Το πρώτο μπάνιο της άνοιξης δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα. Είναι τελετουργία, είναι δοκιμασία χαρακτήρα, είναι κάτι ανάμεσα σε πατριωτικό καθήκον και κακή απόφαση που πήρες ενώ είχε ήλιο στο μπαλκόνι. Γιατί ναι, μπορεί η θερμοκρασία να γράφει 22°C, αλλά η θάλασσα ζει ακόμα βαθιά στον Ιανουάριο και δεν έχει καμία πρόθεση να προχωρήσει.

Φτάνεις στην παραλία με ύφος ανθρώπου που "το ‘χει”. Κρατάς πετσέτα, γυαλιά ηλίου, ίσως κι έναν καφέ για το στυλ. Κοιτάς γύρω σου με εκείνο το ελαφρώς ειρωνικό χαμόγελο, σαν να λες "εγώ σήμερα θα μπω". Μέχρι που πλησιάζεις το νερό και συνειδητοποιείς ότι το Αιγαίο έχει μετατραπεί σε υγρό ψυγείο.

Βάζεις το πρώτο πόδι. Σταματάς. Το ξανασκέφτεσαι. Κάνεις ένα μικρό πίσω βήμα, όχι από φόβο — από "στρατηγική αναδίπλωση”. Ξαναδοκιμάζεις. Το νερό ανεβαίνει μέχρι τον αστράγαλο και εκεί αρχίζει το πραγματικό δράμα. Το σώμα σου στέλνει σήματα πανικού στον εγκέφαλο: "Τι κάνεις; Γιατί; Ποιος σε πλήρωσε;".

Οι χειμερινοί κολυμβητές είναι άνθρωποι;

Και κάπου εκεί, ενώ εσύ παλεύεις με την ύπαρξή σου, εμφανίζονται αυτοί. Οι μπαρμπάδες. Οι χειμερινοί κολυμβητές. Μπαίνουν στη θάλασσα με την άνεση ανθρώπων που πάνε μέχρι το περίπτερο. Χωρίς δισταγμό. Χωρίς δράμα. Χωρίς καν να αλλάξει η έκφρασή τους.

Κάποιος φοράει σκουφάκι. Άλλος έχει μαζί του και σαπούνι, γιατί προφανώς θα κάνει και μπάνιο κανονικά, όχι τα δικά σου τα "μπες-βγες-πέθανα”. Συζητάνε μεταξύ τους μέσα στο νερό σαν να βρίσκονται σε καφενείο. Για τον καιρό. Για την πολιτική. Για το πόσο "ζέστανε φέτος νωρίς”.

Εσύ τους κοιτάς και αναρωτιέσαι αν είναι άνθρωποι ή κάποια εξελιγμένη μορφή ζωής που προσαρμόστηκε στις ελληνικές θάλασσες. Γιατί δεν γίνεται. Δεν γίνεται να μην παγώνεις. Δεν γίνεται να χαμογελάς ενώ τα κύματα σου βαράνε τα πλευρά με θερμοκρασία που θυμίζει παγάκι σε ουίσκι.

Κάποια στιγμή ένας σε κοιτάει και σου λέει το κλασικό "Έλα, μια χαρά είναι, μην είσαι φλώρος!". Αυτή η φράση θα έπρεπε να διδάσκεται ως παράδειγμα κοινωνικής πίεσης. Γιατί ξέρεις ότι δεν είναι "μια χαρά”. Ξέρεις ότι πονάει. Αλλά τώρα δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Σε είδαν.

iStock Images

Η στιγμή της απόφασης

Εδώ είναι που κρίνονται όλα. Θα μπεις ή θα φύγεις με αξιοπρέπεια -όση έχει απομείνει;

Παίρνεις βαθιά ανάσα και αποφασίζεις να το κάνεις σωστά. Όχι μισά πράγματα. Όχι "μέχρι τη μέση”. Μπαίνεις αποφασιστικά. Για περίπου 1,5 δευτερόλεπτο νιώθεις ότι έχεις κερδίσει τη ζωή. Στο δεύτερο δευτερόλεπτο, όμως, το σώμα σου αρχίζει να ουρλιάζει εσωτερικά. Στο τρίτο, έχεις ήδη μετανιώσει όλες τις επιλογές που σε έφεραν εδώ.

Το κεφάλι είναι το τελευταίο σύνορο. Το βουτάς με μια κίνηση που μοιάζει ηρωική αλλά στην πραγματικότητα είναι απελπισμένη. Και κάπως έτσι ολοκληρώνεται το πρώτο μπάνιο της άνοιξης. Με ένα μίγμα θριάμβου, σοκ και ελαφριάς υποθερμίας.

Βγαίνεις έξω τρέμοντας, αλλά προσπαθείς να το παίξεις άνετος.  "Ωραία ήταν", λες, ενώ τα δόντια σου κάνουν beatbox. Τυλίγεσαι στην πετσέτα σαν γύρος και κάθεσαι στον ήλιο, ελπίζοντας να επιστρέψει η κυκλοφορία του αίματος.

Και τώρα που έγινε η κοτσάνα, ας γίνει σε μερικούς από εμάς μάθημα. Το πρώτο μπάνιο δεν είναι για όλους την άνοιξη. Κάποιοι ας το κάνουμε και Ιούλιο δεν χάθηκε ο κόσμος.

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το και το Instagram.