Κατά την προεκλογική περίοδο που οδήγησε στις εκλογές του 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν δίστασε να κάνει μια σειρά από αλλόκοτες εξαγγελίες, οι περισσότερες από τις οποίες χάθηκαν γρήγορα στον θόρυβο της καμπάνιας. Υπάρχει όμως μία που εξακολουθεί να επανέρχεται με επιμονή και μοιάζει πιο παράξενη από όλες: η Γροιλανδία. Ένα γιγαντιαίο νησί στον Αρκτικό Ωκεανό, που ανήκει διοικητικά στη Δανία και το οποίο ο Τραμπ φαίνεται αποφασισμένος να αποκτήσει με κάθε τρόπο.
Τον τελευταίο χρόνο, γεωπολιτικοί αναλυτές και σχολιαστές έχουν προσπαθήσει να ερμηνεύσουν αυτή την εμμονή, αναζητώντας κάποιον λογικό λόγο πίσω από τη ρητορική του. Μία από τις πιο απλές –και ταυτόχρονα πιο κυνικές– εξηγήσεις, όπως σημειώνουν οι New York Times, σχετίζεται με κάτι απολύτως βέβαιο για την επιστημονική κοινότητα: το λιώσιμο των πάγων της Γροιλανδίας.
Ντόναλντ Τραμπ και Γροιλανδία: τι κρύβεται πίσω από την εμμονή
Σύμφωνα με στοιχεία του Δανικού Μετεωρολογικού Ινστιτούτου, μόνο από τον Σεπτέμβριο του 2024 έως τον Σεπτέμβριο του 2025, η Γροιλανδία έχασε περίπου 105 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους πάγου. Αν επεκτείνουμε το χρονικό πλαίσιο, από το 1985 έως το 2022, το παγοκάλυμμα της περιοχής έχει μειωθεί κατά περίπου 2.000 τετραγωνικά μίλια. Και τίποτα δεν δείχνει ότι αυτή η πορεία θα ανακοπεί στο άμεσο μέλλον.
Κάτω από τους πάγους και το μόνιμα παγωμένο έδαφος κρύβεται ένας τεράστιος ορυκτός πλούτος: γραφίτης, ψευδάργυρος και σπάνιες γαίες, υλικά με ολοένα και μεγαλύτερη στρατηγική αξία. Όσο η θερμοκρασία ανεβαίνει και οι πάγοι υποχωρούν, τόσο περισσότερα από αυτά τα κοιτάσματα γίνονται προσβάσιμα για εκμετάλλευση.
Από αυτή την οπτική –και με μια λογική ωμής γεωπολιτικής ισχύος– το ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία μοιάζει απολύτως κατανοητό. Η αντίφαση, ωστόσο, είναι προφανής: δημόσια, ο Τραμπ αρνείται την ύπαρξη της κλιματικής αλλαγής. Αν λοιπόν πράγματι αντιλαμβάνεται τις οικονομικές και στρατηγικές ευκαιρίες που ανοίγει η τήξη των πάγων, τότε ουσιαστικά παραπλανά συνειδητά το πολιτικό του ακροατήριο.
"Η εμμονή του με τη Γροιλανδία αποτελεί έμμεση ομολογία ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματική", σχολίασε στους New York Times ο Τζον Κόνγκερ, σύμβουλος του Center for Climate and Security.
Αν αυτή η ανάγνωση ισχύει και ο Τραμπ –ή το επιτελείο του– προεξοφλεί έναν θερμότερο πλανήτη, τότε δεν είναι οι μόνοι. Στη Ρωσία, για παράδειγμα, η πολιτική και οικονομική ελίτ φέρεται να επενδύει εδώ και χρόνια σε μια παρόμοια προοπτική, υπολογίζοντας ότι η τήξη των πάγων θα καταστήσει αξιοποιήσιμες τεράστιες, μέχρι σήμερα απρόσιτες εκτάσεις.
Αν όλο αυτό ακούγεται περίπλοκο, είναι επειδή οι εναλλακτικές εξηγήσεις για τη βορειοατλαντική "μανία" του Τραμπ απλώς δεν πείθουν.
Όπως επισημαίνει ο οικονομικός ιστορικός Άνταμ Τούζ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου συμφωνία με τη Δανία, η οποία επιτρέπει στον αμερικανικό στρατό να δρα σχεδόν ανεμπόδιστα στη Γροιλανδία. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σοβαρό επιχείρημα εθνικής ασφάλειας που να εξηγεί γιατί οι ΗΠΑ θα έπρεπε να αποκτήσουν την κυριαρχία της περιοχής.
"Αν σήμερα η Γροιλανδία δεν είναι επαρκώς θωρακισμένη, αυτό πιθανότατα οφείλεται στο ότι οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν πολλές από τις στρατιωτικές βάσεις που διατηρούσαν εκεί κατά τον Ψυχρό Πόλεμο", ανέφερε ο Τούζ σε πρόσφατο επεισόδιο του podcast Ones and Tooze.
Το πετρέλαιο, ο διαχρονικός λόγος πίσω από πολλές αμερικανικές παρεμβάσεις στο εξωτερικό, επίσης δεν φαίνεται να παίζει ρόλο – ούτε εδώ ούτε, όπως αποδείχθηκε, στη Βενεζουέλα.
Το 2021, οι αρχές της Γροιλανδίας διέκοψαν την έκδοση αδειών για έρευνες υδρογονανθράκων, επικαλούμενες περιβαλλοντικούς και κλιματικούς λόγους, αλλά και απλή οικονομική λογική. Η απόφαση αυτή ήρθε ύστερα από πέντε δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών εντοπισμού πετρελαίου στα παγωμένα νερά γύρω από το νησί, καθιστώντας σαφές ότι το "μαύρο χρυσάφι" δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί κίνητρο.
Στο τέλος, το τι πραγματικά επιδιώκει η αμερικανική διοίκηση σε σχέση με τη Γροιλανδία ίσως να μη γίνει ποτέ απολύτως ξεκάθαρο – εκτός αν περάσει από τα λόγια στις πράξεις. Αν πάντως υπάρχει ένα μάθημα από προηγούμενες αντίστοιχες περιπτώσεις, είναι ότι οι επίσημες απαντήσεις σπάνια λένε όλη την αλήθεια.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.