Κάποτε, ο gamer μετά τα 30 θύμιζε τον τύπο που πηγαίνει σε παιδικό πάρτι χωρίς να συνοδεύει παιδί. Έπρεπε σχεδόν να απολογηθείς. Να εξηγήσεις ότι, ναι, έχεις κανονική δουλειά, πληρώνεις λογαριασμούς και γνωρίζεις πότε λήγει η ασφάλεια του αυτοκινήτου σου. Απλώς, το βράδυ θέλεις να παίξεις δύο ώρες στο PlayStation ή στον υπολογιστή. Σήμερα, η απολογία αυτή μοιάζει περιττή. Το gaming δεν παραπέμπει σε ένα δωμάτιο γεμάτο εφήβους, αλλά σε ένα από τα μεγαλύτερα κομμάτια της σύγχρονης ψυχαγωγίας, του οποίου το κοινό, μάλιστα, έχει μεγαλώσει μαζί του.

Οι αριθμοί έρχονται προς επίρρωση της παραπάνω διαπίστωσης. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Video Games Europe, το 54% των Ευρωπαίων ηλικίας 6 έως 64 ετών παίζει video games, το 75% των παικτών είναι ενήλικοι και η μέση ηλικία τους είναι τα 31 χρόνια. Στις ΗΠΑ, η Entertainment Software Association υπολογίζει τον μέσο gamer στα 36, με 6 στους 10 ενηλίκους να παίζουν κάθε εβδομάδα. Ακόμη και μετά τα 50, η εικόνα δείχνει αρκετά "ζωηρή", με έρευνα της AARP (της αμερικανικής οργάνωσης που ασχολείται με τα ζητήματα των ανθρώπων άνω των 50 ετών) να παρουσιάζει ότι το 45% των Αμερικανών αυτής της ηλικιακής ομάδας παίζει τουλάχιστον μία φορά τον μήνα.
Η εικόνα αυτή δεν διαμορφώθηκε έτσι επειδή οι ενήλικοι ανακάλυψαν ξαφνικά τα παιχνίδια. Συνέβη επειδή οι παίκτες δεν σταμάτησαν να μεγαλώνουν. Το παιδί που "έλιωνε" έναν δίσκο demo στο πρώτο PlayStation είναι σήμερα 40άρης. Ο φοιτητής που έδινε μάχες στα internet cafes με Counter-Strike έχει πλέον πρωινό meeting. Και εκείνος που έχτιζε ενδεκάδες στο Championship Manager μπορεί τώρα να συζητά για μεταγραφές με το δικό του παιδί. Το gaming δεν εισέβαλε ξαφνικά στη ζωή τους. Bρισκόταν ήδη εκεί, όπως η μουσική, το ποδόσφαιρο ή οι ταινίες. Παράλληλα, οι ίδιες οι συσκευές "έριξαν τα σύνορα". Το κινητό έκανε τον παίκτη πανταχού παρόντα, οι φορητές κονσόλες χώρεσαν το gaming σε μία διαδρομή, ενώ οι ψηφιακές αγορές και τα remasters έφεραν παλιές αγάπες δίπλα στις νέες κυκλοφορίες, χωρίς πια να χρειάζεται η επίσκεψη στο κατάστημα.
Για το ελληνικό κοινό, αυτή η διαδρομή έχει πολύ συγκεκριμένες εικόνες. Το PlayStation κάτω από την τηλεόραση, το Pro Evolution Soccer με παρέα στον καναπέ, οι ατελείωτες ώρες στο Football Manager, το GTA: San Andreas και τα LAN στα οποία κάθε ήττα στο Counter-Strike συνοδευόταν από μια εντελώς αβάσιμη δικαιολογία. Αυτές οι αναμνήσεις δεν είναι απλώς νοσταλγία για τις παλιές καλές εποχές. Είναι η απόδειξη ότι μια ολόκληρη γενιά έμαθε να αντιμετωπίζει το παιχνίδι ως σταθερή πολιτισμική συνήθεια και όχι σαν φάση που τελειώνει μαζί με το σχολείο.

