Κάποτε τα γουέστερν ήταν ο βασιλιάς του σινεμά. Σκόνη, άλογα, αντρικές φυσιογνωμίες με βλέμμα που έλεγε περισσότερα από ολόκληρους διαλόγους και ήρωες που έμπαιναν σε ένα μπαρ σαν να κουβαλούσαν όλη την Άγρια Δύση στην πλάτη τους. Σήμερα το είδος δεν κυριαρχεί όπως παλιά, όμως δύο ταινίες απέδειξαν ότι όταν το γουέστερν πέφτει στα σωστά χέρια, μπορεί ακόμα να προσφέρει κινηματογραφική μαγεία από εκείνη που σε κάνει να θες να ανάψεις τσιγάρο μετά τους τίτλους τέλους.
Στη μεγάλη λίστα των New York Times με τις σημαντικότερες ταινίες του 21ου αιώνα, δύο σύγχρονα γουέστερν βρέθηκαν πολύ ψηλά. Και όχι άδικα. Το No Country for Old Men των αδελφών Κοέν και το There Will Be Blood του Πολ Τόμας Άντερσον δεν είναι απλώς δύο σπουδαίες ταινίες. Είναι δυο έργα που πήραν το παλιό αμερικανικό σινεμά, το βούτηξαν στο σκοτάδι και το έφεραν ξανά στη ζωή με τρόπο σχεδόν εθιστικό.
Τα γουέστερν που αναγέννησαν το σύγχρονο σινεμά
Το ακόμα πιο ωραίο; Κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά. Το 2007 ήταν από εκείνες τις σπάνιες χρονιές που το σινεμά έμοιαζε να ιδρώνει από έμπνευση. Από τη μία οι Κοέν παρέδιδαν ένα ανελέητο νεογουέστερν γεμάτο σιωπές, αίμα και αγωνία. Από την άλλη, ο Άντερσον έχτιζε μια σχεδόν βιβλική ιστορία απληστίας και εξουσίας μέσα σε πετρέλαια, λάσπη και ιδρώτα.
Στα Όσκαρ επικράτησε το No Country for Old Men, κερδίζοντας Καλύτερη Ταινία και Σκηνοθεσία, ενώ ο Javier Bardem παρέδωσε έναν από τους πιο ανατριχιαστικούς villains που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά. Την ίδια στιγμή, ο Daniel Day-Lewis στο There Will Be Blood έκανε κάτι παραπάνω από ερμηνεία. Έχτισε έναν χαρακτήρα τόσο επιβλητικό που σχεδόν νιώθεις τη μυρωδιά του πετρελαίου και της παράνοιας να βγαίνει από την οθόνη.
Και οι δύο ταινίες μοιάζουν βγαλμένες από άλλη εποχή αλλά ταυτόχρονα απόλυτα σύγχρονες. Το No Country for Old Men έχει όλο το DNA του κλασικού γουέστερν: έναν κυνηγημένο άντρα, έναν σερίφη που προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του και έναν δολοφόνο που μοιάζει ασταμάτητος. Μόνο που εδώ δεν υπάρχουν ηρωισμοί και ρομαντισμοί. Υπάρχει μόνο βία, μοίρα και εκείνη η αίσθηση ότι ο κόσμος έχει αλλάξει οριστικά.
Το There Will Be Blood από την άλλη είναι κάτι πιο βαρύ, πιο σκοτεινό και σχεδόν αρρωστημένα γοητευτικό. Ο Daniel Plainview δεν είναι ένας κλασικός πρωταγωνιστής. Είναι ένας άνθρωπος που καταβροχθίζει ό,τι βρίσκει μπροστά του. Γη, ανθρώπους, σχέσεις, ηθική. Ένας χαρακτήρας που μοιάζει να βγήκε από εφιάλτη και ταυτόχρονα από τα πιο άγρια όνειρα του αμερικανικού καπιταλισμού.
Αυτό είναι και το σημείο όπου τα δύο φιλμ συναντιούνται πραγματικά. Δεν έχουν "καλούς" και "κακούς" όπως τα παλιά γουέστερν της εποχής του John Wayne. Οι ήρωες εδώ είναι κουρασμένοι, βρόμικοι, εγωιστές και συχνά χαμένοι μέσα στη δική τους τρέλα. Το καλό και το κακό μπλέκονται συνεχώς και αυτό ακριβώς κάνει αυτές τις ταινίες τόσο ακαταμάχητες.
Η εξέλιξη αυτή ξεκίνησε χρόνια πριν, όταν ο Clint Eastwood άρχισε να αλλάζει το πρόσωπο του γουέστερν. Οι χαρακτήρες έγιναν πιο σκοτεινοί, πιο βίαιοι, πιο ανθρώπινοι. Και σήμερα, ταινίες όπως το No Country for Old Men και το There Will Be Blood μοιάζουν σαν η φυσική συνέχεια εκείνης της μετάβασης.
Ο Anton Chigurh του Bardem είναι ένας από τους πιο τρομακτικούς χαρακτήρες που πέρασαν ποτέ από την οθόνη. Δεν λειτουργεί σαν συνηθισμένος δολοφόνος αλλά σαν μια δύναμη που φέρνει τον θάνατο όπου εμφανίζεται. Και απέναντί του, οι υπόλοιποι μοιάζουν πάντα ένα βήμα πίσω.
Αντίστοιχα, ο Plainview του Day-Lewis δεν χρειάζεται όπλο για να γίνει επικίνδυνος. Το βλέμμα του αρκεί. Είναι η προσωποποίηση της απληστίας, ένας άνθρωπος που όσο περισσότερο αποκτά δύναμη τόσο πιο κενός γίνεται μέσα του.
Παρότι το γουέστερν δεν κυριαρχεί πλέον στις αίθουσες, αυτές οι δύο ταινίες απέδειξαν ότι το είδος δεν πέθανε ποτέ πραγματικά. Απλώς άλλαξε. Έγινε πιο σκοτεινό, πιο βίαιο, πιο ψυχολογικό. Και ίσως τελικά πιο αντρικό από ποτέ.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το καλό γουέστερν δεν είναι μόνο καπέλα, άλογα και πιστόλια. Είναι ιδρώτας, σιωπή, εγωισμός, δύναμη και άντρες που κουβαλούν μέσα τους κάτι έτοιμο να εκραγεί. Και όταν το σινεμά πιάνει αυτή την αίσθηση σωστά, δύσκολα συγκρίνεται με οτιδήποτε άλλο.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.