Το Slow Horses κατάφερε να κάνει ξανά ελκυστικό ένα είδος κατασκοπείας που δεν βασίζεται σε Aston Martin, gadgets και ανθρώπους που ξυπνούν κάθε πρωί με τέλεια αντανακλαστικά. Η γοητεία του βρίσκεται αλλού: στην κούραση, στη γραφειοκρατία, στις κακές αποφάσεις και σε πράκτορες που μοιάζουν περισσότερο με ανθρώπους που προσπαθούν να φτάσουν στο τέλος μιας πολύ κακής εβδομάδας παρά με ήρωες που σώζουν τον κόσμο.
Spooks: Η σειρά που προηγήθηκε του Slow Horses
Αν αυτό είναι το κομμάτι του spy drama που σε τραβά περισσότερο, υπάρχει μια βρετανική σειρά που είχε καταλάβει πολλά από τα ίδια πράγματα αρκετά χρόνια νωρίτερα. Το Spooks του BBC, γνωστό στις ΗΠΑ ως MI-5, προβλήθηκε από το 2002 μέχρι το 2011 και ολοκληρώθηκε έπειτα από δέκα σεζόν και 86 επεισόδια. Και το γεγονός ότι έχει τελειώσει είναι σήμερα μικρό πλεονέκτημα: ξέρεις ότι αν μπεις, υπάρχει ολόκληρη διαδρομή μπροστά σου και όχι άλλη μία σειρά που περιμένει ανανέωση.
Το Spooks δεν προσπαθούσε να κάνει την κατασκοπεία glamorous
Το βασικό του περιβάλλον είναι η MI5 και μια ομάδα πρακτόρων που χειρίζεται τρομοκρατικές απειλές, ξένες υπηρεσίες, εσωτερικές διαρροές και πολιτικές κρίσεις που πολλές φορές είναι χειρότερες από τον ίδιο τον εχθρό. Η σειρά έχει μεγαλύτερα arcs και επαναλαμβανόμενες ιστορίες, αλλά δεν ζητά από τον θεατή να απομνημονεύσει δεκαπέντε επίπεδα συνωμοσίας για να καταλάβει τι συμβαίνει.
Συνήθως υπάρχει μια σαφής απειλή, ένα συγκεκριμένο operational problem και μια ομάδα που προσπαθεί να το λύσει πριν τα πράγματα ξεφύγουν. Αυτή η δομή κάνει το Spooks πολύ εύκολο στην παρακολούθηση, χωρίς να το κάνει ρηχό. Ένα επεισόδιο μπορεί να λειτουργήσει μόνο του, αλλά σχεδόν πάντα αφήνει αρκετή ένταση ώστε να σε στείλει κατευθείαν στο επόμενο.
Το καλό είναι ότι η σειρά δεν αντιμετωπίζει τη διαδικασία σαν background. Η παρακολούθηση, η συλλογή πληροφοριών, οι λάθος εκτιμήσεις και η αδυναμία να γνωρίζεις αν κάποιος λέει αλήθεια είναι μέρος της ίδιας της δράσης.
Το μεγάλο της όπλο ήταν ότι οι πρωταγωνιστές μπορούσαν να σκοτωθούν
Σήμερα έχουμε συνηθίσει σειρές που σκοτώνουν σημαντικούς χαρακτήρες και το χρησιμοποιούν σαν shock value. Το Spooks το έκανε πολύ νωρίτερα και, κυρίως, το έκανε με τρόπο που άλλαζε πραγματικά την αίσθηση κινδύνου.
Ήδη από το δεύτερο επεισόδιο της πρώτης σεζόν, ένας βασικός χαρακτήρας πεθαίνει σε μια από τις πιο σκληρές σκηνές που είχε δείξει τότε η βρετανική τηλεόραση, με μια φριτέζα να γίνεται όργανο βασανισμού. Η σκηνή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αλλά πέτυχε κάτι πολύ σημαντικό για τη σειρά: έκοψε πολύ νωρίς τη βεβαιότητα ότι "ο πρωταγωνιστής θα τη βγάλει καθαρή".
