Όταν ο Jack Kerouac ανέβηκε μόνος σε ένα βουνό για 63 ημέρες

Το καλοκαίρι του 1956, ο συγγραφέας του On the Road εγκατέλειψε την πόλη και αναζήτησε τη γαλήνη στα βουνά της Ουάσινγκτον, σε ένα ταξίδι που ενέπνευσε δύο από τα σημαντικότερα έργα του.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Δεν ήμασταν εκεί αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να το φανταστούμε. Τον Jack Kerouac με το κλασσικό του καρό πουκάμισο να μοστράρει στις περισσότερες από τις φωτογραφίες αρχείου που τον έχουμε δει, φορώντας από πάνω κάποιο παλιό πανωφόρι στο χρώμα της άμμου να προσπαθεί να κάνει ωτοστόπ. Ο δρόμος του ήταν ακόμη μακρύς αν σκεφτεί κανείς πως ήταν το ξεκίνημα του καλοκαιριού του 1956 και ο ίδιος δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει το Οn the Road. Είχε μόνο σκόρπιες ιδέες σε σελίδες, μηδενική υπομονή και είχε κουραστεί πολύ από την ένταση και τον θόρυβο της πόλης.

Μέσα σε αυτές τις σκέψεις, ένα γλυκό πρωινό, του ήρθε στο μυαλό μια εξόρμηση που είχε κάνει στα βουνά της Σιέρα Νεβάδα μαζί με φίλους. Αν και δήλωνε άνθρωπος της πόλης, του φτηνού αλκοόλ και των χρησιμοποιημένων βιβλίων, το θέαμα των οροσειρών και το πώς το φως χρυσάφιζε το τοπίο από άκρη, τον οδήγησαν στην απόφαση να απομονωθεί. Κάποια στιγμή πρέπει να είπε στον εαυτό του "Ποιος ξέρει; Ίσως καταφέρω να γράψω και κάτι". Κάποια στιγμή και αφού κατάφερε να κάνει ωτοστόπ, ο προορισμός του ήταν ο Εθνικός Δρυμός του Mount Baker. Ο Kerouac είχε εξασφαλίσει μια θέση δασοφύλακα στη Δασική Υπηρεσία και θα περνούσε ένα καλοκαίρι σε παρατηρητήριο προσέχοντας για πυρκαγιές. Ουσιαστικά, έψαχνε την ίδια ηρεμία που βίωσε σε εκείνο το ταξίδι στη Σιέρα Νεβάδα. Οι εμπειρίες που θα ζούσε εκεί, τον βοήθησαν σε πολλά στοιχεία για τα δύο του βιβλία Dharma Burns και Desolation Angels. Από το πρώτο, ξεχωρίζει η παρακάτω αφήγηση.

"Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο αμερικανικός Βορειοδυτικός Ειρηνικός ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη μικρή εικόνα που είχα πλάσει γι' αυτόν στο μυαλό μου, μέσα από τις αφηγήσεις του Τζάφι. Ήταν ατέλειωτα χιλιόμετρα από απίστευτα βουνά που ορθώνονταν σε κάθε ορίζοντα, μέσα από άγρια, διαλυμένα σύννεφα. Το όρος Όλυμπος και το όρος Μπέικερ, μια τεράστια πορτοκαλιά λωρίδα μέσα στο σκοτάδι του ουρανού προς τον Ειρηνικό Ωκεανό, που ήξερα ότι οδηγούσε στις ερημιές του Χοκάιντο και της Σιβηρίας, στις πιο απομονωμένες γωνιές του κόσμου.

Στεκόμουν κουλουριασμένος δίπλα στη γέφυρα του πλοίου, ακούγοντας τον καπετάνιο και τον τιμονιέρη να κουβεντιάζουν με εκείνον τον χαρακτηριστικό τρόπο που θα περίμενες να συναντήσεις σε κάποιο βιβλίο του Μαρκ Τουέιν. Μέσα στην πυκνή ομίχλη του σούρουπου, μπροστά μας, έλαμπαν τεράστια κόκκινα γράμματα νέον: PORT OF SEATTLE.

