Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ φεύγει από τον Ολυμπιακό και αυτό από μόνο του αρκεί για να κλείσει μια εποχή. Όχι επειδή ήταν απλώς ένας επιτυχημένος προπονητής, αλλά επειδή συνέδεσε το όνομά του με κάτι που μέχρι να συμβεί έμοιαζε σχεδόν έξω από τα όρια της πραγματικότητας για ελληνικό σύλλογο: την κατάκτηση ευρωπαϊκού τροπαίου.
Ανέλαβε τον Φεβρουάριο του 2024 μια ομάδα που έμοιαζε να ψάχνει ξανά ταυτότητα και μέσα σε λίγους μήνες την έφερε μέχρι τον τελικό του Conference League. Φερεντσβάρος, Μακάμπι Τελ Αβίβ, Φενέρμπαχτσε, Άστον Βίλα και, στο τέλος, Φιορεντίνα. Το βράδυ της Νέας Φιλαδέλφειας δεν ήταν απλώς μια μεγάλη νίκη. Ήταν η στιγμή που άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο ο Ολυμπιακός έβλεπε τον εαυτό του στην Ευρώπη.
Αυτό είναι και το σημαντικότερο πράγμα που αφήνει πίσω του ο Μεντιλίμπαρ. Περισσότερο ακόμη και από τους τίτλους, το νταμπλ ή το Super Cup, περισσότερο ακόμη και από τις 79 νίκες σε 127 παιχνίδια. Άφησε μια ομάδα που έπαψε να μπαίνει στα ευρωπαϊκά βράδια με τη λογική "να δούμε μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε" και άρχισε να πιστεύει ότι μπορεί όντως να πάει μέχρι το τέλος. Αυτό δεν αγοράζεται εύκολα και σίγουρα δεν αντικαθίσταται με μια ανακοίνωση προπονητή.
Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ άφησε πολύ περισσότερο από αποτελέσματα
Το ποδόσφαιρο του Βάσκου είχε ξεκάθαρη ταυτότητα. Ήταν επιθετικό, άμεσο, βασισμένο στην ένταση, στις δεύτερες μπάλες και στην ιδέα ότι δεν χρειάζεται πάντα να έχεις τον πλήρη έλεγχο της κατοχής για να ελέγξεις τον αγώνα.
Ο Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ ήθελε να παίζει γρήγορα όταν ο αντίπαλος ήταν ανοργάνωτος. Ήθελε να κερδίζει κατοχή ψηλά, να μεταφέρει άμεσα την μπάλα μπροστά και να φτάνει στην περιοχή πριν προλάβει η άμυνα να ξαναστήσει τις γραμμές της. Δεν ήταν ποδόσφαιρο κατοχής με την κλασική έννοια. Ήταν ποδόσφαιρο θέσης μέσα στο χάος.
Οι αποστάσεις υπήρχαν για να δημιουργηθεί πίεση, τα άκρα έπρεπε να επιτεθούν γρήγορα στον χώρο και ο φορ να διαβάζει πότε θα έρθει η πρώτη μπάλα και πότε η δεύτερη. Δεν είναι τυχαίο ότι παίκτες όπως ο Ελ Κααμπί έγιναν τόσο καθοριστικοί μέσα σε αυτό το μοντέλο.
Το πιο δύσκολο για τον επόμενο προπονητή, λοιπόν, δεν είναι να διατηρήσει απλώς ένα επίπεδο αποτελεσμάτων. Είναι να αναλάβει μια ομάδα που είχε μάθει να παίζει με πολύ συγκεκριμένα αντανακλαστικά. Και ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ δεν έρχεται για να τα αντιγράψει.
Ο επόμενος Βάσκος είναι σχεδόν το αντίθετο είδος Βάσκου
Το ότι ο Ολυμπιακός επιλέγει ξανά προπονητή από τη Χώρα των Βάσκων δημιουργεί έναν εύκολο συνειρμό. Στην πράξη, όμως, οι δύο προπονητές έχουν αρκετά διαφορετική ποδοσφαιρική λογική.
Ο Αλγκουαθίλ είναι σχεδόν συνώνυμος με τη Ρεάλ Σοσιεδάδ. Έπαιξε εκεί, δούλεψε στις ακαδημίες, πέρασε από τη δεύτερη ομάδα και τελικά ανέλαβε την πρώτη, χτίζοντας μέσα στα χρόνια μια από τις πιο αναγνωρίσιμες ομάδες της La Liga.
