Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισε να χαλάει ο ύπνος μου. Μάλλον έγινε σταδιακά, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες κακές συνήθειες. Ένα τελευταίο scroll στο κινητό πριν κοιμηθώ. Ένα ακόμα βίντεο από αυτά τα καμμένα που στέλνουμε στο γκρουπ με την παρέα. Ένα ακόμα refresh στα social. Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, το να κοιμάμαι είχε μετατραπεί σε μια διαδικασία που απαιτούσε προσπάθεια.
Το έχουμε νιώσει όλοι νομίζω. Το σώμα κουρασμένο, αλλά το μυαλό συνεχίζει να τρέχει. Έκλεινα τα φώτα και αντί να νυστάζω, ένιωθα σαν να είχα μόλις πιει καφέ. Το κινητό είχε γίνει η τελευταία εικόνα της ημέρας και η πρώτη το επόμενο πρωί. Μέχρι που αποφάσισα να κάνω κάτι σχεδόν αστεία απλό. Να σταματήσω να κοιτάζω οθόνες πριν τον ύπνο.
Το δύσκολο δεν ήταν να αφήσω το κινητό ήταν να αντέξω την ησυχία
Την πρώτη εβδομάδα κατάλαβα κάτι μάλλον άβολο. Δεν είχα συνηθίσει την ηρεμία. Είχα συνηθίσει τη διαρκή διέγερση. Το μυαλό μου είχε εκπαιδευτεί να λειτουργεί με συνεχή πληροφορία, εικόνα και ήχο - και νομίζω λίγο πολύ το ίδιο ισχύει για τους περισσότερους από εμάς σήμερα. Ακόμα και ξαπλωμένος στο κρεβάτι, υπήρχε η ανάγκη να "γεμίσει" ο χρόνος μέχρι να έρθει ο ύπνος.
Και εκεί ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Για χρόνια αντιμετώπιζα τη νύχτα σαν προέκταση της ημέρας. Το κινητό δεν λειτουργούσε ως χαλάρωση αλλά σαν συνέχεια της υπερέντασης. Κοιτούσα ειδήσεις, Instagram, YouTube, memes, δουλειά. Ο εγκέφαλος μου δεν καταλάβαινε ποτέ ότι η μέρα τελείωσε (σ.σ.: ούτως ή άλλως δεν καταλαβαίνει και πολλά).
Αποφάσισα λοιπόν να δοκιμάσω κάτι συγκεκριμένο. Καμία οθόνη μία ώρα πριν τον ύπνο. Ούτε κινητό, ούτε laptop, ούτε τηλεόραση. Στην αρχή έμοιαζε σχεδόν εκνευριστικό. Έπιανα ασυναίσθητα το κινητό κάθε λίγα λεπτά. Το είχα μετατρέψει σε αντανακλαστικό.
Το αντικατέστησα με δύο πράγματα που δεν είχα σκεφτεί καθόλου για τη νύχτα. Βιβλίο και λίγα λεπτά διαλογισμού.
Μεσαιωνικά βιβλία και μπόλικο γκούζφραμπα
Δεν περίμενα ότι το διάβασμα το βράδυ θα έκανε τόσο μεγάλη διαφορά. Όχι επειδή είναι κάποια μαγική wellness συνήθεια, αλλά επειδή με ανάγκαζε να επιβραδύνω. Σε αντίθεση με το κινητό, το βιβλίο δεν απαιτεί συνεχή εναλλαγή εικόνων και πληροφοριών. Δεν έχει notifications, hyperlinks ή αλγόριθμο να σε κρατά ξύπνιο. Αυτό, είναι τρομερό hack για όσους έχουμε μάθει να διαβάζουμε τα μεσημέρια του Σαββατοκύριακου.
Διάβαζα 15-20 λεπτά κάθε βράδυ. Μερικές φορές περισσότερο. Και το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι άρχισα να νυστάζω φυσιολογικά. Όχι να "πέφτω ξερός” από εξάντληση, αλλά να αισθάνομαι ότι το σώμα κατεβάζει ρυθμούς μόνο του.
Το ίδιο συνέβη και με τον διαλογισμό. Τίποτα υπερβολικό ή spiritual. Δεν έγινα γκουρού που μονολογούσε ''ommm'' κάθε δέκα λεπτά. Είχα απλά δέκα λεπτά ησυχίας και αναπνοών πριν κοιμηθώ. Στην αρχή μου φαινόταν αδύνατο να συγκεντρωθώ. Θυμήθηκα όμως ένα πολύ ωραίο ντοκιμαντέρ του Netflix, το Headspace, το οποίο όσον αφορά τον διαλογισμό είχε πει το εξής. Διαλογισμός δεν είναι να σταματήσεις να σκέφτεσαι. Είναι να σταματήσεις να κυνηγάς κάθε σκέψη.
Και αυτό, τελικά, ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόταν ο ύπνος μου.
Δεν κοιμάμαι "τέλεια”, κοιμάμαι όμως πραγματικά
Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν ήταν ότι κοιμάμαι περισσότερες ώρες. Είναι ότι ο ύπνος μοιάζει ξανά ξεκούραστος. Ξυπνάω χωρίς αυτή τη θολούρα του ασταμάτητου scrolling μέχρι τις 2 το πρωί. Το σώμα νιώθει πιο ήρεμο και το μυαλό λιγότερο υπερφορτωμένο.
Το παράξενο είναι ότι η διαφορά ήρθε όχι προσθέτοντας κάτι εντυπωσιακό στη ζωή μου, αλλά αφαιρώντας κάτι. Λιγότερη πληροφορία. Λιγότερο φως. Λιγότερος θόρυβος.
Ξαναλέω, δεν έγινα ξαφνικά γκουρού ευεξίας. Υπάρχουν ακόμα βράδια που θα χαζέψω στο κινητό ή θα δω σειρά μέχρι αργά. Η διαφορά είναι ότι πλέον καταλαβαίνω τι κάνει αυτό στο σώμα και στον εγκέφαλό μου.
Για χρόνια θεωρούσαμε σχεδόν φυσιολογικό να κοιμόμαστε με το κινητό στο χέρι. Ίσως όμως ο εγκέφαλος να μην ήταν ποτέ φτιαγμένος για να περνά από το TikTok κατευθείαν στον ύπνο.
Και ίσως τελικά η καλύτερη βραδινή συνήθεια να μην είναι κάποιο νέο hack ευεξίας, αλλά κάτι πολύ πιο απλό. Να αφήνεις τον εαυτό σου να ησυχάζει πριν κοιμηθεί.