Από εκεί και πέρα, κάθε αποστολή είχε λίγο διαφορετικό βάρος. Χαρακτήρες πέθαιναν, εξαφανίζονταν, αποχωρούσαν ή έβγαιναν από τη δουλειά με τη ζωή τους διαλυμένη. Και όταν μια σειρά σου έχει αποδείξει ότι εννοεί τις συνέπειες, δεν χρειάζεται να φωνάζει συνέχεια για να δημιουργήσει ένταση.
Το Spooks ήταν καλύτερο όταν έδειχνε το κόστος της δουλειάς
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σειράς δεν ήταν ποτέ το αν θα αποτραπεί μια τρομοκρατική επίθεση. Ήταν το τι μένει πάνω στους ανθρώπους που προσπαθούν να την αποτρέψουν.
Οι χαρακτήρες ζουν με ψεύτικες ταυτότητες, λένε ψέματα σε οικογένειες και συντρόφους και συχνά καλούνται να πάρουν αποφάσεις μέσα σε δευτερόλεπτα χωρίς να έχουν αρκετές πληροφορίες. Το Spooks είχε την εξυπνάδα να μην παρουσιάζει αυτές τις αποφάσεις σαν παιχνίδι στρατηγικής στο οποίο πάντα υπάρχει σωστή απάντηση.
Μερικές φορές η αποστολή πετυχαίνει και ο άνθρωπος που την έφερε εις πέρας βγαίνει χειρότερος. Μερικές φορές ο κίνδυνος αποτρέπεται, αλλά κάποιος έχει προδώσει έναν άνθρωπο, μια σχέση ή το ίδιο του το ηθικό όριο για να φτάσει εκεί.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η σειρά γερνά καλύτερα απ' όσο θα περίμενε κανείς.
Ο Χάρι Πιρς ήταν ο άξονας γύρω από τον οποίο μπορούσε να αλλάζει όλο το cast
Για μια σειρά που έχασε τόσους χαρακτήρες μέσα στα χρόνια, το Spooks θα μπορούσε εύκολα να διαλυθεί από τις αλλαγές. Αντίθετα, τις ενσωμάτωσε σχεδόν στο DNA του.
Ο Πίτερ Φερθ ως Harry Pearce παραμένει το σταθερό κέντρο. Δεν είναι ο χαρισματικός αρχηγός που μπαίνει στο δωμάτιο και όλοι χειροκροτούν. Είναι ψυχρός, σαρκαστικός, βαθιά πιστός στην υπηρεσία και συχνά πρόθυμος να πάρει αποφάσεις που γίνονται όλο και πιο δύσκολο να δικαιολογηθούν όσο περνούν οι σεζόν.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το cast μπορούσε να ανανεώνεται χωρίς να χάνεται η ταυτότητα της σειράς. Γύρω του πέρασαν ο Μάθιου Μακφάντιεν, η Κίλι Χος, ο Ντέιβιντ Ογιελόουο, ο Ρίτσαρντ Άρμιτατζ και η Νίκολα Γουόκερ, μεταξύ πολλών άλλων. Κάθε νέα άφιξη δεν προσπαθούσε απλώς να αντικαταστήσει αυτόν που έφυγε· άλλαζε και τη χημεία της ομάδας.
Και αυτή είναι πιο έξυπνη τηλεοπτική επιλογή από όσο ακούγεται. Οι σειρές με μεγάλη διάρκεια πεθαίνουν συχνά επειδή προσπαθούν να αναπαράγουν την ίδια δυναμική με καινούργια πρόσωπα. Το Spooks δεχόταν ότι κάθε απώλεια αλλάζει το δωμάτιο.
