Ο όρος "ηθοποιός χαρακτήρων" μπορεί να ακουστεί είτε ως έπαινος είτε ως υποτίμηση, ανάλογα με τον τρόπο που χρησιμοποιείται.
Στη μία περίπτωση, περιγράφει έναν ηθοποιό που εμφανίζεται σε πολλές ταινίες, αλλά δεν καταφέρνει ποτέ να φτάσει στο επίπεδο του μεγάλου σταρ.
Στην άλλη, αναφέρεται σε έναν ερμηνευτή που αλλάζει τόσο πολύ από ρόλο σε ρόλο, ώστε δεν μπορείς να τον συνδέσεις με μία μόνο εικόνα ή έναν συγκεκριμένο τύπο χαρακτήρα.
Ο Γκάρι Όλντμαν, όμως, δεν χωράει εύκολα σε καμία από αυτές τις δύο κατηγορίες.
Γκάρι Όλντμαν: Η ερμηνεία που άλλαξε τη ζωή του
Από τα πρώτα βήματα της καριέρας του, ο γεννημένος στο Λονδίνο ηθοποιός είχε την ικανότητα να χάνεται μέσα στους ρόλους του. Συχνά ήταν δύσκολο να τον αναγνωρίσεις, ακόμη κι όταν το όνομά του βρισκόταν πρώτο στην αφίσα της ταινίας. Την ίδια στιγμή, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι ένας πραγματικός κινηματογραφικός σταρ.
Λίγοι ηθοποιοί έχουν καταφέρει να ισορροπήσουν τόσο καλά ανάμεσα στη φήμη και στη μεταμόρφωση. Ο Όλντμαν δεν έχτισε την καριέρα του πάνω σε μια γνώριμη εικόνα, αλλά στην ικανότητά του να αλλάζει τελείως κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη.
Αυτό είναι και ένα από τα πιο ξεχωριστά στοιχεία του. Το κοινό συχνά γοητεύεται από το γεγονός ότι χρειάζεται λίγη ώρα για να καταλάβει πως πίσω από έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα βρίσκεται ο ίδιος άνθρωπος.
Από τον σκοτεινό Sid Vicious στο "Sid and Nancy" του 1986 μέχρι την ερμηνεία του ως Winston Churchill στο "Darkest Hour" του 2017, που του χάρισε το Όσκαρ, ο Όλντμαν έχει αποδείξει ότι δύσκολα μπορεί να περιοριστεί σε έναν μόνο τύπο ρόλου.

Τη μία στιγμή μπορεί να είναι ο τρομακτικός πράκτορας της δίωξης ναρκωτικών στο "Léon: The Professional" και την επόμενη ένας αφελής και συμπαθής χαρακτήρας στο "Rosencrantz & Guildenstern Are Dead".
Έχει υποδυθεί ανθρώπους αλλόκοτους, απρόβλεπτους, τραγικούς, σκοτεινούς και υπερβολικούς. Και, φυσικά, έχει υπάρξει και ο Sirius Black.
Ίσως ο πιο απλός τρόπος να περιγράψει κανείς τον Γκάρι Όλντμαν είναι να πει ότι δεν υπάρχει άλλος ηθοποιός ακριβώς σαν αυτόν.
Ακόμη και ένας τόσο ξεχωριστός καλλιτέχνης, όμως, χρειάστηκε κάποια στιγμή μια πρώτη έμπνευση. Στη δική του περίπτωση, αυτή δεν ήρθε μέσα από την οικογένεια ούτε από ένα παιδικό όνειρο.
Ο Όλντμαν μεγάλωσε σε μια δύσκολη περιοχή του Λονδίνου τη δεκαετία του 1960, με τη μητέρα του να τον μεγαλώνει μόνη της. Δεν είχε από μικρός επαφή με το θέατρο, ούτε υπήρχε κάποια οικογενειακή παράδοση στην υποκριτική.
Δεν ήταν επίσης ένα παιδί που αναζητούσε συνεχώς τρόπους να εκφράσει τη δημιουργικότητά του. Η απόφαση να γίνει ηθοποιός ήρθε ξαφνικά, χωρίς να την έχει σχεδιάσει.
Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, ήταν σαν μια αστραπή.
"Είδα τον Malcolm McDowell σε μια ταινία που λεγόταν "Raging Moon”", είχε δηλώσει σε συνέντευξή του το 2000. "Και αυτό ήταν. Ήταν μια στιγμή απόλυτης διαύγειας. Σκέφτηκα: "Αυτό είναι”. Ήταν σαν κεραυνός. Μετά αναρωτιέσαι αν υπάρχουν πράγματι συμπτώσεις ή αν κάποια πράγματα είναι προκαθορισμένα".