Βέβαια, αν κάτι αλλάζει μετά τα 30, είναι σίγουρα ο τρόπος που παίζεις. Στα 16, το βασικό σου εμπόδιο ήταν αν θα σου έδιναν οι γονείς την τηλεόραση. Στα 35, το πραγματικό boss fight είναι να βρεις ενενήντα λεπτά χωρίς email, δουλειές του σπιτιού, οικογενειακές υποχρεώσεις ή εκείνη την εσωτερική φωνή που υπενθυμίζει ότι αύριο ξυπνάς νωρίς. Ο χρόνος γίνεται ακριβότερος και, μαζί του, γίνεται αυστηρότερο το γούστο. Ένας ενήλικος gamer μπορεί να αγοράζει περισσότερα παιχνίδια από όσα προλαβαίνει να ολοκληρώσει, αλλά σπάνια έχει διάθεση να χαρίσει είκοσι ώρες σε κάτι που δεν τον κέρδισε από την αρχή.
Γι’ αυτό και το gaming μετά τα 30 είναι συχνά πιο επιλεκτικό. Άλλος θέλει μια μεγάλη ιστορία για να χαθεί μέσα της, άλλος ένα γρήγορο ματς πριν κοιμηθεί και άλλος επιστρέφει σε έναν γνώριμο τίτλο, όπως αντίστοιχα επιστρέφει σε μια κλασική, αγαπημένη ταινία. Η αξία δεν μετριέται πια μόνο σε γραφικά, trophies ή βαθμό δυσκολίας. Μετριέται και στο κατά πόσο ένα παιχνίδι σέβεται τον χρόνο σου. Το pause, τα ξεκάθαρα checkpoints και μια ολοκληρωμένη εμπειρία χωρίς καθημερινές "υποχρεώσεις" μπορούν να γίνουν μεγαλύτερη πολυτέλεια από οποιοδήποτε εντυπωσιακό trailer.
Κάτι ακόμη που δεν πρέπει να παραλειφθεί: το παιχνίδι προσφέρει έναν καθαρό χώρο αποσυμπίεσης. Δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε κάθε χόμπι ως "παραγωγικό" για να το δικαιολογήσουμε. Μερικές φορές αρκεί η χαρά μιας αποστολής που ολοκληρώθηκε, ενός γκολ στο τελευταίο λεπτό ή μιας πόλης που επιτέλους λειτουργεί όπως την είχες σχεδιάσει. Για άλλους, το gaming είναι τρόπος να μείνουν σε επαφή με φίλους που ζουν αλλού. Για γονείς, μπορεί να γίνει κοινή γλώσσα με τα παιδιά τους. Και για αρκετούς, είναι ίσως η τελευταία δραστηριότητα μέσα στην ημέρα κατά την οποία επιτρέπεται να παίξουν χωρίς να πρέπει να αποδείξουν κάτι.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι κάθε ώρα μπροστά σε μια οθόνη είναι αυτομάτως ποιοτικός χρόνος. Τα ατελείωτα online seasons, τα battle passes και οι μηχανισμοί που ζητούν διαρκή παρουσία μπορούν εύκολα να μετατρέψουν τη διασκέδαση σε δεύτερη βάρδια. Η ωριμότητα στο gaming δεν φαίνεται από το πόσο δύσκολο είναι το παιχνίδι που διάλεξες, αλλά από το αν ξέρεις πότε να κλείσεις την κονσόλα. Το "άλλο ένα ματς" στις δύο το πρωί δεν γίνεται σοφότερη επιλογή μόνο και μόνο επειδή ζεις πλέον αυτόνομα.