Η τεχνολογία έχει γεράσει. Η παράνοια όχι
Ναι, αν ξεκινήσεις σήμερα το Spooks, θα γελάσεις λίγο με ορισμένα laptops, κινητά και interfaces που κάποτε υποτίθεται ότι έμοιαζαν υπερσύγχρονα. Τα flip phones και τα CGI της εποχής δεν προσπαθούν καν να κρύψουν ότι η σειρά γεννήθηκε στις αρχές των 2000s.
Παράξενα, αυτό λειτουργεί υπέρ της.
Το Spooks είναι βαθιά συνδεδεμένο με τη μετα-11ης Σεπτεμβρίου εποχή, όταν οι δυτικές κοινωνίες συζητούσαν συνεχώς για τρομοκρατία, παρακολούθηση, κρατικές εξουσίες και για το πόση ελευθερία μπορείς να παραδώσεις στο όνομα της ασφάλειας. Βλέποντάς το σήμερα, δεν παρακολουθείς μόνο ένα spy thriller. Παρακολουθείς και μια τηλεοπτική καταγραφή του πώς εκείνη η δεκαετία φανταζόταν τον φόβο.
Αυτό του δίνει μια ιστορική υφή που οι νεότερες σειρές δεν μπορούν ακόμη να έχουν.
Δεν χρειαζόταν gadgets επειδή καταλάβαινε πού βρίσκεται πραγματικά η ένταση
Το Spooks δεν είναι σειρά που μένει ζωντανή επειδή είχε ωραία τεχνολογία. Μένει ζωντανή επειδή η πραγματική της ένταση βρίσκεται στις σχέσεις, στις προδοσίες και στις λάθος εκτιμήσεις.
Ποιος λέει ψέματα; Ποιος έχει ήδη αλλάξει πλευρά; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας πράκτορας πριν γίνει ο ίδιος ακριβώς το είδος ανθρώπου που υποτίθεται ότι κυνηγά; Αυτές είναι ερωτήσεις που δεν γερνούν μαζί με τα κινητά των χαρακτήρων.
Και είναι επίσης ο λόγος που υπάρχει συγγένεια με το Slow Horses. Όχι επειδή οι δύο σειρές έχουν ίδιο χιούμορ ή ίδια αισθητική — δεν έχουν. Αλλά επειδή και οι δύο καταλαβαίνουν ότι οι μυστικές υπηρεσίες γίνονται πιο ενδιαφέρουσες όταν τις δεις σαν οργανισμούς γεμάτους εγωισμό, πολιτικές πιέσεις, λάθη και ανθρώπους που δεν ελέγχουν ποτέ πλήρως την κατάσταση.
Το Spooks ήταν προϊόν της εποχής του, αλλά δεν έμεινε φυλακισμένο σε αυτή
Είναι εύκολο να βλέπεις σήμερα μια σειρά του 2002 και να ψάχνεις όλα όσα φαίνονται παλιά. Το πιο ενδιαφέρον είναι να δεις πόσα πράγματα είχε καταλάβει σωστά.
Η σχέση ασφάλειας και προσωπικών ελευθεριών, η πολιτική εργαλειοποίηση των υπηρεσιών πληροφοριών, η πίεση για αποτελέσματα ακόμη και όταν τα στοιχεία είναι ασαφή και η ιδέα ότι μια υπηρεσία μπορεί να κάνει ηθικά αμφίβολα πράγματα επειδή πιστεύει ότι "ξέρει καλύτερα" δεν είναι προβλήματα που εξαφανίστηκαν μαζί με τα Nokia.
Σε αρκετές στιγμές, το Spooks είναι πιο ενδιαφέρον σήμερα ακριβώς επειδή γνωρίζουμε πώς εξελίχθηκαν πολλές από αυτές τις δημόσιες συζητήσεις.