Το "Raging Moon" κυκλοφόρησε το 1971, όταν ο Όλντμαν ήταν ακόμη έφηβος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες προβλήθηκε με τον τίτλο "Long Ago, Tomorrow".
Η ταινία αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων με αναπηρία, τους οποίους υποδύονται ο Malcolm McDowell και η Nanette Newman. Οι δυο τους γνωρίζονται σε ένα ίδρυμα φροντίδας και σταδιακά ερωτεύονται.
Την εποχή εκείνη, ο McDowell είχε ήδη γίνει γνωστός μέσα από το "If…", μια αμφιλεγόμενη ταινία της αντικουλτούρας, στην οποία έπαιζε έναν μαθητή οικοτροφείου που εξεγείρεται απέναντι στο σύστημα.
Η ένταση της ερμηνείας του είχε τραβήξει την προσοχή του Stanley Kubrick, ο οποίος αργότερα τον επέλεξε για το "A Clockwork Orange". Παρ’ όλα αυτά, το "Raging Moon" κυκλοφόρησε νωρίτερα.
Η συγκεκριμένη ταινία έμεινε κάπως στη σκιά των πιο προκλητικών έργων του McDowell εκείνης της περιόδου. Παρ’ όλα αυτά, έδειξε μια πολύ διαφορετική πλευρά του ως ηθοποιού.
Ο ρόλος δεν απαιτούσε μόνο ένταση και επαναστατική ενέργεια. Χρειαζόταν ευαισθησία, έλεγχο και μεγάλη συναισθηματική ακρίβεια.
Ο McDowell υποδυόταν αρχικά έναν γοητευτικό και ανέμελο ποδοσφαιριστή. Στη συνέχεια, όμως, ο χαρακτήρας του προσβαλλόταν από μια ασθένεια που τον άφηνε μόνιμα σε αναπηρικό αμαξίδιο.
Η αλλαγή αυτή τον ανάγκαζε να περάσει από τον θυμό και την πικρία σε πιο ήρεμα και ευάλωτα συναισθήματα.
Έπρεπε να δείξει την οργή ενός ανθρώπου που χάνει ξαφνικά την προηγούμενη ζωή του, αλλά και την τρυφερότητα που γεννιέται μέσα από τη σχέση του με τον χαρακτήρα της Nanette Newman.
Η ερμηνεία του είχε ένταση, αλλά δεν βασιζόταν στην υπερβολή. Παρουσίαζε έναν άνθρωπο που αλλάζει βαθιά, καθώς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει μια εντελώς νέα πραγματικότητα.
Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε να επηρεάσει έναν 13χρονο που δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει ότι ήθελε τόσο πολύ να γίνει ηθοποιός.
Ο Όλντμαν δεν είδε απλώς έναν καλό ρόλο. Είδε έναν άνθρωπο να εξαφανίζεται μέσα σε έναν χαρακτήρα και να μεταφέρει στην οθόνη μια ολόκληρη διαδρομή συναισθημάτων.
Αυτό ήταν το στοιχείο που τον κέρδισε.

Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, μοιάζει απόλυτα ταιριαστό ότι η πορεία του Γκάρι Όλντμαν ξεκίνησε από μια ερμηνεία που βασιζόταν στη μεταμόρφωση.
Οι αρετές που θαύμασε τότε στον McDowell, το συναισθηματικό εύρος, η αφοσίωση και η ικανότητα να χάνεται κανείς μέσα σε έναν ρόλο, έγιναν αργότερα τα βασικά στοιχεία και της δικής του καριέρας.
Ο Όλντμαν πέρασε τις επόμενες δεκαετίες αποδεικνύοντας ότι μπορεί να γίνει σχεδόν οποιοσδήποτε μπροστά στην κάμερα.
Δεν βασίστηκε ποτέ αποκλειστικά στην εμφάνισή του, στη φωνή του ή σε έναν τύπο χαρακτήρα που γνώριζε ότι λειτουργεί.
Αντίθετα, επέλεξε να αλλάζει κάθε φορά. Να βρίσκει διαφορετικό τρόπο κίνησης, διαφορετική φωνή, διαφορετική ενέργεια και διαφορετικό ρυθμό για κάθε ρόλο.
Αυτός είναι και ο λόγος που η φιλμογραφία του παραμένει τόσο ιδιαίτερη.
Περισσότερα από πενήντα χρόνια μετά τη στιγμή που είδε το "Raging Moon", εκείνη η ξαφνική απόφαση συνεχίζει να φαίνεται μέσα σε κάθε μεγάλο ρόλο του.
Η αστραπή που τον έκανε να καταλάβει τι ήθελε να κάνει στη ζωή του δεν έμεινε απλώς μια δυνατή παιδική ανάμνηση.
Έγινε η αρχή μιας από τις πιο διαφορετικές και εντυπωσιακές καριέρες του σύγχρονου κινηματογράφου.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