Η κορυφαία στιγμή του ήταν το Copa del Rey της σεζόν 2019/20, όταν η Σοσιεδάδ κέρδισε την Αθλέτικ Μπιλμπάο στον τελικό και κατέκτησε μεγάλο τίτλο έπειτα από 34 χρόνια. Το μεγαλύτερο παράσημό του, όμως, ίσως είναι ότι κατάφερε να κρατήσει την ομάδα σταθερά ψηλά χωρίς να αλλοιώσει τον τρόπο παιχνιδιού της.

Η Σοσιεδάδ του Αλγκουαθίλ δεν είχε ανάγκη να αλλάζει προσωπικότητα ανάλογα με τον αντίπαλο. Είχε συγκεκριμένη ιδέα και προσπαθούσε να την επιβάλει. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς για τον νέο Ολυμπιακό: δεν αλλάζει μόνο προπονητή. Πηγαίνει από μια ομάδα που ήθελε να επιτεθεί γρήγορα στο κενό σε μια ομάδα που πιθανότατα θα θέλει πρώτα να δημιουργήσει το κενό.
Η κατοχή για τον Αλγκουαθίλ δεν είναι αυτοσκοπός
Η εύκολη περιγραφή είναι ότι ο Αλγκουαθίλ θέλει "κατοχή". Αυτό από μόνο του δεν λέει σχεδόν τίποτα. Η ουσία βρίσκεται στο πώς χρησιμοποιεί την κατοχή.
Οι ομάδες του θέλουν σωστές αποστάσεις, παίκτες σε διαφορετικές γραμμές και τη δυνατότητα να δημιουργούν αριθμητικό πλεονέκτημα γύρω από την μπάλα. Δεν κρατούν την κατοχή επειδή το 65% δείχνει ωραίο στα στατιστικά. Τη χρησιμοποιούν για να μετακινήσουν τον αντίπαλο και να βρουν το σημείο από το οποίο μπορούν να επιταχύνουν.
Εκεί βρίσκεται και η βασική διαφορά με τον Μεντιλίμπαρ. Ο Μεντιλίμπαρ συχνά θέλει να εκμεταλλευτεί έναν χώρο πριν κλείσει, ενώ ο Αλγκουαθίλ θέλει να μετακινήσει τον αντίπαλο μέχρι να ανοίξει αυτός ο χώρος. Στα χαρτιά μπορεί να μοιάζει λεπτομέρεια. Στο γήπεδο αλλάζει σχεδόν τα πάντα.
Αλλάζει το πώς βγαίνει η μπάλα από την άμυνα, το πόσο χαμηλά θα έρχονται οι χαφ, το πώς θα τοποθετούνται οι ακραίοι, το αν ο φορ θα πρέπει να παίζει περισσότερο με πλάτη και το πόσο σημαντικοί θα γίνουν οι παίκτες που μπορούν να υποδεχθούν ανάμεσα στις γραμμές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ολυμπιακός θα γίνει ξαφνικά μια αργή ομάδα κατοχής. Ο Αλγκουαθίλ δεν θέλει ανούσιες πάσες. Θέλει έλεγχο πριν από την επιτάχυνση.
Και χωρίς την μπάλα δεν αλλάζει τόσο πολύ όσο νομίζεις
Υπάρχει πάντως ένα σημείο όπου οι δύο προπονητές συναντιούνται: η πίεση μετά την απώλεια.
Ο Αλγκουαθίλ θέλει άμεση αντίδραση μόλις χαθεί η κατοχή, όχι απλώς για να μην επιτεθεί ο αντίπαλος, αλλά επειδή το καλύτερο σημείο για να ξανακερδίσεις την μπάλα είναι συνήθως εκεί όπου μόλις την έχασες. Αυτό θα βοηθήσει τη μετάβαση, γιατί οι παίκτες του Ολυμπιακού έχουν ήδη μάθει να παίζουν με ένταση χωρίς την μπάλα.
