Το 1692, το Σάλεμ δεν ήταν ακόμη ο τόπος που γνωρίζουμε σήμερα από βιβλία, ταινίες και αμερικανικούς θρύλους. Ήταν μια μικρή πουριτανική κοινότητα στη Μασαχουσέτη, σε έναν Νέο Κόσμο που μόνο καινούργιος δεν έμοιαζε για τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να επιβιώσουν εκεί. Ο χειμώνας ήταν σκληρός, οι συγκρούσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς αποτελούσαν πραγματική απειλή και η θρησκεία δεν ήταν απλώς κομμάτι της καθημερινότητας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ερμήνευες σχεδόν τα πάντα.
Μαζί, φυσικά, και το κακό. Οι άποικοι της Νέας Αγγλίας δεν αντιμετώπιζαν τον Διάβολο ως μεταφορά. Για πολλούς ήταν υπαρκτή δύναμη, ικανή να επέμβει στη ζωή τους, να διαφθείρει ανθρώπους και να στρατολογήσει όσους ήταν πρόθυμοι να υπηρετήσουν τους σκοπούς του. Η μαγεία ήταν επίσης πραγματικότητα στα μάτια τους. Και όταν μια κοινωνία πιστεύει βαθιά ότι οι μάγισσες υπάρχουν, χρειάζεται μόνο μια σπίθα για να αρχίσει να τις αναζητά.
Στο Σάλεμ, αυτή η σπίθα ήρθε από δύο μικρά κορίτσια.

Τα κορίτσια που είδαν τον Διάβολο
Στις αρχές του 1692, η εννιάχρονη Elizabeth "Betty" Parris, κόρη του αιδεσιμότατου Samuel Parris, και η 11χρονη ξαδέλφη της Abigail Williams άρχισαν να παρουσιάζουν παράξενη συμπεριφορά. Ούρλιαζαν, έκαναν ασυνήθιστες κινήσεις, παραπονιούνταν ότι κάτι τις τσιμπούσε και έμοιαζαν να υποφέρουν από κρίσεις για τις οποίες δεν υπήρχε εύκολη εξήγηση. Σύντομα εμφανίστηκαν παρόμοια περιστατικά και σε άλλα κορίτσια της περιοχής.
Οι σύγχρονες απόπειρες να εξηγηθεί τι ακριβώς συνέβαινε έχουν οδηγήσει σε διάφορες θεωρίες, από ασθένεια και ψυχολογικά φαινόμενα μέχρι συνειδητή προσποίηση. Καμία δεν έχει αποδειχθεί οριστικά. Για το Σάλεμ του 1692, όμως, υπήρχε μια πολύ πιο άμεση απάντηση και λεγόταν μαγεία.
Τα κορίτσια άρχισαν να κατονομάζουν εκείνες που υποτίθεται ότι τα βασάνιζαν. Οι πρώτες ήταν η Sarah Good, η Sarah Osborne και η Tituba, μια σκλαβωμένη γυναίκα στο σπίτι του Parris. Οι επιλογές έλεγαν πολλά για την κοινωνία της εποχής. Η Good ήταν φτωχή και κοινωνικά περιθωριοποιημένη, η Osborne είχε βρεθεί σε αντιπαραθέσεις με την κοινότητα και η Tituba βρισκόταν ήδη στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της κοινωνικής ιεραρχίας. Στις 29 Φεβρουαρίου εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης.
Η υπόθεση θα μπορούσε ίσως να είχε τελειώσει εκεί. Δεν τελείωσε, κυρίως επειδή η Tituba ομολόγησε. Περιέγραψε συναντήσεις με τον Διάβολο, παράξενα πλάσματα και ένα βιβλίο στο οποίο υπήρχαν ονόματα ανθρώπων που είχαν συμφωνήσει να τον υπηρετούν. Κυρίως, όμως, υποστήριξε ότι υπήρχαν και άλλες μάγισσες.
Το Σάλεμ είχε πλέον έναν αόρατο εχθρό. Και κανέναν τρόπο να γνωρίζει ποιος ήταν.
Όταν η κατηγορία έγινε απόδειξη
Μέσα στους επόμενους μήνες, η υπόθεση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι κατηγορίες δεν περιορίζονταν πλέον στους ανθρώπους του περιθωρίου. Ανάμεσα στους υπόπτους βρέθηκαν αξιοσέβαστα μέλη της κοινότητας, όπως η 71χρονη Rebecca Nurse, αλλά και ο πρώην ιερέας George Burroughs και ο εύπορος John Proctor.
