Το Dune: Messiah του Denis Villeneuve αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα μεγάλα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Η ταινία θα έρθει για να κλείσει την τριλογία επιστημονικής φαντασίας που ξεκίνησε το 2021 με το Dune και συνεχίστηκε το 2024 με το Dune: Part Two, ολοκληρώνοντας έτσι το φιλόδοξο όραμα του Καναδού σκηνοθέτη για τον κόσμο του Frank Herbert.

Η προσμονή γύρω από το τρίτο κεφάλαιο έχει γίνει ακόμη μεγαλύτερη μετά τις δηλώσεις του Timothée Chalamet, ο οποίος επιστρέφει στον ρόλο του Paul Atreides. Ο ηθοποιός αποκάλυψε ότι για την προετοιμασία του εμπνεύστηκε από τρεις πολύ διαφορετικές, αλλά εξαιρετικά ισχυρές κινηματογραφικές παρουσίες: τον χαρακτήρα του Matthew McConaughey στο Interstellar, τον Joker του Heath Ledger στο The Dark Knight και τον μυθικό Colonel Kurtz του Marlon Brando στο Apocalypse Now.

Dune: Από τον David Lynch στον Denis Villeneuve

Μπορεί ακόμη να μη γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα μοιάζει το φινάλε αυτής της τριλογίας, όμως ένα πράγμα είναι ήδη ξεκάθαρο: ο Villeneuve κατάφερε να ολοκληρώσει κάτι που για δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο. Η μεταφορά του Dune στη μεγάλη οθόνη υπήρξε για χρόνια ένας κινηματογραφικός γρίφος, ένα project που πολλοί οραματίστηκαν, λίγοι τόλμησαν και ακόμη λιγότεροι κατάφεραν να φέρουν εις πέρας.

Πρώτος επιχείρησε να το κάνει ο Alejandro Jodorowsky τη δεκαετία του 1970. Ο Χιλιανός σκηνοθέτης είχε φανταστεί μια εκδοχή του Dune τόσο τεράστια, τόσο παράτολμη και τόσο εκτός κάθε βιομηχανικού μέτρου, που έμοιαζε περισσότερο με καλλιτεχνικό μανιφέστο παρά με ταινία που θα μπορούσε πράγματι να γυριστεί.

Διαβάστε Επίσης

Το σχέδιό του περιλάμβανε μερικά από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της pop και καλλιτεχνικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Στο καστ ήθελε τον Orson Welles, τον Mick Jagger και τον Salvador Dalí, ενώ στην εικαστική ομάδα συμμετείχαν ο Moebius και ο H.R. Giger, ο οποίος αργότερα θα γινόταν διάσημος για τη συμβολή του στο σύμπαν του Alien. Για τη μουσική, ο Jodorowsky ονειρευόταν τους Pink Floyd. Με άλλα λόγια, δεν σχεδίαζε απλώς μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα κοσμικό, ψυχεδελικό έπος.

Το πρόβλημα ήταν ότι το όραμα αυτό ήταν υπερβολικά μεγάλο για να χωρέσει στην πραγματικότητα της παραγωγής. Η διάρκεια που υπολογιζόταν ανάμεσα στις 10 και τις 14 ώρες, οι συνεχείς καθυστερήσεις και το τεράστιο κόστος τρόμαξαν τους χρηματοδότες. Το project τελικά εγκαταλείφθηκε, μένοντας στην ιστορία ως μία από τις πιο διάσημες ταινίες που δεν γυρίστηκαν ποτέ.

Αργότερα, το Dune πέρασε στα χέρια του Dino De Laurentiis, ο οποίος προσπάθησε να ξαναδώσει ζωή στο εγχείρημα. Αρχικά προσέγγισε τον Ridley Scott, όμως οι δημιουργικές διαφωνίες οδήγησαν τον Scott στην αποχώρηση. Έτσι, τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο David Lynch, σε μια από τις πιο παράξενες και δύσκολες στιγμές της καριέρας του.

Για τον Lynch, το Dune του 1984 ήταν η πρώτη μεγάλη ταινία που γύρισε κατόπιν ανάθεσης, αλλά και η πρώτη έγχρωμη ταινία του. Θεωρητικά, είχε μπροστά του έναν ολόκληρο κόσμο να χτίσει. Πλανήτες, θρησκείες, πολιτική, οικογένειες, προφητείες, τεράστια πλάσματα, εικόνες που ταίριαζαν με τη φαντασία και την ιδιοσυγκρασία του. Στην πράξη, όμως, η εμπειρία αποδείχθηκε οδυνηρή.

