Η περίοδος της Σαρακοστής είναι ίσως η στιγμή του χρόνου που τα όσπρια έχουν την τιμητική τους. Φακές, ρεβίθια και φασόλια πρωταγωνιστούν σε κατσαρόλες και σαλάτες, αποτελώντας τη βάση της νηστίσιμης διατροφής εδώ και αιώνες. Και όχι άδικα. Είναι πλούσια σε φυτικές πρωτεΐνες, φυτικές ίνες και πολύτιμα μέταλλα, ενώ μπορούν να γίνουν αμέτρητα διαφορετικά πιάτα, από παραδοσιακές σούπες μέχρι πιο σύγχρονες συνταγές.

Ωστόσο, όσο απλά κι αν φαίνονται, τα όσπρια κρύβουν μικρές "παγίδες" στην επιλογή και στην προετοιμασία τους. Πολλές φορές κάνουμε λάθη που επηρεάζουν το πόσο εύκολα μαγειρεύονται, πόσο εύπεπτα είναι ή ακόμη και πόσο θρεπτικά αποδεικνύονται τελικά στο πιάτο. Η σωστή επιλογή προϊόντων καλής ποιότητας - όπως εκείνα που προέρχονται από ελληνικές καλλιέργειες και επιλέγονται προσεκτικά, όπως συμβαίνει με τα όσπρια της άροσις - μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά τόσο στο μαγείρεμα όσο και στο τελικό αποτέλεσμα. Ας δούμε τρία από τα πιο συνηθισμένα λάθη που κάνουμε.

1. Δεν δίνουμε σημασία στο σωστό μούλιασμα

Το μούλιασμα είναι ένα βήμα που συχνά αντιμετωπίζεται ως λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως αποτελεί καθοριστικό στάδιο στην προετοιμασία των οσπρίων. Ειδικά για όσπρια όπως τα ρεβύθια και τα μεγάλα φασόλια, η διαδικασία αυτή βοηθά τους κόκκους να απορροφήσουν νερό, να μαλακώσουν και να ξεκινήσει ουσιαστικά η διαδικασία ενυδάτωσης πριν μπουν στην κατσαρόλα. Όταν τα όσπρια δεν έχουν μουλιάσει σωστά, εμφανίζονται συχνά προβλήματα στο μαγείρεμα:

  • χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο βρασμού
  • ορισμένοι κόκκοι μένουν σκληροί στο εσωτερικό
  • η υφή δεν είναι ομοιόμορφη
  • και πολλές φορές προκαλούν περισσότερη δυσφορία στην πέψη.

Το μούλιασμα βοηθά επίσης να μειωθούν ορισμένες φυσικές ουσίες των οσπρίων που δυσκολεύουν την πέψη και ταυτόχρονα κάνει το μαγείρεμα πιο αποδοτικό. Για τα περισσότερα όσπρια συνιστάται μούλιασμα 8 έως 12 ώρες, συνήθως από το προηγούμενο βράδυ, σε άφθονο νερό.

Ωστόσο, ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι ότι η ποιότητα και η φρεσκάδα των οσπρίων επηρεάζουν σημαντικά το πόσο εύκολα θα μαγειρευτούν. Όσπρια παλαιότερης σοδειάς ή κακής αποθήκευσης μπορεί να παραμένουν σκληρά ακόμη κι αν έχουν μουλιάσει σωστά.

Γι’ αυτό η επιλογή προϊόντων που έχουν περάσει από προσεκτική διαλογή και έλεγχο κάνει μεγάλη διαφορά. Στα όσπρια άροσις, για παράδειγμα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα της πρώτης ύλης: προέρχονται αποκλειστικά από ελληνικές καλλιέργειες, επιλέγονται από παραγωγούς συγκεκριμένων περιοχών και περνούν από χειροδιαλογή πριν από τη συσκευασία. Παράλληλα ελέγχεται η υγρασία της σοδειάς και τα προϊόντα συσκευάζονται "φρέσκα", λίγο πριν φτάσουν στην αγορά.

Αυτή η προσεκτική διαδικασία επιλογής και συσκευασίας συμβάλλει ώστε τα όσπρια να μαγειρεύονται πιο ομοιόμορφα και να δίνουν καλύτερο αποτέλεσμα στο πιάτο, μειώνοντας τα προβλήματα που συχνά συνδέονται με το μούλιασμα και τον χρόνο βρασμού.

