Michael Collins: Η άγνωστη επιχείρηση κατασκοπείας του IRA το 1919

Δουβλίνο, 1919. Ένας διπλός πράκτορας, πέντε ώρες μέσα στα απόρρητα αρχεία και μια παράτολμη επιχείρηση που έγραψε ιστορία στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Το ρολόι πλησίαζε μεσάνυχτα και ο αστυνομικός Ned Broy είχε επιτέλους καταφέρει να απομακρύνει τον τελευταίο ανεπιθύμητο επισκέπτη από το γραφείο του. Ο λοχίας Kerr, που συνήθιζε να κοιμάται στο αστυνομικό κτίριο της Great Brunswick Street, είχε παραμείνει εκεί περισσότερο απ' όσο έπρεπε, καθυστερώντας ένα σχέδιο που δεν επέτρεπε το παραμικρό λάθος. Στις 11:50 το βράδυ, ο Kerr αποσύρθηκε. Δέκα λεπτά αργότερα, το τηλέφωνο χτύπησε.

Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αφήγηση του Broy, ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής συστήθηκε με το συνθηματικό όνομα "Field" και ζήτησε τον "Long". Η απάντηση ήταν καταφατική, μαζί με μια φαινομενικά παράξενη οδηγία. Nα φέρει ένα κερί.

Ο άντρας που τηλεφωνούσε ήταν ο Michael Collins, ένας από τους σημαντικότερους οργανωτές του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού, του IRA. Και σε λίγα λεπτά θα πραγματοποιούσε κάτι που ακόμη και σήμερα μοιάζει με σκηνή κατασκοπικής ταινίας. Θα περνούσε την πόρτα ενός αστυνομικού κτιρίου του βρετανικού μηχανισμού ασφαλείας, όχι για να παραδοθεί ή να ανακριθεί, αλλά για να μελετήσει τα μυστικά των ανθρώπων που τον καταδίωκαν.

Εκείνη τη νύχτα, ο Collins δεν χρειαζόταν ούτε όπλα ούτε εκρηκτικά. Χρειαζόταν πληροφορίες.

Ο αστυνομικός που εργαζόταν και για τις δύο πλευρές

Τρία χρόνια μετά την αιματηρή καταστολή της Εξέγερσης του Πάσχα το 1916, η Ιρλανδία είχε εισέλθει σε μια νέα περίοδο σύγκρουσης. Η ένοπλη αντίσταση ενάντια στη βρετανική κυριαρχία αποκτούσε ολοένα πιο οργανωμένη μορφή, ενώ οι βρετανικές αρχές προσπαθούσαν να εξαρθρώσουν τα δίκτυα των Ιρλανδών επαναστατών μέσα από παρακολουθήσεις, συλλήψεις και πληροφοριοδότες.

Ο Collins είχε αντιληφθεί κάτι που θα καθόριζε τη δράση του στα επόμενα χρόνια. Ο IRA δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον βρετανικό στρατό σε έναν συμβατικό πόλεμο. Μπορούσε, όμως, να χτυπήσει έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της βρετανικής παρουσίας στην Ιρλανδία: το δίκτυο πληροφοριών της. Για να το πετύχει, χρειαζόταν ανθρώπους που κανείς δεν θα υποψιαζόταν ότι εργάζονταν για την ανεξαρτησία.

Ένας από αυτούς ήταν ο Eamon "Ned" Broy, αστυνομικός της Dublin Metropolitan Police, ο οποίος υπηρετούσε στην περιβόητη G Division, το τμήμα που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες των Ιρλανδών εθνικιστών και επαναστατών.

Ο Broy είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικά έγγραφα, προσωπικούς φακέλους, υπηρεσιακές αναφορές και πληροφορίες για υπόπτους. Παρότι φορούσε τη στολή της αστυνομίας, είχε ήδη αρχίσει να βοηθά το κίνημα της ανεξαρτησίας, μεταφέροντας έγγραφα και προειδοποιήσεις μέσω έμπιστων μεσαζόντων.

Τον Μάιο του 1918 είχε προσφέρει μια εξαιρετικά σημαντική υπηρεσία, αποκαλύπτοντας εκ των προτέρων τα ονόματα προσώπων που επρόκειτο να συλληφθούν στο πλαίσιο της λεγόμενης German Plot. Οι πληροφορίες έφτασαν στον Collins, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι μέσα στην ίδια τη βρετανική αστυνομία διέθετε έναν πολύτιμο συνεργάτη.

