Ο Αλ Καπόνε βρίσκεται στην αίθουσα του ομοσπονδιακού δικαστηρίου, περιμένοντας την απόφαση των ενόρκων. Είναι μόλις 32 ετών και έχει ήδη γίνει ένας από τους διασημότερους εγκληματίες στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει επιβιώσει από απόπειρες δολοφονίας, πολέμους συμμοριών και αμέτρητες αστυνομικές έρευνες. Αυτή τη φορά, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει κατηγορίες για κάποιο αιματηρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Η κατηγορία είναι φοροδιαφυγή. Όταν ανακοινώνεται η ετυμηγορία, ο άνθρωπος που θεωρούσε ότι μπορούσε να αγοράσει τους πάντες ακούει πως είναι ένοχος. Η αυτοκρατορία του αρχίζει να καταρρέει, όχι εξαιτίας κάποιας σφαίρας, αλλά εξαιτίας των χρημάτων που δεν είχε δηλώσει στην εφορία.
Για να καταλάβει κανείς πώς φτάσαμε σε αυτή τη στιγμή, πρέπει να επιστρέψει μερικά χρόνια πίσω, στο Σικάγο της ποτοαπαγόρευσης.Στη δεκαετία του 1920, ο Καπόνε είχε μετατρέψει το παράνομο εμπόριο αλκοόλ σε μια τεράστια οικονομική αυτοκρατορία. Χαρτοπαικτικές λέσχες, οίκοι ανοχής, παράνομα μπαρ και ένα δίκτυο εκβιασμών δημιουργούσαν έσοδα εκατομμυρίων δολαρίων. Οι αντίπαλοί του εξαφανίζονταν ή βρίσκονταν νεκροί, ενώ όσοι έπρεπε να εφαρμόζουν τον νόμο συχνά βρίσκονταν στη μισθοδοσία του.
Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου, στις 14 Φεβρουαρίου 1929, όταν επτά άντρες δολοφονήθηκαν σε ένα γκαράζ του Σικάγου, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του. Παρότι ο Καπόνε συνδέθηκε με το έγκλημα, δεν καταδικάστηκε ποτέ γι' αυτό.
Τον Απρίλιο του 1930, η Επιτροπή Εγκλήματος του Σικάγου τον τοποθέτησε στην κορυφή της λίστας των δημόσιων εχθρών. Για την αμερικανική κυβέρνηση, η εξόντωση της εγκληματικής του οργάνωσης είχε πλέον εξελιχθεί σε ζήτημα κύρους.
Ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αδυναμία του Καπόνε
Η λύση ήρθε από μια κατεύθυνση που ο ίδιος δεν είχε υπολογίσει. Το 1927, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε αποφανθεί ότι ακόμη και τα εισοδήματα από παράνομες δραστηριότητες υπόκεινται σε φορολογία.
Αυτό σήμαινε ότι οι Αρχές δεν χρειαζόταν να αποδείξουν πως ο Καπόνε είχε διατάξει δολοφονίες. Αρκούσε να αποδείξουν ότι κέρδιζε χρήματα και δεν πλήρωνε τους αντίστοιχους φόρους. Την έρευνα ανέλαβαν πράκτορες του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, με καθοριστική τη συμβολή του Φρανκ Τζ. Γουίλσον, ενός επίμονου ερευνητή που προτιμούσε τα οικονομικά στοιχεία από τις θεαματικές αστυνομικές επιχειρήσεις.
Ο Καπόνε είχε φροντίσει να μη διατηρεί σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στο όνομά του. Απέφευγε τους τραπεζικούς λογαριασμούς που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τα πραγματικά του εισοδήματα, ενώ μεγάλο μέρος των συναλλαγών της οργάνωσης πραγματοποιούνταν με μετρητά.
Ο Wilson, όμως, ανακάλυψε λογιστικά αρχεία από παράνομες επιχειρήσεις τυχερών παιχνιδιών, τα οποία συνέδεαν τον γκάνγκστερ με συγκεκριμένα έσοδα. Οι πράκτορες εντόπισαν μάρτυρες, ανέλυσαν οικονομικά έγγραφα και συγκέντρωσαν στοιχεία για τον πολυτελή τρόπο ζωής του.