Και μετά υπάρχει το γεγονός ότι έχει πραγματικό τέλος
Δέκα σεζόν είναι μεγάλη δέσμευση, αλλά τουλάχιστον ξέρεις τι αγοράζεις. Η σειρά ολοκληρώνεται το 2011 και, αν μετά από 86 επεισόδια δεν έχεις ακόμη χορτάσει τον Harry Pearce και την MI5, υπάρχει η ταινία Spooks: The Greater Good του 2015, με τον Κιτ Χάρινγκτον δίπλα στον Πίτερ Φερθ.
Δεν είναι υποχρεωτικό epilogue ούτε κάτι που χρειάζεται για να αισθανθείς ότι η σειρά έκλεισε σωστά. Περισσότερο λειτουργεί σαν επιστροφή στον ίδιο κόσμο για όσους δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να τον αφήσουν.
Και αυτό, σε μια εποχή όπου οι σειρές ακυρώνονται στη δεύτερη σεζόν επειδή ένας αλγόριθμος αποφάσισε ότι δεν έκαναν αρκετούς νέους subscribers, έχει αποκτήσει δική του αξία.
Το Slow Horses είναι πιο αστείο. Το Spooks είναι πιο νευρικό
Δεν έχει νόημα να παρουσιάσουμε το Spooks σαν χαμένη εκδοχή του Slow Horses. Η σειρά του Apple TV+ έχει πολύ πιο συγκεκριμένο σαρκασμό, πιο έντονη συγγραφική φωνή και έναν Γκάρι Όλντμαν που μετατρέπει την αηδία για τους πάντες γύρω του σε ολόκληρη performance.
Το Spooks είναι διαφορετικό ζώο. Είναι πιο αγχωμένο, πιο άμεσο, πιο κοντά στον τηλεοπτικό ρυθμό των 2000s και περισσότερο ερωτευμένο με την ιδέα ότι το επόμενο τηλεφώνημα μπορεί πραγματικά να καταστρέψει τη ζωή κάποιου.
Αλλά υπάρχει η ίδια βασική καχυποψία απέναντι στον ρομαντισμό της κατασκοπείας. Οι πράκτορες δεν είναι υπεράνθρωποι. Είναι υπάλληλοι ενός πολύ επικίνδυνου μηχανισμού και, αρκετές φορές, ο μηχανισμός είναι εξίσου επικίνδυνος με τους ανθρώπους που προσπαθεί να σταματήσει.
Γιατί αξίζει ακόμη ένα binge
Το Spooks έχει τη στόφα εκείνων των σειρών που δεν είναι τέλειες αλλά ξέρουν ακριβώς τι θέλουν να είναι. Έχει επεισόδια που έχουν γεράσει, twists που σήμερα θα καταλάβεις νωρίτερα και στιγμές όπου η αισθητική του BBC των αρχών του αιώνα είναι αδύνατο να κρυφτεί.
Έχει όμως ρυθμό, νεύρο, πολύ καλό βρετανικό cast και —κυρίως— πραγματικές συνέπειες. Δεν υπόσχεται ότι κάθε χαρακτήρας θα πάρει redemption arc, δεν προστατεύει τους πρωταγωνιστές του και δεν πιστεύει ότι η κατασκοπεία είναι επάγγελμα από το οποίο βγαίνεις καθαρός αν είσαι αρκετά καλός.
Αν λοιπόν αυτό που αγαπάς στο Slow Horses είναι η ιδέα ότι οι μυστικές υπηρεσίες είναι πιο ενδιαφέρουσες όταν σταματάμε να τις βλέπουμε σαν playground του Τζέιμς Μποντ, το Spooks είναι από τις πιο λογικές σειρές για να ανοίξεις μετά.
Απλώς υπάρχει ένας κανόνας που καλό είναι να μάθεις από νωρίς: μην αγαπήσεις υπερβολικά κανέναν. Το Spooks είχε καταλάβει πολύ πριν γίνει τηλεοπτική μόδα ότι το όνομα ενός ηθοποιού στους τίτλους αρχής δεν αποτελεί συμβόλαιο επιβίωσης.
