O Robert Duvall ήξερε από την αρχή πως η ζωή του με πατέρα στρατιωτικό θα ήταν περίεργη. Γιος αντιναύαρχου και γεννημένος το 1931, κατάλαβε από την αρχή του δύο πολύ βασικά πράγματα που τον βοήθησαν να προχωρήσει. Ότι θα αλλάξει πολλά σπίτια εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα του και ότι, ο ίδιος, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να γίνει στρατιωτικός. Ωστόσο την ίδια στιγμή υπήρξε και τυχερός.
Σε μια Αμερική της δεκαετίας του ’60 που πάσχιζε να συνεχίσει την χρυσή εποχή του κινηματογράφου των 50s, o Duvall είδε μια ευκαιρία. Να αποδείξει ότι κάποιες ιστορίες, είναι αποκλειστικά για να τις διηγηθείς στη μεγάλη οθόνη. Μπορεί οι περισσότεροι άντρες να θεωρούσαν ότι το να επιδιώξεις μια movie star καριέρα θα σε καταστρέψει μέχρι να γίνεις μεγάλο όνομα, αλλά ο πατέρας του, William, αγάπησε την γυναίκα του γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Για την κοινή τους αγάπη για τον κινηματογράφο.
Θα υπάρξουν χιλιάδες κριτικοί κινηματογράφου, που θα γράψουν σήμερα ότι δεν χρειαστήκαμε το Godfather για να τον αγαπήσουμε. Και είναι αλήθεια. Ούτε ο ίδιος ο Duvall το χρειάστηκε άλλωστε, μιας και η καριέρα του την δεκαετία του ’70 είχε ήδη γνωρίσει τις μεγάλες της δόξες. Υπήρχε όμως πάντα κάτι το γοητευτικό με τον ρόλο του Tom Hagen, του consigliere της οικογένεια Corleone και θετού γιου του πατριάρχη της.
Το δεξί χέρι του Νονού
Αρχικά, ο Νονός είναι μια αντρική ταινία. Μπορεί αυτό να ακούγεται κάπως σε κάποιους από εσάς, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα σε έναν κόσμο δολοπλοκιών αλλά και τιμής, που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία καθοδηγεί αλλά και διαφθείρει, γεννά ευκαιρίες και καταστρέφει ανθρώπινες σχέσεις. Με ένα καστ σαν και αυτό του Godfather υπήρχε η τέλεια συμμετρία για μια τέτοια υπόθεση – μάλιστα ο Caan και ο Duvall είχαν τελειώσει την ίδια δραματική σχολή.
Ο Tom Hagen, στο δικό μας μυαλό, συμβόλιζε πάντα την ήρεμη δύναμη. Ή μάλλον την ηρεμία πριν την καταιγίδα, καθότι ο δικηγόρος της οικογένειας ήταν προσεχτικός και λιγομίλητος, αλλά σε καμία περίπτωση αθώος ή δειλός. Καταλάβαινε πως λειτουργούσε ο κόσμος στον οποίο είχε επιλέξει να ζει και σε αντίθεση με άλλους χαρακτήρες της τριλογίας, είχε μεγάλη αντίληψη της τιμής και της άνευ όρων αφοσίωσης. Πράγματα που σήμερα σπανίζουν και γι’ αυτό η ταινία είναι τόσο διαχρονική.
Μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες
Όμως σε ένα κινηματογραφικό βιογραφικό που απαριθμεί περισσότερες από 60 ταινίες, με 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ και μια κατάκτηση, αυτή του Α’ Ανδρικού στο Tender Mercies το 1983, ο Robert Duvall δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανένα. Δικαίως ο Coppola τον αποκάλεσε έναν από τους πέντε καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, ενώ η υποκριτική του δεινότητα ανήκει επίσημα σε μια γενιά που ποτέ δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να αφήσει το στίγμα της. Την βρίσκουμε σήμερα, σε ταινίες που ονομάζουμε αριστουργήματα.
Παντρεμένος τέσσερις φορές, δήλωνε πως ο έρωτας είναι μια περίεργη χημική ένωση στην οποία δεν μπορεί καμία δύναμη στο σύμπαν να της αντισταθεί. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μιλούσε για αυτόν ως την κινητήριο δύναμη στο άπειρο, σε σημείο που αν ακούσει κάποιον τις συνεντεύξεις του θα νομίζει ότι απαγγέλει εδάφια από την Κοσμογονία του Ησίοδου. Πόσοι άντρες όμως μιλούν σήμερα για τον έρωτα όπως ο Robert Duvall; Ελάχιστοι γιατί πολλοί έχουν ερωτευτεί, αλλά λιγότεροι έχουν πραγματικά αγαπήσει.
Το ευτυχισμένο τέλος
Όμως πέρα από τις επιτυχίες και τις βραβεύσεις, τον έγγαμο βίο και τα βραβεία μαζί με τις κινηματογραφικές διθυραμβικές εμφανίσεις, το αξιοζήλευτο είναι ένα και μοναδικό. Το ευτυχισμένο τέλος ενός 95χρονου άντρα, που έζησε την ζωή του όπως ακριβώς την ονειρεύτηκε ή και ακόμα καλύτερα. Με αξίες που συνεχίζουν να εμπνέουν και ρόλους που μας οδηγούν να γράφουμε κείμενα σαν και αυτό.
Όλα τα υπόλοιπα είναι για τον ίδιο. Και για όσα τον έκαναν πιθανότατα να πει "δεν τα πήγα και άσχημα".
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.