Ακούστε, ρε μ@λ@κες, τι έπαθα τις προάλλες.
Είχα πάει, που λέτε, σε ένα πάρτι και βρέθηκα σε έναν χώρο γεμάτο ανθρώπους που δεν είχα ξανασυναντήσει στη ζωή μου. Ξέρετε πώς είναι αυτά τα παρτάκια, όταν ξεκινάει το σουσού, η κοινωνικοποίηση και το μεροκάματο. Εκεί, λοιπόν, έπιασα κουβέντα με μια τύπισσα. Αφορμή ήταν ότι από τα ηχεία "έπεσε" το "Greek Lover" από τα Ημισκούμπρια.
Οι "Γυναικολογίες", το 2004, ήταν ο πρώτος δίσκος τους που έπεσε στα χέρια μου, όταν ήμουν πιτσιρικάς. Η τύπισσα, με αρκετό θράσος, μου λέει: "Καλά, τέτοια σε άφηναν να ακούς οι γονείς σου;".
Αφού ξεπέρασα την αρχική παρόρμηση να της απαντήσω "Άντερεκαιγ@μήσουμωρήξινέγκωναπούμε", άρχισα να σκέφτομαι κάτι πιο ενδιαφέρον: υπάρχουν πράγματι άνθρωποι που δεν αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικό συγκρότημα υπήρξαν τα Ημισκούμπρια για το ελληνικό χιπ χοπ;
Η δεύτερη επετειακή συναυλία τους στο Release Athens, στην Πλατεία Νερού, λίγες ημέρες αργότερα, έδωσε μερικές σημαντικές απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα. Περίπου 20.000 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους millennials, τραγουδούσαν στίχους από κομμάτια που είχαν μάθει πριν από 20 ή και 30 χρόνια.
Γιατί τα Ημισκούμπρια δεν ξεχάστηκαν ποτέ
Οι δύο επετειακές συναυλίες των Ημίζ δεν ήταν απλώς ένα μουσικό γεγονός. Έμοιαζαν περισσότερο με μια τεράστια μάζωξη ανθρώπων που μεγάλωσαν, βρήκαν δουλειές, πήραν δάνεια, απέκτησαν υποχρεώσεις, παιδιά, αυχενικά και άγχη, έγιναν ολόκληροι νταγλάραδες και, για δύο ώρες, επέστρεψαν στην εποχή που η μεγαλύτερη συμφορά της ζωής τους ήταν ένα απροειδοποίητο διαγώνισμα ή μια σχολική αποβολή.
Κανείς δεν βρέθηκε τυχαία εκεί. Όλοι, πάνω-κάτω, ήξεραν τους στίχους, τα skits και τις διάφορες αναφορές. Τα Ημισκούμπρια επέστρεψαν και διαπίστωσαν ότι οι περισσότεροι δεν τα θυμήθηκαν ξαφνικά τώρα. Βασικά, κανείς δεν τα είχε ξεχάσει.
Δεν είναι απλώς ένα παλιό ελληνικό χιπ χοπ συγκρότημα. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια παρέα με χιούμορ, καλή μουσική, αυτοσαρκασμό και ευφυΐα στον στίχο κατάφερε να βάλει το είδος στα σπίτια ανθρώπων που μέχρι τότε δεν είχαν ιδέα από αυτό.
Κάποιοι μπορεί να μην άκουγαν ποτέ ραπ, αν τους παρουσιαζόταν μόνο με σοβαροφανές ύφος, αγριάδα ή ως απλή μίμηση του αμερικανικού hip hop. Για πολλούς που μεγάλωσαν στα ’90s και τα ’00s, η επαφή τους με τα Ημισκούμπρια ήταν ταυτόχρονα και η πρώτη τους επαφή με το ελληνικό χιπ χοπ.
Δεν ήταν απλώς μια μετάφραση μιας ξένης κουλτούρας, αλλά κάτι εντελώς ντόπιο και γνώριμο: αθηναϊκό, καθημερινό, καφενειακό, τηλεοπτικό, σχολικό, οικογενειακό, γελοίο και σοβαρό ταυτόχρονα.
Το συγκρότημα αποτελείται από τον Δημήτρη Μεντζέλο, τον Μιθριδάτη και τον Πρύτανη. Οι περισσότερες αναφορές θέλουν τα Ημισκούμπρια να ξεκινούν στις αρχές των ’90s, κάνοντας τις πρώτες δοκιμές τους σε δικές τους κασέτες. Το 1996 πραγματοποίησαν το επίσημο ντεμπούτο τους με τον δίσκο "30 Χρόνια Επιτυχίες".
Η Ελλάδα εκείνης της εποχής δεν είχε καμία σχέση, μουσικά, με τη σημερινή. Υπήρχαν ήδη σχήματα με κοινωνικό, πολιτικό και underground χαρακτήρα, όπως οι Active Member, οι Terror X Crew, οι FF.C. και άλλοι. Το είδος υπήρχε, αλλά δεν είχε γίνει ακόμη αποδεκτό από το ευρύ κοινό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα Ημισκούμπρια έκαναν κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό. Δεν προσπάθησαν να δείξουν ότι είναι "σκληροί", underground ή "αυθεντικοί" με τον στερεοτυπικό τρόπο. Πήραν το ελληνικό ραπ, το έντυσαν με νεοελληνικό χιούμορ, βιτριολικές ατάκες, σάτιρα, λαϊκές αναφορές και μια γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο κόσμος όταν βρισκόταν με την παρέα του.
