Digger: Η επιστροφή του Tom Cruise στην καθαρή υποκριτική - Μια κριτική του George Satsidis

Digger: Η επιστροφή του Tom Cruise στην καθαρή υποκριτική - Μια κριτική του George Satsidis

Η περιβαλλοντική σάτιρα του Alejandro G. Iñárritu είναι θορυβώδης, φιλόδοξη και άνιση. Ο Tom Cruise, όμως, θυμίζει ότι πίσω από τον τελευταίο μεγάλο action star κρύβεται ένας πραγματικά σπουδαίος ηθοποιός.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια, ο Τόμ Κρουζ τρέχει. Πηδά από αεροπλάνα, σκαρφαλώνει σε ουρανοξύστες, κρεμιέται από ελικόπτερα και διακινδυνεύει τη ζωή του για να κρατήσει ζωντανή τη μεγάλη κινηματογραφική εμπειρία. Στο Digger, επιτέλους, σταματά να τρέχει.

Και αρχίζει ξανά να παίζει.

Αυτή τη φορά, το ρίσκο δεν είναι κάποιο stunt. Είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας.

Με προσθετική κοιλιά, αραιά μαλλιά, γερασμένο πρόσωπο, καουμπόικες μπότες και βαριά τεξανή προφορά, ο Κρουζ υποδύεται τον Digger Rockwell, έναν μεγιστάνα του πετρελαίου που έχει μάθει να αντιμετωπίζει ολόκληρο τον πλανήτη σαν προσωπική του ιδιοκτησία. Δεν είναι ακριβώς άνθρωπος. Είναι ένα κινούμενο μνημείο αλαζονείας, απληστίας και αμερικανικού καπιταλισμού.

Όταν μια γεώτρηση της εταιρείας του στη Γροιλανδία προκαλεί ρήγμα στους πάγους, μια τεράστια μάζα αποκολλάται και κατευθύνεται προς τις ακτές της Νορβηγίας. Η καταστροφή είναι πλέον θέμα χρόνου. Ο Digger, όμως, δεν σκέφτεται πώς θα τη σταματήσει.

Digger: Η επιστροφή του Tom Cruise στην καθαρή υποκριτική - Μια κριτική του George Satsidis

Σκέφτεται πώς θα ελέγξει το αφήγημα.

Αν δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αθώος, θα παρουσιαστεί ως σωτήρας.

Αυτή είναι και η πιο δυνατή ιδέα του Digger. Ο Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου φτιάχνει μια μαύρη πολιτική κωμωδία για τους ισχυρούς άνδρες που προκαλούν μια κρίση και στη συνέχεια απαιτούν να τους εμπιστευτούμε για να μας σώσουν από αυτήν. Ο Digger δεν αρνείται τα γεγονότα. Τα παίρνει και τα ξαναγράφει. Ξέρει ότι στον σύγχρονο κόσμο η αλήθεια έχει συχνά μικρότερη σημασία από την ιστορία που τελικά θα επικρατήσει.

Η ταινία θέλει να γίνει το Dr. Strangelove της κλιματικής αλλαγής. Καταλήγει συχνά πιο κοντά στο Don’t Look Up, αλλά χωρίς την αφηγηματική του ευκολία.

Όλοι φωνάζουν.

Ο Τζον Γκούντμαν, στον ρόλο ενός ετοιμοθάνατου Αμερικανού προέδρου, παίζει σχεδόν μονίμως στο κόκκινο. Η Σάντρα Χίλερ εμφανίζεται ως η εξοργισμένη ετεροθαλής αδελφή του Digger, αλλά το σενάριο δεν της προσφέρει ουσιαστικό χώρο. Ο Μάικλ Στούλμπαργκ περνά σχεδόν απαρατήρητος. Ο Ριζ Άχμεντ, ως επιστήμονας Ganesh, είναι ο μοναδικός που μοιάζει να διατηρεί κάποια επαφή με την πραγματικότητα.

Κανείς τους δεν παίζει άσχημα. Το αντίθετο. Το καστ ακολουθεί τη σκηνοθετική γραμμή με απόλυτη συνέπεια.