Τον Απρίλιο του 1919, ο Collins αποφάσισε να αξιοποιήσει αυτή τη σχέση με τον πιο παράτολμο τρόπο.

Πέντε ώρες μέσα στα μυστικά των Βρετανών

Το βράδυ της 7ης Απριλίου, ο Collins εμφανίστηκε μαζί με τον συνεργάτη του Seán Nunan στο αρχηγείο της αστυνομικής υπηρεσίας πληροφοριών στη Great Brunswick Street, τη σημερινή Pearse Street του Δουβλίνου.

Ο Broy είχε οργανώσει την είσοδό τους και είχε φροντίσει να περιορίσει όσο μπορούσε την παρουσία άλλων αστυνομικών. Το σχέδιο, ωστόσο, λίγο έλειψε να εκτροχιαστεί πριν καν αρχίσει. Ένας μεθυσμένος Βρετανός στρατιώτης πέταξε μια πέτρα και έσπασε ένα παράθυρο του κτιρίου. Ο θόρυβος προκάλεσε αναστάτωση, ενώ ο στρατιώτης συνελήφθη και οδηγήθηκε στον γειτονικό αστυνομικό σταθμό. Για τον Broy, που προσπαθούσε να κρατήσει δύο μέλη του IRA απαρατήρητα μέσα στο κτίριο, η απρόβλεπτη αυτή εξέλιξη ήταν ένας επιπλέον κίνδυνος.  Τελικά, ο Collins και ο Nunan οδηγήθηκαν στο μικρό δωμάτιο όπου φυλάσσονταν τα απόρρητα αρχεία της G Division.

Και τότε αποκαλύφθηκε η σημασία της παράξενης τηλεφωνικής οδηγίας. Ο χώρος δεν διέθετε ηλεκτρικό φωτισμό. Ο Broy είχε ζητήσει ένα κερί, αλλά ο Collins είχε θεωρήσει ότι αστειευόταν. Χρειάστηκε λοιπόν να τους προμηθεύσει ο ίδιος κεριά και σπίρτα. Για τις επόμενες ώρες, οι δύο άντρες μελέτησαν τους φακέλους που είχε συγκεντρώσει η βρετανική αστυνομία για το ιρλανδικό επαναστατικό κίνημα.

Ανάμεσα στα έγγραφα υπήρχαν πληροφορίες για πρόσωπα που παρακολουθούνταν, εκθέσεις για πολιτικές δραστηριότητες και στοιχεία για τη λειτουργία του ίδιου του αστυνομικού δικτύου. Ο Collins είχε τη δυνατότητα να δει όχι μόνο όσα γνώριζαν οι αντίπαλοί του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συγκέντρωναν, ταξινομούσαν και αξιολογούσαν τις πληροφορίες τους. Αυτό ήταν, ίσως, το σημαντικότερο κέρδος της επιχείρησης.

Ο Broy εξήγησε αργότερα ότι ο Collins ήθελε να κατανοήσει τη νοοτροπία πίσω από την οργάνωση των αρχείων, ώστε να χρησιμοποιήσει όσα μάθαινε ως πρότυπο για την ανάπτυξη του δικού του δικτύου πληροφοριών.

Στο μεταξύ, ο κίνδυνος δεν είχε εξαφανιστεί. Κάποια στιγμή, ένας αστυνομικός επέστρεψε στο γραφείο του Broy ζητώντας πληροφορίες για το σπασμένο παράθυρο. Ο Broy χρειάστηκε να χειριστεί και αυτή την απρόοπτη επίσκεψη, ενώ οι δύο παράνομοι επισκέπτες συνέχιζαν τη δουλειά τους.

Όταν πλησίαζε το ξημέρωμα, η αποστολή είχε ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με την αφήγηση του Broy, οι δύο άντρες παρέμειναν στο κτίριο μέχρι περίπου τις πέντε το πρωί.

Ο Collins είχε περάσει μια ολόκληρη νύχτα μέσα στο ίδιο το σύστημα που προσπαθούσε να τον εξουδετερώσει και είχε φύγει χωρίς να συλληφθεί.

