Στη γωνία της Hudson Street, στο σιωπηλό αλλά πάντα ανήσυχο Greenwich Village του Μανχάταν, μπορείς να δεις ακόμη να στέκει το White Horse Tavern. Πρόκειται για ένα μπαρ που δεν κουβαλά απλώς ιστορία αλλά μια ολόκληρη μυθολογία.
Από το 1880 μέχρι σήμερα, οι ξύλινοι τοίχοι του έχουν απορροφήσει καπνό, γέλια, ξύλο, ποιήματα και μεθυσμένες εξομολογήσεις. Αν υπήρξε ποτέ ένα μέρος που να συμπυκνώνει το πνεύμα της μποέμ Νέας Υόρκης, αυτό είναι εδώ. Και αν υπήρξε ένας συγγραφέας που ταυτίστηκε με τον παλμό του, αυτός ήταν ο Jack Kerouac.
Θα ήταν άδικο να πούμε πως ο Kerouac ήταν απλώς θαμώνας. Ήταν κομμάτι του τοπίου. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60, όταν η γενιά του Beat αμφισβητούσε κάθε καθωσπρεπισμό της αμερικανικής κοινωνίας, εκείνος έβρισκε στο White Horse Tavern ένα καταφύγιο και ταυτόχρονα μια σκηνή. Μετά την επιτυχία του On the Road, το όνομά του έγινε συνώνυμο της ελευθερίας, του αυθορμητισμού και της αδιάκοπης αναζήτησης εμπειριών. Όμως στο συγκεκριμένο μπαρ δεν χρειαζόταν να είναι ο διάσημος συγγραφέας. Μπορούσε να είναι απλώς ο Τζακ. Και όλοι μας θέλουμε το στέκι μας, ακόμη και αν δεν είμαστε λογοτέχνες.
Η φήμη του στη Νέα Υόρκη
Το White Horse Tavern άλλωστε, είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως στέκι λογοτεχνών πολύ πριν ο Kerouac περάσει την πόρτα του. Η βαριά ξύλινη μπάρα, τα μικρά τραπέζια στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, το φως που έπεφτε χαμηλά και ζεστά πάνω στα πρόσωπα των θαμώνων δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα σχεδόν θεατρική. Γι' αυτό και σύχναζαν ποιητές, ηθοποιοί και συγγραφείς που αναζητούσαν όχι μόνο έμπνευση αλλά και κοινότητα – ήταν όλως τυχαίως και το στέκι του Gregory Corso. Σε μια εποχή όπου η δημιουργικότητα συχνά γεννιόταν μέσα από τη σύγκρουση και τον διάλογο, το μπαρ λειτουργούσε σαν ένα άτυπο εργαστήριο ιδεών.
Ο Kerouac, με τη χαρακτηριστική του ενέργεια, περνούσε ώρες πίνοντας, συζητώντας και βυθισμένος σε σκέψεις. Υπάρχει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό στην εικόνα του. Υπάρχει στον τοίχο μια φωτογραφία, που τον δείχνει με ένα ποτήρι, ένα σημειωματάριο που μένει κλειστό αλλά γεμάτο υποσχέσεις και μια παρέα γύρω του. Το White Horse Tavern ήταν χώρος τριβής και ο Κέρουακ αγαπούσε ακριβώς αυτό, γιατί μέσα από αυτήν γεννιόταν ο αυθόρμητος ρυθμός της γραφής του.
Το μπαρ βρισκόταν στην καρδιά της ζύμωσης της αντιαμερικανικής κουλτούρας της εποχής. Δεν ήταν πολυτελές, ούτε επιτηδευμένο. Η γοητεία του βρισκόταν ακριβώς στην ανεπιτήδευτη ταυτότητά του. Ήταν ένα μέρος όπου μπορούσες να μιλήσεις δυνατά, να διαφωνήσεις έντονα, να ερωτευτείς ξαφνικά ή να απογοητευτείς θεατρικά, χωρίς να σε κοιτάξει κανείς περίεργα.
Οι συνομιλίες μπορούσαν να ξεκινήσουν από τη λογοτεχνία και να καταλήξουν στη μεταφυσική, από την πολιτική στην καθαρή ποίηση της καθημερινότητας.
Το White Horse σήμερα
Σήμερα, το μπαρ εξακολουθεί να λειτουργεί, διατηρώντας πολλά από τα αυθεντικά του στοιχεία. Οι τουρίστες το επισκέπτονται για να αγγίξουν ένα κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας, ενώ οι ντόπιοι συνεχίζουν να το αντιμετωπίζουν σαν ένα σταθερό σημείο αναφοράς σε μια πόλη που αλλάζει διαρκώς. Κάθε γωνιά του μοιάζει να ψιθυρίζει ιστορίες από μια εποχή όπου η τέχνη δεν ήταν προϊόν αλλά στάση ζωής.
Είναι ένα σύμβολο μιας Νέας Υόρκης πιο άγριας, πιο αυθεντικής, πιο απρόβλεπτης, ο χώρος όπου η λογοτεχνία κατέβηκε από τα ράφια και κάθισε δίπλα σε ένα ποτήρι whisky. Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Kerouac ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε τη ζωή του όπως ακριβώς έγραφε.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.