Απλώς ο Ινιάριτου τους ζητά περισσότερο να ενσαρκώσουν σύμβολα παρά ανθρώπους.

Το βασικό πρόβλημα του Digger είναι ότι ξεκινά ήδη από το δέκα και δεν έχει πού να ανέβει. Η σάτιρα είναι εξαρχής τόσο επιθετική, ώστε δεν προλαβαίνει ποτέ πραγματικά να χτίσει ρυθμό. Τα πάντα είναι διογκωμένα: οι φωνές, οι χειρονομίες, τα σκηνικά, η μουσική, η πολιτική αλληγορία.

Η ταινία δεν εμπιστεύεται ποτέ απόλυτα τον θεατή. Υπογραμμίζει κάθε ιδέα, την επαναλαμβάνει και ύστερα την υπογραμμίζει ξανά.

Περίπου στο πρώτο τρίτο, ο Ινιάριτου τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια μας και αποκαλύπτει ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης. Δεν χρειάζεται να αποκαλύψουμε εδώ τι ακριβώς συμβαίνει. Αρκεί να πούμε ότι εξηγεί γιατί όσα παρακολουθούμε μέχρι εκείνη τη στιγμή μοιάζουν τόσο τεχνητά, υπερβολικά και θεατρικά.

Μόνο που η εξήγηση δεν λύνει το πρόβλημα.

Το μεγαλώνει.

Η ανατροπή μετατρέπει το Digger από περιβαλλοντική σάτιρα σε σχόλιο πάνω στην ίδια τη σάτιρα: μπορεί μια ταινία, ένα θεατρικό έργο ή οποιαδήποτε μορφή τέχνης να προκαλέσει πραγματική αλλαγή; Ή απλώς μετατρέπουμε την καταστροφή σε θέαμα, αισθανόμαστε για δύο ώρες πολιτικά ευαισθητοποιημένοι και επιστρέφουμε αμέσως μετά στις ίδιες συνήθειες;

Digger: Η επιστροφή του Tom Cruise στην καθαρή υποκριτική - Μια κριτική του George Satsidis

Η ερώτηση έχει ενδιαφέρον.

Η δραματουργία όχι πάντα.

Από τη στιγμή που η ταινία αποκαλύπτει τον μηχανισμό της, η ίδια η καταστροφή χάνει μέρος του βάρους της. Ο θεατής καλείται πλέον να ενδιαφερθεί ταυτόχρονα για την οικολογική κρίση, για τους ανθρώπους που την αναπαριστούν και για την αδυναμία της τέχνης να την αντιμετωπίσει.

Ο Ινιάριτου ανοίγει τρεις διαφορετικές ταινίες, αλλά δεν ολοκληρώνει πλήρως καμία.

Γι’ αυτό και το σενάριο προκαλεί συχνά σύγχυση. Δεν υπάρχει κάποια μυστική απάντηση που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί. Η βασική ιδέα είναι σαφής: ο κόσμος έχει μετατραπεί σε παράσταση, οι πολιτικοί και οι δισεκατομμυριούχοι παίζουν ρόλους και η πραγματικότητα κινείται γρηγορότερα από τη φαντασία.

Το πρόβλημα είναι ότι και το ίδιο το Digger χάνεται μέσα στην κατασκευή του.

Και τότε έρχεται ο Τόμ Κρουζ.

Ο Κρουζ αντιμετωπίζει τον ρόλο όπως αντιμετωπίζει ένα επικίνδυνο stunt: με απόλυτη σωματική και τεχνική αφοσίωση. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο περπατά, στέκεται, αναπνέει και χρησιμοποιεί τα χέρια του. Χτίζει έναν άνθρωπο που έχει γεράσει πιστεύοντας ότι η δύναμη μπορεί να ακυρώσει κάθε συνέπεια.

Η ερμηνεία είναι θορυβώδης και εξωτερική, επειδή έτσι είναι και ο Digger. Κάτω από την καρικατούρα, όμως, υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό: ο φόβος ενός άνδρα που συνειδητοποιεί ότι η πραγματικότητα δεν υπακούει πλέον στις εντολές του.