Και τότε, ξαφνικά, όλα όσα μου είχε πει ποτέ ο Τζάφι για το Σιάτλ άρχισαν να διαπερνούν το είναι μου σαν παγωμένη βροχή. Μπορούσα πλέον να τα αισθανθώ και να τα δω, όχι απλώς να τα φανταστώ. Ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει: υγρό, απέραντο, κατάφυτο, ορεινό, παγωμένο, συναρπαστικό, γεμάτο προκλήσεις.

Το φέρι πλησίασε αργά την αποβάθρα της Alaskan Way και αμέσως αντίκρισα τους ξύλινους στύλους με τα τοτέμ στα παλιά καταστήματα και μια αρχαϊκή μηχανή σιδηροδρομικών ελιγμών, βγαλμένη λες από τη δεκαετία του 1880, με νυσταγμένους θερμαστές, να ανεβοκατεβαίνει αγκομαχώντας κατά μήκος των γραμμών του λιμανιού.

Ήταν σαν σκηνή από τα παλιά μου όνειρα. Μια αμερικανική ατμομηχανή, από εκείνες που συνδέονταν με τον θρύλο του Κέισι Τζόουνς, τόσο παλιά που δεν είχα δει ποτέ κάποια παρόμοια έξω από ταινία γουέστερν. Κι όμως, αυτή λειτουργούσε πραγματικά, σέρνοντας εμπορικά βαγόνια μέσα στο καπνισμένο μισοσκόταδο εκείνης της μαγικής πόλης.

Τώρα άρχιζα να διακρίνω την οροσειρά των Κασκέιντς στον βορειοανατολικό ορίζοντα. Απίστευτες οδοντωτές κορυφές, παραμορφωμένοι βράχοι και αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες από χιόνι, ένα θέαμα τόσο επιβλητικό που σου έκοβε την ανάσα.

Ο δρόμος περνούσε μέσα από τις ονειρικές, εύφορες κοιλάδες των ποταμών Στιλαγκουάμις και Σκάτζιτ, πλούσιες εκτάσεις με αγροκτήματα και αγελάδες που έβοσκαν κάτω από το συγκλονιστικό φόντο τεράστιων, κατάλευκων βουνών.

Όσο βορειότερα ταξίδευα κάνοντας οτοστόπ, τόσο μεγαλύτερα γίνονταν τα βουνά, ώσπου κάποια στιγμή άρχισα πραγματικά να φοβάμαι.

Με πήρε με το αυτοκίνητό του ένας άντρας που έμοιαζε με προσεκτικό δικηγόρο, με γυαλιά και ένα συντηρητικό αυτοκίνητο. Αποδείχθηκε, όμως, ότι ήταν ο περίφημος Μπατ Λίντστρομ, πρωταθλητής αγώνων ταχύτητας με αυτοκίνητα hardtop, και πως το φαινομενικά συνηθισμένο όχημά του έκρυβε κάτω από το καπό έναν τροποποιημένο κινητήρα, ικανό να αναπτύξει ταχύτητα 170 μιλίων την ώρα.

Οι άντρες που με έπαιρναν μαζί τους ήταν ξυλοκόποι, χρυσοθήρες που αναζητούσαν ουράνιο, αγρότες. Με μετέφεραν μέσα από την τελευταία μεγάλη πόλη της κοιλάδας Σκάτζιτ, το Σέντρο-Γούλεϊ, μια αγροτική κωμόπολη με τη δική της αγορά, και έπειτα συνεχίσαμε πέρα από αυτήν, καθώς ο δρόμος γινόταν ολοένα στενότερος και γεμάτος στροφές ανάμεσα στους γκρεμούς και στον ποταμό Σκάτζιτ.

Το ποτάμι, που το είχαμε διασχίσει στον αυτοκινητόδρομο 99 σαν ένα πλατύ, νωχελικό υδάτινο σώμα με λιβάδια και στις δύο του όχθες, είχε πλέον μεταμορφωθεί σε έναν ορμητικό χείμαρρο από λιωμένα χιόνια, που κυλούσε ορμητικά μέσα σε ένα στενό πέρασμα, ανάμεσα σε λασπωμένες όχθες γεμάτες πεσμένους κορμούς δέντρων.

