Τα μυελοειδή νεοπλάσματα του θυρεοειδούς αποτελούν μια σχετικά σπάνια μορφή καρκίνου, καθώς αντιστοιχούν περίπου στο 3% του συνόλου των κακοηθειών του αδένα. Προέρχονται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα (C-κύτταρα), τα οποία εκκρίνουν καλσιτονίνη, γεγονός που καθιστά τη μέτρησή της ιδιαίτερα χρήσιμη στη διαγνωστική προσέγγιση.
Παρ’ όλα αυτά, η αύξηση της καλσιτονίνης δεν υποδηλώνει πάντα κακοήθεια, καθώς μπορεί να παρατηρηθεί και σε καλοήθεις καταστάσεις, όπως η υπερπλασία των C-κυττάρων, η έντονη θυρεοειδίτιδα ή ακόμη και να παρατηρηθεί λόγω λήψης κάποιων φαρμάκων. Σε κάθε περίπτωση, ο Ενδοκρινολόγος είναι ο αρμόδιος ιατρός που θα αξιολογήσει τα ευρήματα και θα θέσει τη διάγνωση ή την ισχυρή υποψία μυελοειδούς καρκινώματος.
Η διερεύνηση της νόσου βασίζεται σε συνδυασμό εξετάσεων και κλινικών δεδομένων, όπως η μέτρηση της διεγερμένης καλσιτονίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ασβεστίου, η παρακέντηση ύποπτων όζων, η υπερηχογραφική χαρτογράφηση των τραχηλικών λεμφαδένων και η λήψη λεπτομερούς ατομικού και οικογενειακού ιστορικού. Σε ποσοστό περίπου 25% των περιπτώσεων, η νόσος σχετίζεται με το σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας τύπου 2 (MEN2), το οποίο μπορεί να επηρεάσει και άλλα όργανα, όπως τους παραθυρεοειδείς αδένες και τα επινεφρίδια. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο προεγχειρητικός αποκλεισμός του φαιοχρωμοκυτώματος, ενός συνήθως καλοήθους όγκου που μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες αιμοδυναμικές διαταραχές κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
Αφού τεθεί η διάγνωση, η θεραπεία είναι κατά κύριο λόγο χειρουργική. Παραδοσιακά, η ελάχιστη αποδεκτή επέμβαση περιλαμβάνει ολική θυρεοειδεκτομή σε συνδυασμό με κεντρικό λεμφαδενικό καθαρισμό, καθώς τα μυελοειδή καρκινώματα εμφανίζουν συχνά και σε πρώιμο στάδιο λεμφαδενικές μεταστάσεις, ενώ δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο. Ωστόσο, δεν ισχύει ότι όλες οι περιπτώσεις απαιτούν την ίδια έκταση χειρουργικής παρέμβασης.
Τα τελευταία χρόνια έχει διαπιστωθεί ότι ορισμένα σποραδικά, δηλαδή μη κληρονομικά, μυελοειδή καρκινώματα παρουσιάζουν ήπια βιολογική συμπεριφορά και εξαιρετική πρόγνωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν απουσιάζει η δεσμοπλασία γύρω από τον όγκο, μπορεί να επαρκεί μια πιο περιορισμένη επέμβαση, όπως η λοβεκτομή. Η επιλογή αυτή συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο επιπλοκών και σε ορισμένους ασθενείς επιτρέπει την αποφυγή δια βίου θεραπείας υποκατάστασης με θυροξίνη.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, η έκταση της χειρουργικής επέμβασης καθορίζεται κυρίως από τα επίπεδα της καλσιτονίνης και τα ευρήματα από τη χαρτογράφηση των λεμφαδένων. Όταν οι τιμές της καλσιτονίνης είναι υψηλές ή όταν ανιχνεύονται παθολογικοί λεμφαδένες στα πλάγια τραχηλικά διαμερίσματα, τότε απαιτείται πιο εκτεταμένη χειρουργική προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει ολική θυρεοειδεκτομή μαζί με κεντρικό και πλάγιο λεμφαδενικό καθαρισμό.
Συνολικά, η αντιμετώπιση του μυελοειδούς καρκινώματος του θυρεοειδούς απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση και στενή συνεργασία μεταξύ Ενδοκρινολόγου και εξειδικευμένου Χειρουργού, ώστε να επιλεγεί η καταλληλότερη θεραπευτική στρατηγική και να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την υγεία του ασθενούς.
Ευχαριστούμε τον κ. Κυριάκο Βαμβακίδη, Χειρουργό Ενδοκρινών Αδένων, Διευθυντή Τμήματος Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων Νοσοκομείου "Ερρίκος Ντυνάν", Πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων. www.drvamvakidis.gr