Στη μεγάλη ομιλία του μπροστά σε ένα εσκεμμένα γελοιοποιημένο διεθνές κοινοβούλιο, ο Digger επιτίθεται σε όσους καταδικάζουν τη βιομηχανία πετρελαίου, αλλά εξακολουθούν να απαιτούν όλα όσα αυτή τροφοδοτεί.

Είναι μια τεράστια, επικίνδυνη σκηνή, γραμμένη σχεδόν σαν πολιτικό μανιφέστο. Στα χέρια άλλου ηθοποιού θα μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε μια κουραστική διάλεξη.

Ο Κρουζ τη μετατρέπει σε σωματική παράσταση.

Digger: Η επιστροφή του Tom Cruise στην καθαρή υποκριτική - Μια κριτική του George Satsidis

Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, τον βλέπουμε να αφήνει στην άκρη τον κινηματογραφικό ήρωα Tom Cruise. Δεν προσπαθεί να είναι γοητευτικός, νέος ή αήττητος. Δέχεται να γίνει γελοίος, αποκρουστικός και, κάποια στιγμή, ευάλωτος.

Και όταν η ιστορία περνά στο δεύτερο επίπεδό της, χαμηλώνει απότομα τους τόνους και αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία. Εκεί αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ακριβής είναι πραγματικά η δουλειά του.

Το τεχνικό επίπεδο της ταινίας παραμένει εντυπωσιακό. Η φωτογραφία του Εμανουέλ Λουμπέζκι, γυρισμένη σε VistaVision, χρησιμοποιεί παραμορφωτικούς φακούς και ακραίες γωνίες για να κάνει τα πρόσωπα να μοιάζουν σχεδόν τερατώδη. Η κάμερα βρίσκεται διαρκώς υπερβολικά κοντά, σαν να μην υπάρχει αρκετός αέρας μέσα στο κάδρο.

Τα σκηνικά των Ντένις Γκάσνερ και Ρίτσαρντ Τζόνσον έχουν τη χλιδή ενός εφιάλτη, ενώ η μουσική του Κόσμο Σέλντρεϊκ δεν επιτρέπει σχεδόν ποτέ στην ταινία να ησυχάσει.

Υπάρχουν εικόνες που μένουν.

Υπάρχουν όμως και πολλές στιγμές στις οποίες αισθάνεσαι ότι ο Ινιάριτου θαυμάζει λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε τον ίδιο του τον μηχανισμό.

Η χαμηλή βαθμολογία της ταινίας στο Rotten Tomatoes, λίγο πάνω από το 50% τη στιγμή που γράφεται αυτή η κριτική, δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη. Το Digger μοιάζει κατασκευασμένο για να διχάσει.

Κάποιοι θα δουν μια γενναία studio παραγωγή που μιλά χωρίς περιστροφές για την κλιματική κατάρρευση και την πολιτική υποκρισία. Άλλοι θα δουν ένα ακριβό και φλύαρο χάος που μπερδεύει την υπερβολή με τη διορατικότητα.

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα.

Το Digger είναι μια μεγάλη, παράξενη και συχνά εξαντλητική ταινία. Δεν είναι, όμως, ποτέ αδιάφορη. Η φιλοδοξία της είναι πραγματική, όπως πραγματική είναι και η απόγνωση που κρύβεται πίσω από την κωμωδία της.

Απλώς ο Ινιάριτου σκάβει τόσο βαθιά μέσα στις ίδιες του τις ιδέες, ώστε κάποια στιγμή δυσκολεύεται να βρει τον δρόμο προς την επιφάνεια.

Ο Τόμ Κρουζ τον βρίσκει.

Και τελικά, όταν πέσουν οι τίτλοι, ίσως να μη θυμάσαι με απόλυτη σαφήνεια τι ακριβώς ήθελε να σου πει το Digger.

Θυμάσαι όμως τον Κρουζ.

Σε μία από τις πιο παράτολμες, απελευθερωμένες και ολοκληρωμένες ερμηνείες της καριέρας του.