Michael Collins
Getty Images / IDEAL Image

Η νύχτα που άλλαξε τον πόλεμο των πληροφοριών

Οι συνέπειες δεν άργησαν να φανούν. Στις 9 Απριλίου, μόλις δύο ημέρες αργότερα, ο Collins άρχισε να διανέμει στον IRA καταλόγους με ονόματα αστυνομικών της G Division, τους οποίους είχε συγκεντρώσει κατά την επιχείρηση.

Αρχικά, ορισμένοι αστυνομικοί δέχθηκαν προειδοποιήσεις να σταματήσουν τη δράση τους εναντίον των Ιρλανδών επαναστατών. Στη συνέχεια, η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε σε μια οργανωμένη εκστρατεία στοχευμένων δολοφονιών, με θύματα μέλη των βρετανικών υπηρεσιών ασφαλείας και άλλους ανθρώπους που θεωρούνταν απειλή για το κίνημα.

Μέσα στο 1919 συγκροτήθηκε και η διαβόητη ειδική ομάδα του Collins, γνωστή ως The Squad, η οποία συνδέθηκε με επιχειρήσεις εναντίον αστυνομικών και πρακτόρων. Η δράση της αποτέλεσε ένα από τα πιο αποτελεσματικά αλλά και πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία της στρατηγικής του IRA.

Ο Collins δεν επιδίωκε απλώς να συγκεντρώνει μυστικές πληροφορίες. Ήθελε να καταστήσει τη λειτουργία του αντιπάλου ολοένα δυσκολότερη, περιορίζοντας την ικανότητά του να εντοπίζει και να συλλαμβάνει τα μέλη της οργάνωσης. Ήταν μια στρατηγική που θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση του IRA, αλλά ταυτόχρονα θα συνέβαλλε σε έναν κύκλο δολοφονιών, αντιποίνων και βίας.

Ο ίδιος ο Broy συνέχισε να δρα ως πληροφοριοδότης, μέχρι που οι βρετανικές αρχές άρχισαν να υποψιάζονται τη διείσδυση του IRA στις υπηρεσίες τους. Τελικά συνελήφθη και φυλακίστηκε, για να απελευθερωθεί μετά την ανακωχή του 1921.

Η ιστορία του, ωστόσο, δεν τελείωσε εκεί. Συνόδευσε τον Collins στο Λονδίνο κατά τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην Αγγλοϊρλανδική Συνθήκη και, χρόνια αργότερα, έγινε επικεφαλής της αστυνομίας του ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους.

Ο πραγματικός Michael Collins πίσω από τον μύθο

Η επιχείρηση της Great Brunswick Street παρουσιάστηκε και στην κινηματογραφική βιογραφία Michael Collins του Neil Jordan, με τον Liam Neeson στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία, ωστόσο, τοποθετεί τη σκηνή στο Dublin Castle, ενώ στην πραγματικότητα η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της αστυνομικής G Division, στο κτίριο που σήμερα στεγάζει αστυνομικό σταθμό της ιρλανδικής Garda.

Η διαφορά δεν μειώνει τη σημασία του περιστατικού. Αντιθέτως, το κάνει ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο, επειδή αποκαλύπτει ότι πίσω από τον μύθο του επαναστάτη υπήρχε ένας άνθρωπος που κατανοούσε τη σημασία της οργάνωσης, της πληροφορίας και της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Ο Michael Collins σκοτώθηκε στις 22 Αυγούστου 1922, σε ηλικία μόλις 31 ετών, σε ενέδρα κατά τη διάρκεια του Ιρλανδικού Εμφυλίου Πολέμου. Μέχρι τότε είχε προλάβει να εξελιχθεί από έναν σχετικά άγνωστο οργανωτή σε μία από τις καθοριστικές μορφές της σύγχρονης ιρλανδικής ιστορίας.

Η νύχτα της 7ης Απριλίου 1919 εξηγεί ένα μέρος αυτής της διαδρομής καλύτερα από πολλές μάχες.Επειδή εκείνο το βράδυ, ο άνθρωπος που κυνηγούσε η βρετανική αστυνομία δεν βρισκόταν σε κάποιο κρησφύγετο, ούτε σχεδίαζε μια επίθεση στους δρόμους του Δουβλίνου.

Βρισκόταν στο εσωτερικό της αστυνομικής υπηρεσίας που τον καταδίωκε, διαβάζοντας τους μυστικούς της φακέλους υπό το φως ενός κεριού.