Οι Metallica δεν ήταν ποτέ απλώς ακόμη μία metal μπάντα. Από την πρώτη στιγμή λειτούργησαν σαν μια σταθερή δύναμη μέσα στη rock σκηνή, ισορροπώντας ιδανικά ανάμεσα στη μελωδία και την ωμή επιθετικότητα. Ακόμη και όσοι παρέμεναν πιστοί στις πιο παραδοσιακές εκφάνσεις της rock μουσικής δύσκολα μπορούσαν να αγνοήσουν αυτό που έχτιζαν ο James Hetfield, ο Lars Ulrich και η υπόλοιπη μπάντα.

Το Reload και η πιο δύσκολη εποχή του James Hetfield

Την εποχή που αρκετά συγκροτήματα προσπαθούσαν να σοκάρουν μέσα από υπερβολικές εικόνες, θόρυβο και μια σχεδόν χαοτική αισθητική, οι Metallica εξελίσσονταν διαφορετικά. Πιο αθόρυβα, αλλά ουσιαστικά. Αντί να βασιστούν μόνο στην ένταση, άρχισαν να χτίζουν έναν ήχο με μεγαλύτερο βάθος, πιο πλούσιες ενορχηστρώσεις και στίχους που μπορούσαν να κουβαλήσουν πραγματικό συναισθηματικό βάρος.

Για κάποιον που δεν έχει επαφή με το metal, οι Metallica ίσως εξακολουθούν να μοιάζουν με μια μπάντα που απευθύνεται αποκλειστικά σε "σκληροπυρηνικούς" fans ή σε χαρακτήρες σαν τον Eddie Munson του Stranger Things. Κι όμως, η σκηνή όπου φωνάζει "This is music!" έγινε τόσο εμβληματική ακριβώς γιατί άγγιξε κάτι που οι fans της hard rock καταλαβαίνουν εδώ και δεκαετίες: πως είναι σχεδόν αδύνατο να εξηγήσεις με λόγια γιατί αυτή η μουσική σημαίνει τόσα πολλά. Η ουσία της βρίσκεται ακριβώς στο συναίσθημα που δημιουργεί χωρίς να χρειάζεται μετάφραση.

Και η βαρύτητα των Metallica δεν ήταν ποτέ επιφανειακή. Δεν είχε να κάνει μόνο με τις παραμορφωμένες κιθάρες ή την ένταση του ήχου τους. Υπήρχε πάντα κάτι πολύ πιο πυκνό κάτω από την επιφάνεια. Τα εκρηκτικά drums του Lars Ulrich έδιναν φυσικά τεράστια ενέργεια στη μουσική τους, όμως εξίσου σημαντική ήταν και η παρουσία του James Hetfield πίσω από το μικρόφωνο.

Διαβάστε Επίσης

Ο τρόπος που τραγουδούσε έμοιαζε συχνά σαν άμεση αντανάκλαση όσων περνούσε η μπάντα. Θυμός, πίεση, εσωτερικές συγκρούσεις, πείσμα και ανάγκη για επιβίωση μετατρέπονταν σε φωνητική ένταση. Και αυτό ήταν που έκανε τους Metallica να ξεχωρίζουν από πολλές άλλες metal μπάντες της εποχής τους.

Ο Hetfield και ο Ulrich κατάφεραν κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να εξελιχθούν χωρίς να χάσουν τον χαρακτήρα τους. Αντί να γίνουν πιο "μαλακοί" όσο ωρίμαζαν μουσικά, κατάφεραν να μετατρέψουν αυτή την εξέλιξη σε μια διαφορετική μορφή αυθεντικότητας. Η μουσική τους συνέχισε να έχει attitude, νεύρο και αίσθηση εξέγερσης, απλώς πλέον συνοδευόταν και από μεγαλύτερη μουσική ωριμότητα.

Άλλωστε, ο James Hetfield παρέμενε πάντα η επιτομή του rock ‘n’ roll με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ένας άνθρωπος που έκανε tattoo με τις στάχτες του Lemmy και μπορούσε την ίδια στιγμή να μιλά με αφοσίωση για τη γάτα του δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο αυθεντικός.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν κουβαλούσε δυσκολίες.

Η ανάγκη του να παραμένει αληθινός απέναντι στον εαυτό του δημιούργησε πολλές φορές μεγαλύτερη πίεση απ’ όση ίσως φαινόταν προς τα έξω. Και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για εκείνον ήταν πάντα η φωνή του. Όχι μόνο τεχνικά, αλλά και συναισθηματικά. Ο Hetfield δεν χρειαζόταν απλώς να ακούγεται δυνατός· έπρεπε να μπορεί να μεταφέρει ολόκληρο φάσμα συναισθημάτων μέσα από τις ερμηνείες του.

Κάπου εκεί εμφανίζεται το Reload.

Ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο album των Metallica, το Reload αποτυπώνει αυτή ακριβώς τη μεταβατική περίοδο της μπάντας. Όσο ο ήχος τους απομακρυνόταν από την αμιγώς επιθετική metal φόρμα, τόσο αυξάνονταν και οι απαιτήσεις από τον Hetfield ως frontman.

Η εποχή του Reload έφερε μεγαλύτερη έμφαση στην ατμόσφαιρα, στις λεπτομέρειες και κυρίως στους στίχους. Και αυτό ανάγκασε τον Hetfield να προσεγγίσει τη φωνή του διαφορετικά. Δεν αρκούσε πλέον μόνο η ένταση ή η επιθετικότητα. Χρειαζόταν έλεγχος, υπομονή και μεγαλύτερη συναισθηματική ακρίβεια.

Το ενδιαφέρον είναι πως ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ ότι αυτή η διαδικασία τον δυσκόλεψε.

"Ίσως κάποια mid-tempo κομμάτια, όπως το "King Nothing”, να είναι πιο δύσκολο για μένα να τα κάνω πραγματικά συναρπαστικά φωνητικά", είχε παραδεχτεί χρόνια αργότερα. "Συνδέομαι περισσότερο με τα γρήγορα, τα βαριά ή ακόμη και τα πιο σκοτεινά και "σπασμένα” κομμάτια. Τα πιο "μεσαία” πράγματα δεν με εμπνέουν το ίδιο".

Και είναι λογικό.

Όταν έχεις τελειοποιήσει την τέχνη του να γράφεις και να ερμηνεύεις εκρηκτικά metal anthems που κουβαλούν τεράστια ένταση, κάθε απόπειρα για κάτι πιο restrained μοιάζει σχεδόν σαν επανεκκίνηση. Τα τραγούδια του Reload απαιτούσαν από τον Hetfield να εκφράσει συναίσθημα όχι μέσα από ωμή δύναμη, αλλά μέσα από λεπτομέρεια και έλεγχο.

Κι ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται και η πραγματική αξία αυτού του album. Όχι στην τελειότητά του, αλλά στο γεγονός πως δείχνει μια μπάντα να δοκιμάζει, να αμφισβητεί τον εαυτό της και να αποδέχεται ακόμη και τις ατέλειές της.

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.