Στον πυρήνα της παράνοιας βρισκόταν κάτι που σήμερα μοιάζει αδιανόητο ως δικαστικό εργαλείο. Το spectral evidence. Οι κατήγοροι μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είχαν δει το φάντασμα ή το πνεύμα ενός ανθρώπου να τους επιτίθεται, ακόμη κι αν ο ίδιος βρισκόταν αλλού. Η λογική ήταν πως ο Διάβολος χρησιμοποιούσε τη μορφή εκείνων που είχαν συμφωνήσει να συνεργαστούν μαζί του. Επομένως, κάτι που κανένας άλλος δεν μπορούσε να δει μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Το σύστημα είχε δημιουργήσει την τέλεια παγίδα.
Αν αρνιόσουν ότι ήσουν μάγισσα, μπορούσες να καταλήξεις στην αγχόνη. Αν ομολογούσες και κατονόμαζες άλλους, αύξανες τις πιθανότητες να παραμείνεις ζωντανός. Έτσι η μία κατηγορία δημιουργούσε την επόμενη και παλιές οικογενειακές διαμάχες, οικονομικές αντιπαλότητες και προσωπικές έχθρες μπλέκονταν με τον πραγματικό φόβο για τη μαγεία. Τον Ιούνιο άρχισαν οι εκτελέσεις. Πρώτη οδηγήθηκε στην αγχόνη η Bridget Bishop. Ακολούθησαν άλλοι.
Ο George Burroughs απαγχονίστηκε τον Αύγουστο. Λίγο πριν πεθάνει, απήγγειλε το "Πάτερ Ημών", κάτι που,σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη, μια πραγματική μάγισσα ή ένας μάγος δεν θα μπορούσε να κάνει. Το πλήθος ταράχθηκε, αλλά η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε κανονικά.
Ο Giles Corey είχε διαφορετικό τέλος. Αρνήθηκε να δηλώσει ένοχος ή αθώος και οι αρχές προσπάθησαν να τον αναγκάσουν να απαντήσει τοποθετώντας πάνω στο σώμα του όλο και μεγαλύτερο βάρος. Πέθανε ύστερα από δύο ημέρες. Δεν ήταν εκτέλεση για μαγεία με τη στενή έννοια. Ήταν αποτέλεσμα μιας δικαστικής διαδικασίας που είχε χάσει κάθε μέτρο.

Η στιγμή που η παράνοια τελείωσε
Μέχρι το φθινόπωρο του 1692, οι κατηγορίες είχαν αρχίσει να φτάνουν σε ανθρώπους με μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική επιρροή. Παράλληλα αυξάνονταν οι αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορούσε κάποιος να καταδικαστεί επειδή ένας άλλος ισχυριζόταν ότι είχε δει το πνεύμα του.
Ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης William Phips διέλυσε τελικά το ειδικό δικαστήριο που είχε αναλάβει τις υποθέσεις και η αποδοχή του spectral evidence περιορίστηκε δραστικά. Χωρίς αυτό, μεγάλο μέρος του μηχανισμού των κατηγοριών κατέρρευσε. Μέχρι τον Μάιο του 1693, οι τελευταίοι φυλακισμένοι είχαν πάρει χάρη.
Περισσότεροι από 200 άνθρωποι κατηγορήθηκαν στο πλαίσιο της κρίσης. Δεκαεννέα εκτελέστηκαν με απαγχονισμό. Ο Giles Corey πέθανε από πέτρες στο στέρνο (κλασσικός τρόπος εκτέλεσης), ενώ άλλοι πέθαναν στη φυλακή.
Τα επόμενα χρόνια, ορισμένοι από εκείνους που είχαν συμμετάσχει στις διαδικασίες άρχισαν να αναγνωρίζουν τι είχε συμβεί. Το 1697, η αποικία όρισε ημέρα νηστείας και μετάνοιας. Η Ann Putnam Jr., μία από τις σημαντικότερες κατηγόρους, ζήτησε αργότερα δημόσια συγγνώμη για τον ρόλο της.
Οι δίκες του Σάλεμ έμειναν στην Ιστορία όχι επειδή αποδεικνύουν πόσο παράξενοι ή προληπτικοί ήταν οι άνθρωποι πριν από τρεις αιώνες. Αυτό θα ήταν η εύκολη ανάγνωση. Έμειναν επειδή δείχνουν πόσο γρήγορα μια κοινωνία μπορεί να κατασκευάσει τη δική της πραγματικότητα όταν ο φόβος αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη από την απόδειξη.
Στο Σάλεμ δεν βρέθηκαν μάγισσες. Βρέθηκαν άνθρωποι που ήταν απολύτως βέβαιοι ότι υπήρχαν.