Ποια παιχνίδια, λοιπόν, αντέχουν πραγματικά στον χρόνο και μπορούν να ενώσουν ηλικίες; Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο μυαλό όλων βρίσκεται στο ποδόσφαιρο. Τα ονόματα άλλαξαν, καθώς από FIFA και Pro Evolution Soccer πήγαμε σε EA Sports FC και eFootball αντίστοιχα, όμως η τελετουργία παραμένει η ίδια. Δύο χειριστήρια, ένας καναπές και μια φιλία που δοκιμάζεται από ένα γκολ στο 90ό λεπτό. Δεν χρειάζεται να ακολουθείς κάθε ετήσια έκδοση για να αναγνωρίσεις τη διαχρονικότητα. Αρκεί το "πάμε μια ρεβάνς", που σπάνια σημαίνει μόνο μία.
Δίπλα τους, το Football Manager φαίνεται ακόμη καταλληλότερο μετά τα 30. Δεν βασίζεται στα αντανακλαστικά, αλλά στην υπομονή, στη στρατηγική και στην παράλογη βεβαιότητα ότι εσύ θα αξιοποιούσες καλύτερα το μεταγραφικό μπάτζετ μιας πραγματικής ομάδας. Το Counter-Strike διατηρεί τη θέση του χάρη στη σαφήνεια της ιδέας του: εύκολο να καταλάβεις τι πρέπει να κάνεις, εξαιρετικά δύσκολο να το κάνεις πραγματικά καλά. Το Age of Empires και το Civilization προσφέρουν μια διαφορετική αντοχή, αφού καμία παρτίδα δεν εξελίσσεται όπως η προηγούμενη. Και το Grand Theft Auto, ειδικά για όσους γνώρισαν το San Andreas, παραμένει συνώνυμο της ελευθερίας, της σάτιρας και ενός ψηφιακού κόσμου όπου πάντα υπάρχει κάτι απρόβλεπτο.
Έπειτα υπάρχουν επιλογές που ξεπερνούν τα δικά μας βιώματα και λειτουργούν ως κοινή γλώσσα του μέσου. Το Super Mario γίνεται κατανοητό από ένα παιδί μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ ο έμπειρος παίκτης αναγνωρίζει την ακρίβεια πίσω από κάθε άλμα. Το The Legend of Zelda κρατά ζωντανή εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι ο κόσμος μπροστά σου υπάρχει για να τον ανακαλύψεις. Το Minecraft έχει ήδη γίνει το ψηφιακό κομμάτι των LEGO, ένας χώρος όπου διαφορετικές γενιές μπορούν να δημιουργήσουν μαζί. Δεν έχουν όλα αυτά τα παιχνίδια την ίδια ιστορία, μοιράζονται όμως έναν ισχυρό πυρήνα που λειτουργεί ακόμη και όταν περάσει ο αρχικός ενθουσιασμός. Και αυτός ο πυρήνας περιλαμβάνει καθαρούς κανόνες, ελευθερία, ανταγωνισμό, φαντασία και μια ιστορία στην οποία αξίζει να επιστρέψεις. Γι’ αυτό επιβιώνουν ακόμη και όταν αλλάζουν οι κονσόλες, οι οθόνες και τα επιχειρηματικά μοντέλα. Το μέσο εξελίσσεται, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να παίξει δεν χρειάζεται αναβάθμιση.
Ίσως, τελικά, το πιο ώριμο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας gamer μετά τα 30 είναι να σταματήσει να ντρέπεται που είναι gamer. Να μην προσπαθεί να αποδείξει ότι το χόμπι του είναι τέχνη, άσκηση εγκεφάλου ή κοινωνικό εργαλείο, κάθε φορά που πιάνει το χειριστήριο. Μπορεί να είναι όλα αυτά, αλλά πρώτα απ’ όλα είναι διασκέδαση. Ενηλικίωση δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπεις το παιχνίδι, αλλά ότι διαλέγεις καλύτερα πότε, πώς και με ποιους θα παίξεις. Διότι το πραγματικό game over έρχεται μόνο όταν πείσεις τον εαυτό σου ότι μεγάλωσες υπερβολικά για να πατήσεις ξανά "Start”.