Η κυβέρνηση είχε πλέον κάτι που δεν μπορούσε εύκολα να εξαφανιστεί με απειλές. Ένα οικονομικό αποτύπωμα. Τον Ιούνιο του 1931, ο Καπόνε βρέθηκε αντιμέτωπος με ομοσπονδιακές κατηγορίες φοροδιαφυγής. Οι δικηγόροι του προσπάθησαν να διαπραγματευτούν συμφωνία που θα του εξασφάλιζε ποινή περίπου δυόμισι ετών. Ο ίδιος εμφανιζόταν βέβαιος ότι είχε περιορίσει τη ζημιά.
Ο δικαστής Τζέιμς Γουίλκερσον, ωστόσο, αρνήθηκε να δεσμευτεί από τη συμφωνία. Ο Καπόνε απέσυρε την παραδοχή ενοχής και η υπόθεση οδηγήθηκε σε κανονική δίκη.
Η δίκη, η καταδίκη και ο δρόμος προς το Αλκατράζ
Η δίκη άρχισε στις 6 Οκτωβρίου 1931. Η αίθουσα γέμισε δημοσιογράφους και περίεργους που ήθελαν να παρακολουθήσουν τον διασημότερο γκάνγκστερ της χώρας να κάθεται στο εδώλιο.
Ο Καπόνε πίστευε ότι είχε ακόμη έναν τρόπο να γλιτώσει. Tους ενόρκους. Οι άνθρωποί του είχαν επιχειρήσει να επηρεάσουν τη διαδικασία, αλλά ο Wilkerson πληροφορήθηκε τις προσπάθειες δωροδοκίας και προχώρησε σε μια αιφνιδιαστική κίνηση. Αντικατέστησε την αρχική ομάδα υποψήφιων ενόρκων με άλλη, από διαφορετική δικαστική υπόθεση.
Στη διάρκεια της δίκης, οι εισαγγελείς παρουσίασαν στοιχεία για τις πολυτελείς διακοπές του στη Φλόριντα, τα ακριβά ξενοδοχεία, τις οικονομικές μεταφορές και τις επιχειρήσεις που του απέφεραν χρήματα. Στις 17 Οκτωβρίου, ύστερα από σχεδόν εννέα ώρες διαβουλεύσεων, οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο για τρία κακουργήματα φοροδιαφυγής και δύο πλημμελήματα που αφορούσαν τη μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων.
Επτά ημέρες αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου, ήρθε το τελικό χτύπημα. Ο δικαστής επέβαλε ποινή συνολικά 11 ετών φυλάκισης, πρόστιμο 50.000 δολαρίων και δικαστικά έξοδα, ενώ ο Καπόνε όφειλε επιπλέον περίπου 215.000 δολάρια σε φόρους, συν τόκους. Η απόφαση σήμαινε το ουσιαστικό τέλος της κυριαρχίας του στο Σικάγο.
Μετά την αποτυχία των προσφυγών του, μεταφέρθηκε τον Μάιο του 1932 στην ομοσπονδιακή φυλακή της Ατλάντα. Ακόμη και εκεί, όμως, η φήμη και οι διασυνδέσεις του δημιουργούσαν ανησυχίες για την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει.

Στις 22 Αυγούστου 1934 μεταφέρθηκε στο Αλκατράζ, τη νέα φυλακή υψίστης ασφαλείας στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο. Εκεί δεν ήταν πλέον ο πανίσχυρος αρχηγός του υποκόσμου. Ήταν ο κρατούμενος με αριθμό 85.
Στο Αλκατράζ εργάστηκε, μεταξύ άλλων, στο πλυντήριο της φυλακής, ενώ η υγεία του επιδεινώθηκε εξαιτίας της σύφιλης από την οποία έπασχε. Αποφυλακίστηκε το 1939 και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Φλόριντα, μέχρι τον θάνατό του το 1947. Ο Αλ Καπόνε είχε χτίσει μια αυτοκρατορία πάνω στη βία, στον φόβο και στη διαφθορά. Είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις Αρχές για εγκλήματα που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή.
Τελικά, όμως, δεν χρειάστηκε να αποδειχθεί ότι ήταν δολοφόνος για να χάσει την ελευθερία του. Αρκούσε να αποδειχθεί ότι ήταν φοροφυγάς.