Οι γκρεμοί άρχισαν να υψώνονται και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Τα ίδια τα χιονισμένα βουνά είχαν εξαφανιστεί, είχαν αποτραβηχτεί από το οπτικό μου πεδίο. Δεν μπορούσα πλέον να τα δω.

Όμως τώρα άρχιζα να αισθάνομαι την παρουσία τους ακόμη πιο έντονα…"

Dharma Burns

Για τον Kerouac, οι αφηγήσεις θυμίζουν τον Πυρετό του Χρυσού το 1849 στην Καλιφόρνια. Περίπου. Ήταν η χρονιά που οι Αμερικανοί άδειαζαν πόλεις και χωριά προκειμένου να βρουν χρυσάφι και να φτιάξουν την μοίρα τους. Όμως οι περισσότεροι από αυτούς, ένιωσαν ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τη γη και τα βουνά, με την παρθένα φύση να υποκλίνεται μπροστά τους σε όλη της την μεγαλοπρέπεια, δίνοντάς τους τελικά πολλά περισσότερα από γυαλιστερές πέτρες στα σπλάχνα της Γης. Αυτή την μεγαλοπρέπεια έμαθε να αγαπάει και ο Kerouac. Πέρασε κανονική εκπαίδευση όπως οι υπόλοιποι δασοφύλακες και η συνολική του αμοιβή ήταν 230 δολάρια το μήνα.

Αρχικά, έφτασε στο φράγμα Diablo, από όπου ανέβηκε με τον κεκλιμένο ανελκυστήρα της εταιρείας ηλεκτρισμού Seattle City Light. Στη συνέχεια διέσχισε με βάρκα τη λίμνη Diablo, κατευθύνθηκε προς το φράγμα Ross και τη λίμνη Ross, την οποία επίσης διέσχισε με βάρκα. Το τελευταίο μέρος της διαδρομής, περίπου έξι μίλια μέχρι την κορυφή Desolation Peak, το πραγματοποίησε έφιππος, συνοδευόμενος από έναν δασοφύλακα και έναν μεταφορέα εφοδίων.

Η μοναδική του δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο θα ήταν ένας ασύρματος διπλής κατεύθυνσης, που τον συνέδεε με τον σταθμό της Δασικής Υπηρεσίας. Ωστόσο, ο Κέρουακ σύντομα ανακάλυψε ότι η πραγματικότητα των επιβλητικών ορεινών τοπίων, της απόλυτης μοναξιάς και της αποχής από τις παλιές του συνήθειες απείχε αρκετά από την ειδυλλιακή εικόνα που είχε πλάσει στη φαντασία του.

Χρόνια αργότερα, ένας δασοφύλακας που τον θυμόταν από εκείνη την περίοδο παραπονέθηκε ότι ο συγγραφέας συνήθιζε να κλείνει τον ασύρματο για να αφοσιώνεται στο γράψιμο. Παρ' όλα αυτά, φαίνεται πως η λογοτεχνική παραγωγή του Κέρουακ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο βουνό υπήρξε περιορισμένη. Έγραψε μόνο μία επιστολή προς τη μητέρα του, μερικά ποιήματα χαϊκού και ορισμένες καταχωρίσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο.

Τον Σεπτέμβριο, ο Κέρουακ έλαβε μέσω ασυρμάτου ένα μήνυμα που τον ενημέρωνε ότι έπρεπε να επιστρέψει από το φυλάκιο καθώς τον έπαυαν από την θέση του. Η καριέρα του ως εποχιακός δασοφύλακας είχε τελειώσει άδοξα και επέλεξε να γυρίσει στο Σιάτλ με τον ίδιο τρόπο που έφτασε στο βουνό. Με ωτοστόπ. Και αυτό το κομμάτι από το Desolation Angels είναι για όλους εκείνους τους δρόμους που μας έφεραν πίσω σε πράγματα που γνωρίζαμε ή που μάθαμε ή που θα θέλαμε να ξέρουμε καλύτερα. Μέσα από τις δικές του λέξεις.

