Η ιστορία γράφεται από τους νικητές και η ιστορία των Take That, του μεγαλύτερου –και πλέον παλαιότερου– pop boy band της Βρετανίας, γράφεται από τους Mark, Howard και Gary. Είναι οι νικητές; Σίγουρα είναι αυτοί που παραμένουν στο συγκρότημα, αλλά ο Robbie ρίσκαρε και διέπρεψε ως solo (μόλις κυκλοφόρησε νέο άλμπουμ!). Ο δε Jason (πάντα ο πιο αινιγματικός) φαίνεται πως έχει κάνει στροφή προς το real estate.

Νομίζαμε πως γνωρίζαμε καλά την ιστορία των Take That: πέντε ατίθασα παιδιά που συναντήθηκαν σε οντισιόν στο Manchester το 1990 υπό τον θρυλικό Nigel Martin-Smith, δέχτηκαν να τους αλείψουν τα γυμνά τους οπίσθια με ζελέ και έγιναν φαινόμενο που αποτιμάται με 12 UK νο1 και 45 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως. Not bad at all.

Και πράγματι αυτό συνέβη, σύμφωνα με το νέο, ομότιτλο τριμερές ντοκιμαντέρ του Netflix, το οποίο χρησιμοποιεί μια κλασική δομή τριών επεισοδίων για να αφηγηθεί την άνοδο, την πτώση και τη λύτρωση του συγκροτήματος. Αρχικά φαίνεται πως όλοι αναπολούν· ακούμε σαφώς τις φωνές των Gary Barlow, Mark Owen και Howard Donald, αλλά και των Jason Orange και Robbie Williams, να διηγούνται τις εμπειρίες τους μέσα από έναν θησαυρό αρχειακού υλικού και, όπου υπάρχουν κενά, το γεμίζει κάποιο ευρηματικό animation.

Βέβαια, πλέον μόνο οι τρεις πρώτοι, που εξακολουθούν να εμφανίζονται ως Take That, έχουν καταγράψει νέες συνεντεύξεις για αυτό το ντοκιμαντέρ, με τις ατάκες των άλλων δύο να προέρχονται από παλιές συνεντεύξεις, επιδέξια ενσωματωμένες στο σύνολο. Ο Jason, που εγκατέλειψε οριστικά το συγκρότημα το 2014, φαίνεται πολύ ευχαριστημένος που έφυγε από τον χαμό, ο δε Robbie έχει δώσει τη δική του εκδοχή μέσα από την ταινία A Better Man. 

Συνεπώς, αυτήν τη φορά ακούμε περισσότερα για τον Howard και τον Mark απ' όσο συνηθίζαμε, οι οποίοι φαίνονται εντελώς αξιόπιστοι τύποι, παραβλέποντας το ατυχές επεισόδιο με τα μαλλιά ράστα που έκανε στα μέσα της δεκαετίας του '90. Αλλά στην πραγματικότητα, αυτό που αποκομίζουμε μετά από τρεις ώρες ιστορικής ανασκόπησης είναι τι συνέβη με τον Barlow. Κάλλιστα θα μπορούσε να λεγόταν η εκδοχή του Gary για τους Take That.

Και στην ουσία αυτό είναι το ζήτημα. Ήμασταν δίκαιοι με τον Gary; Όπως το παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ, ήταν ένας φιλόδοξος και μοναχικός έφηβος, που θυσίασε την κοινωνική του ζωή για να τελειοποιήσει τις μπαλάντες που τραγουδούσε στα μαγαζιά του βορρά. Το ήθελε περισσότερο από τους άλλους και γι' αυτό και δούλεψε σκληρότερα από αυτούς. 

Βέβαια εκείνοι –και ιδιαίτερα ο Williams– δεν είχαν πάρει αυτό το brief στο ξεκίνημά τους, πράγμα που φαίνεται στο δεύτερο επεισόδιο, καταγράφοντας τους εγωισμούς που δημιούργησαν αναταραχές και μετέπειτα τη διάλυση του συγκροτήματος και την πτώση του Gary. Η πλοκή εξιστορεί την ταπείνωση που του προκάλεσε η αποτυχημένη σόλο καριέρα του, τα κιλά που πήρε και πώς εν τέλει μπόρεσε να τα ξεφορτωθεί. 

Ναι, μπορεί ακόμα να είναι δύσκολο να λυπηθούμε πλήρως κάποιον που παίζει μελαγχολικά πιάνο και κοιτάζει το υπερπέραν θλιμμένος, αλλά στην πραγματικότητα ο Barlow πέρασε αρκετά άσχημα, και εάν του αναλογούσε μια τιμωρία για την υπερβολική του φιλοδοξία, σίγουρα την έλαβε και με το παραπάνω. 

Το τρίτο επεισόδιο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο, ένα μακροσκελές mea culpa του Gary Barlow: ομολογεί τη σνομπ συμπεριφορά του προς τους συμπαίκτες του, την απροθυμία του να τους εντάξει στη σύνθεση τραγουδιών, και κατ' επέκταση, στα έσοδα, ενώ ζήλεψε ή έστω υποτίμησε τη δύναμη του Robbie ως star. Κάποια στιγμή μάλιστα παραδέχεται on camera πως τον αποκαλούσε "Blobby".

Πλέον για τους 3 εναπομείναντες όλα είναι πολύ τακτοποιημένα, πολύ καλά δομημένα, πολύ ξεκάθαρα, γιατί από ό,τι φαίνεται το πάθημα έγινε μάθημα. Ίσως κάποιοι που έζησαν την πορεία τους, να θυμούνται τα πράγματα διαφορετικά, αλλά αυτή είναι η εκδοχή του Gary, και, τουλάχιστον όσον αφορά αυτό το ντοκιμαντέρ, παίρνει το φινάλε που επιθυμεί.

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.