Η λογική του pressing δεν θα είναι ίδια, αλλά η απαίτηση για γρήγορη αντίδραση δεν είναι κάτι καινούργιο. Η διαφορά θα είναι περισσότερο στη δομή. Ο Μεντιλίμπαρ είναι πιο πρόθυμος να δεχθεί ένα παιχνίδι με περισσότερες δεύτερες μπάλες και μεγαλύτερες αποστάσεις, αρκεί η ομάδα του να είναι επιθετική στις μονομαχίες. Ο Αλγκουαθίλ συνήθως θέλει η πίεση να ξεκινά από πιο οργανωμένη θέση, ώστε όταν χαθεί η μπάλα να υπάρχουν ήδη παίκτες κοντά της.
Με απλά λόγια, ο ένας αποδεχόταν περισσότερο το χάος. Ο άλλος προτιμά να το έχει προβλέψει.
Οι νεαροί παίκτες μπορεί να είναι από τους μεγάλους κερδισμένους
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του Αλγκουαθίλ είναι η σχέση του με την ανάπτυξη ποδοσφαιριστών. Η εμπειρία του στις ακαδημίες της Σοσιεδάδ δεν ήταν απλώς ένα πρώιμο στάδιο της καριέρας του. Επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο δούλευε και στην πρώτη ομάδα.
Ήξερε πότε ένας νεαρός μπορεί να ανέβει, τι ρόλο πρέπει να του δώσει και, κυρίως, πώς να τον βάλει μέσα σε ένα σύστημα που δεν απαιτεί από εκείνον να λύσει μόνος του το παιχνίδι. Για έναν Ολυμπιακό που τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να δώσει μεγαλύτερο χώρο στους παίκτες της ακαδημίας του, αυτό δεν είναι μικρή λεπτομέρεια.
Ο νεαρός παίκτης σε μια οργανωμένη δομή έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει. Δεν χρειάζεται να είναι ο πιο έμπειρος στο γήπεδο. Χρειάζεται να ξέρει πού πρέπει να βρίσκεται και ποια είναι η επόμενη απόφασή του. Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που ο Αλγκουαθίλ έκανε πολύ καλά στη Σοσιεδάδ.
Το δύσκολο είναι ότι διαδέχεται τον άνθρωπο που έκανε το αδύνατο πραγματικότητα
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο Αλγκουαθίλ δεν αναλαμβάνει απλώς μετά από έναν επιτυχημένο προπονητή. Αναλαμβάνει μετά από τον άνθρωπο που οδήγησε τον Ολυμπιακό στο πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο της ιστορίας του.
Αυτό σημαίνει ότι η σύγκριση θα είναι άδικη σχεδόν από την πρώτη ημέρα. Αν ο Ολυμπιακός δυσκολευτεί να βγάλει την μπάλα, θα ακουστεί ότι "με τον Μεντιλίμπαρ έπαιζε πιο απλά". Αν δεν δημιουργήσει φάσεις, θα ειπωθεί ότι "μπλέκει πολύ το παιχνίδι". Αν χαθεί ένα ευρωπαϊκό ματς, η προηγούμενη εποχή θα εμφανιστεί αμέσως σαν μέτρο σύγκρισης.
Αυτό είναι φυσιολογικό, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο. Ο Αλγκουαθίλ δεν χρειάζεται να γίνει Μεντιλίμπαρ 2.0. Αν προσπαθήσει να το κάνει, μάλλον θα αποτύχει πριν καν αρχίσει.
Η δουλειά του είναι διαφορετική. Πρέπει να πάρει μια ομάδα που απέκτησε αυτοπεποίθηση, σκληράδα και ευρωπαϊκή συνείδηση και να της προσθέσει περισσότερο έλεγχο. Να κρατήσει την ένταση χωρίς να εξαρτάται τόσο πολύ από το παιχνίδι των δεύτερων μπαλών και να διατηρήσει την επιθετικότητα, αλλά να της δώσει περισσότερη δομή.
Αν το πετύχει, ο Ολυμπιακός δεν θα έχει απλώς αλλάξει προπονητή. Θα έχει περάσει από μια ποδοσφαιρική εποχή στην επόμενη.
Ο Μεντιλίμπαρ αφήνει πίσω του κάτι που δύσκολα αντιγράφεται: τρόπαια, μνήμες και την πεποίθηση ότι η Ευρώπη δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου ο Ολυμπιακός συμμετέχει. Ο Αλγκουαθίλ πρέπει τώρα να κάνει το δυσκολότερο: να μην προσπαθήσει να ξαναγράψει την ίδια ιστορία, αλλά να γράψει μια καινούργια με άλλον τρόπο.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
