαμάντι.
Λίγο μετά την ολοκλήρωση του χειρογράφου, ένας φίλος του Hemingway, ο παραγωγός του Broadway Leland Hayward, πέρασε από την Κούβα για να τον επισκεφθεί.
Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το κείμενο ώστε του πρότεινε κάτι ασυνήθιστο: να δημοσιευτεί πρώτα σε ένα περιοδικό και όχι ως βιβλίο.
Ο Hemingway ενθουσιάστηκε με την ιδέα και συμφώνησε για διάφορους λόγους.
Ήταν μια εντελώς πρωτότυπη εκδοτική επιλογή για έναν συγγραφέα του δικού του μεγέθους, του έδινε τη δυνατότητα να φτάσει σε πολύ περισσότερους ανθρώπους —ακόμη και σε εκείνους που δεν θα μπορούσαν να αγοράσουν το βιβλίο ή απλώς δεν θα ενδιαφέρονταν αρχικά να το διαβάσουν— και φυσικά υπήρχε και η αμοιβή: 40.000 δολάρια για ένα κείμενο 27.000 λέξεων.
Καθόλου άσχημα για μια ιστορία σχετικά με έναν ηλικιωμένο ψαρά που κυνηγά ένα ψάρι στην ανοιχτή θάλασσα.
Ο Hayward έστειλε τη νουβέλα στο LIFE, ένα από τα σημαντικότερα και πιο επιδραστικά περιοδικά των Ηνωμένων Πολιτειών, το εικονογραφημένο εβδομαδιαίο περιοδικό της Time Inc., με τεράστια κυκλοφορία και περίπου 22 εκατομμύρια Αμερικανούς αναγνώστες στη δεκαετία του 1950.
Μαζί με το χειρόγραφο, ο Hemingway έστειλε και μια επιστολή προς τον Daniel Longwell, εκδότη του περιοδικού, στην οποία εξηγούσε πως αν κατάφερνε να πετύχει τον βασικό στόχο της συγκεκριμένης κίνησης —να φτάσει δηλαδή η ιστορία ακόμη και σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να αγοράσουν το βιβλίο— θα τον έκανε πιο ευτυχισμένο ακόμη και από μια πιθανή κατάκτηση του Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Με μια μάλλον ειρωνική λεπτομέρεια: στην επιστολή έκανε ο ίδιος ένα ορθογραφικό λάθος και αντί για Nobel έγραψε Noble.
Δεν γνώριζε ότι δύο χρόνια αργότερα, το 1954, θα κέρδιζε πράγματι το Νόμπελ Λογοτεχνίας —έχοντας ήδη κερδίσει το Pulitzer το 1953— και ότι η επιτροπή του βραβείου, ανάμεσα σε ολόκληρο το έργο του, θα ανέφερε ρητά το Ο Γέρος και η Θάλασσα ως βασικό λόγο για την απονομή.
Στις 8 Σεπτεμβρίου, μία εβδομάδα μετά τη δημοσίευσή του στο LIFE, το Ο Γέρος και η Θάλασσα κυκλοφόρησε επίσημα στα βιβλιοπωλεία.
Μέχρι το τέλος του 1952 είχε ήδη μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και σύντομα θα εξελισσόταν στη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας του Ernest Hemingway.
Και ταυτόχρονα σε ένα από τα πιο παράξενα εκδοτικά φαινόμενα του 20ού αιώνα: ένα έργο που πρώτα διαβάστηκε ολόκληρο μέσα από τις σελίδες ενός περιοδικού και αργότερα συνδέθηκε άμεσα με ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Με πληροφορίες από Esquire Italy
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