Gilles Mingasson/Gettty Images

Η ταινία δεν κατάφερε να κερδίσει ούτε τους κριτικούς ούτε το κοινό. Ο Lynch θεώρησε ότι το τελικό αποτέλεσμα είχε αλλοιωθεί από τις παρεμβάσεις της παραγωγής, κυρίως λόγω της δραστικής μείωσης της διάρκειας και του μοντάζ, το οποίο, κατά την άποψή του, έκανε την ιστορία δυσνόητη και αποσπασματική. Η απογοήτευσή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στην τηλεοπτική εκδοχή της ταινίας επέλεξε να μη χρησιμοποιήσει το όνομά του, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Alan Smithee.

Χρόνια αργότερα, ο ίδιος μίλησε με ασυνήθιστη ειλικρίνεια για το τι σήμαινε αυτή η εμπειρία για εκείνον. Παραδέχτηκε ότι με το Dune άρχισε, όπως είπε, να "πουλάει τον εαυτό του". Αναγνώρισε πως πιθανότατα δεν έπρεπε να δεχτεί την ταινία, αλλά παρασύρθηκε από τις δημιουργικές δυνατότητες που έβλεπε μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Υπήρχαν εικόνες, ιδέες και σύμπαντα που ήθελε να χτίσει. Όμως γνώριζε από την αρχή ότι δεν θα είχε τον τελικό έλεγχο.

Αυτό ήταν και το σημείο που τον σημάδεψε περισσότερο. Ο Lynch έχει εξηγήσει ότι στο Dune δεν είχε final cut, κάτι που για εκείνον αποδείχθηκε καταστροφικό. Μάλιστα, το περιέγραψε ως τη μοναδική ταινία του στην οποία δεν είχε πραγματικά τον έλεγχο της τελικής μορφής. Ακόμη και στο The Elephant Man, όπου τεχνικά δεν είχε κατοχυρωμένο final cut, ο Mel Brooks του το παραχώρησε στην πράξη. Στο Dune, αντίθετα, ένιωθε πως είχε μπει σε μια διαδικασία συμβιβασμών ήδη από το στάδιο του σεναρίου.

Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει αυτή τη διαδικασία ως έναν "αργό θάνατο" και μια τρομερή εμπειρία. Πίστεψε ότι το εγχείρημα θα μπορούσε να λειτουργήσει, όμως αργότερα το είδε ως αφελές λάθος. Η απαίτηση της εποχής για συγκεκριμένη διάρκεια, ώστε να χωρούν περισσότερες προβολές την ημέρα, οδήγησε σε μια συμπιεσμένη εκδοχή της ιστορίας. Για τον Lynch, αυτό που έμεινε ήταν μια ταινία κομμένη, αλλοιωμένη και τελικά κατεστραμμένη.

Γι’ αυτό και η επιτυχία του Villeneuve έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν ανέλαβε απλώς να μεταφέρει ένα αγαπημένο sci-fi μυθιστόρημα. Ανέλαβε ένα κινηματογραφικό πεδίο γεμάτο αποτυχημένες απόπειρες, ματαιωμένα οράματα και καλλιτεχνικά τραύματα. Και κατάφερε να το μετατρέψει σε μια σύγχρονη, συνεκτική και εμπορικά επιτυχημένη τριλογία.

Το Dune: Messiah δεν είναι, λοιπόν, απλώς το τρίτο μέρος μιας σειράς ταινιών. Είναι το κλείσιμο ενός κύκλου που ξεκίνησε πολύ πριν από τον Villeneuve. Ένας κύκλος που πέρασε από την αχαλίνωτη φαντασία του Jodorowsky, τη βιομηχανική πίεση του De Laurentiis, την πικρή εμπειρία του Lynch και έφτασε τελικά σε μια εκδοχή που μοιάζει να βρήκε τον σωστό χρόνο, τον σωστό δημιουργό και το σωστό κοινό.

Αν το φινάλε ανταποκριθεί στις προσδοκίες, ο Villeneuve δεν θα έχει απλώς ολοκληρώσει μια τριλογία. Θα έχει καταφέρει να δώσει στο Dune αυτό που ο κινηματογράφος προσπαθούσε να του δώσει εδώ και μισό αιώνα: μια μορφή αντάξια του μύθου του.

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.