Τα Ημισκούμπρια κατάφεραν κάτι πολύ δύσκολο: να συνδυάσουν καλές παραγωγές με χιούμορ. Αυτό μπορεί φαινομενικά να ακούγεται εύκολο, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι καθόλου. Χρειάζεται δυνατή ατάκα, σωστό πάτημα πάνω στο beat, στίχος με χαρακτήρα και, ταυτόχρονα, η δυνατότητα να κάνεις relate με το κοινό.
Έβγαλαν το ραπ από ένα περιορισμένο ακροατήριο και το έκαναν πιο συλλογικό, χωρίς όμως να χάσουν το προσωπικό τους στιλ.
Για πολλούς θεωρούνται από τους founding fathers του ελληνικού χιπ χοπ, καθώς λογίζονται ως εκείνοι που το έκαναν μέρος της ελληνικής showbiz. Παράλληλα, νομιμοποίησαν μια διαφορετική αισθητική: το ραπ δεν χρειαζόταν να είναι αποκλειστικά battle, κοινωνικό ή πολιτικό. Μπορούσε να είναι αστείο, ειρωνικό και αυτοσαρκαστικό.
Δεν ήταν απλώς τρεις τύποι που έλεγαν αστεία. Έχτισαν δικούς τους χαρακτήρες και ένα ολόκληρο σύμπαν. Το όνομά τους, οι περσόνες, τα τραγούδια και οι ατάκες τους δημιουργούσαν την αίσθηση ότι παρακολουθούσες μουσικά μια παρέα και όχι απλώς ένα συγκρότημα.
Ακόμη και η λέξη "ημισκούμπρια" περιγράφει, ως όρος, τον άνθρωπο που ελίσσεται στις δύσκολες στιγμές σαν σκουμπρί, κάτι που ταίριαξε απόλυτα με το ύφος και τη συνολική τους ταυτότητα.
Η μουσική τους έχει ιστορική αξία, επειδή καταγράφει μια Ελλάδα που τότε άλλαζε με μεγάλη ταχύτητα. Η δεκαετία του 1990 στη χώρα ήταν η περίοδος της έκρηξης της ιδιωτικής τηλεόρασης, της νέας καταναλωτικής κουλτούρας, του κλάμπινγκ, των περιοδικών και των πρώτων χρόνων του ίντερνετ.
Τα Ημισκούμπρια απορρόφησαν όλο αυτό το υλικό —και ακόμη περισσότερο— και ράπαραν με αυτό. Δεν ήταν απολιτίκ. Η σάτιρα της καθημερινότητας είναι και αυτή πολιτική, απλώς λειτουργεί διαφορετικά: ξεγυμνώνει και σαρκάζει συνήθειες, συμπεριφορές και κοινωνικά στερεότυπα, χωρίς να χρειάζεται να σηκώνει πανό.
Είναι ένα από τα ελληνικά συγκροτήματα που μπορούν να λένε με υπερηφάνεια ότι έχουν περισσότερα από ένα διαχρονικά κομμάτια.
Για παράδειγμα, το "Ο Κύρης του Σπιτιού", το 1997, είναι ίσως ένα από τα πρώτα ελληνικά χιπ χοπ τραγούδια που μίλησαν τόσο ξεκάθαρα ενάντια στην πατριαρχία. Το "Μεθ στο Βολάν", από την άλλη, μας υπενθυμίζει σχεδόν 30 χρόνια μετά γιατί κάθε χρόνο θρηνούμε χιλιάδες θύματα στην άσφαλτο.
Γι’ αυτό θεωρούνται μεγάλο συγκρότημα. Όχι επειδή πρέπει ντε και καλά να τους ακούς ή να σου αρέσουν. Αλλά επειδή άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στο είδος και στην ελληνική μουσική και σύστησαν το χιπ χοπ σε ανθρώπους που μέχρι τότε δεν είχαν καμία επαφή μαζί του.
Γι’ αυτό και το γεγονός ότι κατάφεραν να κάνουν δύο back-to-back sold out συναυλίες στο Release Athens Festival λειτούργησε σαν μια μεγάλη συλλογική υπενθύμιση ότι όλοι, κάποτε, ανήκαμε στην ίδια αλλόκοτη παρέα.
Επαναλαμβάνουμε ακόμη τις ίδιες ατάκες και γελάμε με τα ίδια αστεία. Για λίγες ώρες, χιλιάδες άνθρωποι ξαναβρέθηκαν με ένα κομμάτι της χαμένης ανεμελιάς και της εφηβείας τους και αισθάνθηκαν ότι κάπως, κάπου και με κάποιον τρόπο εξακολουθούν να ανήκουν στην ίδια παρέα.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