Desolation Angels

"Λέω στον οδηγό του λεωφορείου να με αφήσει στο κέντρο της πόλης. Πηδάω κάτω και αρχίζω να περπατάω με βαριά βήματα, προσπερνώντας δημόσια κτίρια και περιστέρια, κατευθυνόμενος προς τη θάλασσα, εκεί όπου ξέρω πως θα βρω ένα καλό, καθαρό δωμάτιο στη φτωχογειτονιά του Skid Row, με ένα κρεβάτι και ζεστό μπάνιο στο τέλος του διαδρόμου.

Φτάνω μέχρι την First Avenue και στρίβω αριστερά, αφήνοντας πίσω μου τους καταναλωτές και τους καθώς πρέπει κατοίκους του Σιάτλ. Και να! Μπροστά μου ξεδιπλώνεται ολόκληρη η ανθρωπότητα, παράξενη, ξύπνια και αλλόκοτη, να περιπλανιέται στα πεζοδρόμια του δειλινού, κάνοντάς με να μην πιστεύω στα μάτια μου.

Ινδιάνες κοπέλες με παντελόνια, αγκαζέ με Ινδιάνους νεαρούς που έχουν κουρέματα σαν του Τόνι Κέρτις, αλλόκοτα ζευγάρια μπλεγμένα το ένα με το άλλο. Οικογένειες σαν εκείνες των παλιών μεταναστών από την Οκλαχόμα, που μόλις έχουν παρκάρει το αυτοκίνητό τους και κατευθύνονται προς την αγορά για ψωμί και κρέας. Μεθύστακες.

Οι πόρτες των μπαρ, μπροστά από τις οποίες περνάω βιαστικά, αποκαλύπτουν ένα απίστευτο πλήθος ανθρώπων, στριμωγμένων ο ένας πάνω στον άλλον, με τα ποτήρια στα χέρια, να περιμένουν και να σηκώνουν τα μάτια στις τηλεοράσεις που μεταδίδουν τον αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον Τζόνι Σάξτον και τον Κάρμεν Μπαζίλιο.

Το Hotel Stevens είναι ένα παλιό, καθαρό ξενοδοχείο. Κοιτάζεις μέσα από τις μεγάλες τζαμαρίες και βλέπεις το πεντακάθαρο πλακόστρωτο δάπεδο, τα πτυελοδοχεία, τις παλιές δερμάτινες πολυθρόνες και ένα ρολόι που μοιάζει να μιλάει καθώς χτυπάει. Πίσω από το προστατευτικό του γκισέ κάθεται ένας υπάλληλος με γυαλιά που έχουν ασημένιο σκελετό.

Ένα δολάριο και εβδομήντα πέντε σεντς για μία νύχτα. Ακριβό για τα δεδομένα του Skid Row, αλλά τουλάχιστον δεν έχει κοριούς. Κι αυτό είναι σημαντικό.

Πληρώνω για το δωμάτιό μου και ανεβαίνω με το ασανσέρ, μαζί με τον κύριο που με συνοδεύει, μέχρι τον δεύτερο όροφο. Μπαίνω στο δωμάτιο, πετάω το σακίδιό μου πάνω στην κουνιστή πολυθρόνα και ξαπλώνω στο κρεβάτι.

Μαλακό στρώμα, καθαρά σεντόνια. Μια ανάπαυλα, ένα καταφύγιο, μια μικρή αναστολή από τον κόσμο μέχρι τη μία το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, όταν θα πρέπει να παραδώσω το δωμάτιο.

Σε ένα μαγαζί που σερβίρει φαγητό και ποτό εξακολουθούν να δείχνουν τον αγώνα πυγμαχίας. Όμως εκείνο που τραβάει περισσότερο την προσοχή μου, στον δρόμο που αρχίζει να φωτίζεται από τις ροζ και γαλάζιες ανταύγειες των επιγραφών νέον, είναι ένας άντρας με γιλέκο.

Στέκεται μπροστά σε έναν τεράστιο πίνακα αποτελεσμάτων και σημειώνει προσεκτικά με κιμωλία τα σκορ των σημερινών αγώνων μπέιζμπολ, όπως ακριβώς γινόταν τα παλιά χρόνια.

Στέκομαι εκεί και τον παρακολουθώ".