Ο Gene Hackman υπήρξε ορόσημο για την παλιά, καλή γενιά ηθοποιών. Από εκείνους που μέσα και έξω από το πλατό δεν χρειάστηκαν ποτέ φανφάρες για να επιβληθούν και αναγνωρίσιμος σε τέτοιο σημείο που παραμένει επιδραστικός πάρα το τραγικό του τέλος. Κι όμως, αν πρέπει να διαλέξεις μία ταινία που συμπυκνώνει όλη τη στόφα του, για πολλούς η απάντηση είναι αυθόρμητη: Crimson Tide. Εκεί όπου στάθηκε απέναντι στον Denzel Washington σε μία από τις πιο ηλεκτρισμένες μονομαχίες χαρακτήρων των ’90s.
To επιβλητικό Cold War drama των 90s
Το Crimson Tide δεν είναι απλώς ένα πολεμικό θρίλερ με φόντο ένα πυρηνικό υποβρύχιο. Είναι μια ταινία που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη σύγκρουση δύο ανδρών και δύο φιλοσοφιών ηγεσίας. Και στο κέντρο αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται ο Hackman ως καπετάνιος Frank Ramsey. Βετεράνος, παρασημοφορημένος, με δεκαετίες υπηρεσίας στην πλάτη του, ο Ramsey είναι ο ορισμός της παλιάς σχολής. Που σημαίνει ότι η αλυσίδα διοίκησης δεν σπάει, οι διαταγές εκτελούνται, η αμφιβολία μένει εκτός θαλάμου επιχειρήσεων.
Αυτό που κάνει ο Hackman εντυπωσιακό στον ρόλο δεν είναι η ένταση, είναι η αυτοπεποίθηση. Από την πρώτη του σκηνή, δείχνει ότι ο Ramsey έχει συνηθίσει να παίρνει αποφάσεις που ζυγίζουν τόνους. Δεν υπάρχει νευρικότητα ή δισταγμός. Υπάρχει ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι η εμπειρία του είναι αρκετή για να καθορίσει τη σωστή πορεία.
Το δυνατό χαρτί της ταινίας -φυσικά- η αντιπαράθεσή του με τον χαρακτήρα του Denzel Washington, τον υποπλοίαρχο Hunter. Ο Hunter εκπροσωπεί τη νέα γενιά αξιωματικών: μορφωμένος, αναλυτικός, με πίστη στη διαδικασία και στους κανονισμούς. Όταν ένα αμφιλεγόμενο μήνυμα διαταγής εκτόξευσης πυρηνικών πυραύλων φτάνει στο υποβρύχιο και η μετάδοση διακόπτεται, ξεκινάει το θρίλερ για το αν πρέπει να γίνει εκτόξευση ή όχι. Και έκει έχουμε μια από τις καλύτερες σκηνές στον κινηματογράφο.
Το Crimson Tide μετατρέπεται σε καθαρό acting duel. Ο Hackman δεν παίζει τον "κακό" που θέλει να πατήσει το κουμπί από τρέλα ή εγωισμό. Παίζει έναν αξιωματικό που θεωρεί ότι η καθυστέρηση μπορεί να ισοδυναμεί με ήττα. Η σιγουριά του δεν είναι καρικατούρα, είναι πεποίθηση. Και αυτό είναι που κάνει τον χαρακτήρα του επικίνδυνα πειστικό.
H μαεστρία του Gene Hackman
Σε επίπεδο παρουσίας, ο Hackman γεμίζει το κάδρο. Το περιβάλλον του υποβρυχίου -στενοί διάδρομοι, χαμηλά ταβάνια, αποπνικτική ατμόσφαιρα- λειτουργεί υπέρ του. Κάθε κοντινό πλάνο αναδεικνύει τη σιγουριά και το πείσμα του. Όταν αμφισβητείται από τον Hunter μπροστά στο πλήρωμα, η αλλαγή στη στάση του σώματος και στον τόνο της φωνής του είναι ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστική. Δεν χάνει τον έλεγχο, τον σφίγγει.
Αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι ο Hackman δεν επιδιώκει να "κερδίσει" τον συμπρωταγωνιστή του. Αντίθετα, του δίνει χώρο. Η ερμηνεία του Washington λειτουργεί ως ιδανικό αντίβαρο: πιο εσωτερική, πιο συγκρατημένη, αλλά εξίσου δυναμική. Το αποτέλεσμα είναι μια ισορροπία που σπάνια συναντάς σε mainstream θρίλερ. Δεν υπάρχει ξεκάθαρος ήρωας και αντίπαλος. Υπάρχει σύγκρουση ιδεών.
Σε περιοδικό επίπεδο αξιολόγησης, ο Hackman παραδίδει εδώ ένα masterclass ερμηνείας ηγετικής φυσιογνωμίας. Χωρίς υπερβολικές εξάρσεις, χωρίς μελοδραματισμούς, χτίζει έναν χαρακτήρα που αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη στρατιωτική κουλτούρα. Η αυστηρότητα, η πίστη στην ιεραρχία, η βεβαιότητα ότι ο διοικητής πρέπει να αποφασίζει ακόμα και με ελλιπή δεδομένα – όλα περνούν μέσα από μικρές, ελεγχόμενες επιλογές στο παίξιμό του.
Μία κινηματογραφική σύγκρουση που έμεινε στην ιστορία
Αν το Crimson Tide παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στο είδος του, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη σύγκρουση Hackman–Washington. Και αν πρέπει να απομονώσουμε έναν από τους δύο ως την πιο επιβλητική παρουσία, ο Hackman έχει το προβάδισμα λόγω βάρους και εμπειρίας – τόσο ως χαρακτήρας όσο και ως ηθοποιός.
Τελικά, όταν ακούς το όνομα Gene Hackman, το μυαλό δεν πηγαίνει μόνο στα Όσκαρ ή στη μακρά του φιλμογραφία. Πηγαίνει σε εκείνη τη γέφυρα του υποβρυχίου, σε εκείνη τη διαταγή που αιωρείται πριν εκτελεστεί, σε εκείνη τη σύγκρουση που κρατάει την ανάσα σου. Το Crimson Tide μπορεί να μην είναι η μόνη σπουδαία στιγμή της καριέρας του, αλλά είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Και αυτό λέει πολλά για το πόσο ισχυρή ήταν η παρουσία του στην οθόνη.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.