2. Θεωρούμε δεδομένη την ποιότητα χωρίς έλεγχο

Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη όταν αγοράζουμε όσπρια είναι ότι θεωρούμε πως όλα έχουν την ίδια ποιότητα. Στην πραγματικότητα όμως, η διαφορά ανάμεσα σε δύο πακέτα οσπρίων μπορεί να είναι μεγάλη, ακόμη κι αν εξωτερικά μοιάζουν παρόμοια. Η ποιότητα επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως:

  • η προέλευση και η περιοχή καλλιέργειας
  • οι συνθήκες αποθήκευσης
  • η ομοιομορφία της σοδειάς
  • και η προσεκτική διαλογή των καρπών πριν φτάσουν στον καταναλωτή.

Όταν αυτά τα στοιχεία δεν ελέγχονται επαρκώς, μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με προβλήματα στο μαγείρεμα: κόκκοι διαφορετικού μεγέθους που δεν βράζουν ταυτόχρονα, όσπρια που διαλύονται εύκολα ή παρτίδες με ανομοιογενή ποιότητα. Γι’ αυτό αξίζει να δίνουμε προσοχή στη διαφάνεια της προέλευσης των προϊόντων που επιλέγουμε.

Στα όσπρια άροσις, για παράδειγμα, αναγράφονται στοιχεία για τον παραγωγό και την περιοχή καλλιέργειας, δίνοντας στον καταναλωτή τη δυνατότητα να γνωρίζει από πού προέρχεται το προϊόν που φτάνει στο πιάτο του.

Η εταιρεία συνεργάζεται με αυστηρά επιλεγμένους Έλληνες παραγωγούς από συγκεκριμένους νομούς της χώρας, επιλέγοντας τις καλύτερες σοδειές κάθε χρονιάς. Παράλληλα, διαθέτει και προϊόντα με Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (Π.Γ.Ε.), που συνδέονται με περιοχές όπου τα όσπρια καλλιεργούνται παραδοσιακά και φημίζονται για την ποιότητά τους.

Με αυτόν τον τρόπο, ο καταναλωτής δεν χρειάζεται να θεωρεί την ποιότητα δεδομένη, μπορεί να τη γνωρίζει. Και αυτό κάνει τη διαφορά τόσο στη γεύση όσο και στο αποτέλεσμα της συνταγής.

3. Τα τρώμε χωρίς πηγή βιταμίνης C

Τέλος, υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά περνά απαρατήρητη. Ο σίδηρος που περιέχουν τα όσπρια είναι φυτικής προέλευσης και απορροφάται πιο δύσκολα από τον οργανισμό σε σχέση με τον σίδηρο που βρίσκεται σε ζωικά τρόφιμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα όσπρια δεν αποτελούν καλή πηγή του εν λόγω μετάλλου. Σημαίνει απλώς ότι ο τρόπος που τα συνδυάζουμε στο πιάτο μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά.

Εδώ ακριβώς παίζει ρόλο η βιταμίνη C. Η παρουσία της στο ίδιο γεύμα μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την απορρόφηση του φυτικού σιδήρου, μετατρέποντας ένα ήδη θρεπτικό πιάτο σε ακόμη πιο πλήρες διατροφικά. Στην πράξη, αυτό είναι πολύ πιο απλό απ’ όσο φαντάζεται κανείς. Μερικές μικρές προσθήκες αρκούν:

  • λίγο λεμόνι πάνω στις φακές ή στα φασόλια
  • ντομάτα στη σαλάτα ή στο ίδιο το μαγείρεμα
  • πιπεριά σε ωμή σαλάτα
  • φρέσκα λαχανικά πλούσια σε βιταμίνη C

Με αυτούς τους συνδυασμούς, το γεύμα γίνεται και διατροφικά πιο αποδοτικό, βοηθώντας τον οργανισμό να αξιοποιήσει καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά των οσπρίων. Μια μικρή λεπτομέρεια στο πιάτο, που τελικά κάνει μεγάλη διαφορά στη διατροφική αξία της καθημερινής μας νηστίσιμης κουζίνας.

Μάθε περισσότερες πληροφορίες για τα όσπρια της άροσις στο arosis.gr.

Πηγή: shape.gr