Υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται τη Μύκονο πριν γίνει brand. Πριν από τις infinity pools, τα ιδιωτικά jets και τα τραπέζια με λογαριασμούς που ταξιδεύουν στα social media. Ο Γιάννης Κουσαθανάς δεν τη θυμάται απλώς. Την έζησε από μέσα και, με τον τρόπο του, βοήθησε να χτιστεί ο μύθος της.
Από τον Γιώργο Σατσίδη
Γεννημένος το 1943 στη Δήλο, μετακόμισε με την οικογένειά του στη Μύκονο σε ηλικία πέντε ετών. Μεγάλωσε σε έναν τόπο σκληρό, όμορφο και στερημένο από τις ανέσεις που σήμερα θεωρούμε αυτονόητες. Δούλεψε από μικρός: στα μεταλλεία, στο ψάρεμα, στην οικογενειακή ταβέρνα. Ο πατέρας του είχε ένα μικρό ξενοδοχείο και η οικογένεια προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό το καινούργιο πράγμα που λεγόταν τουρισμός.

Η Μύκονος πριν από τα jets, τις βίλες και τα VIPs
"Ήμασταν τέσσερα αδέλφια και δουλεύαμε όλοι μαζί", θυμάται. Οι πρώτοι ξένοι δεν έφταναν αναζητώντας "experiences". Έρχονταν σχεδόν σαν απρόσμενοι επισκέπτες. Τα παιδιά της οικογένειας τούς πρόσφεραν φρούτα, ψάρια και ό,τι είχε δώσει εκείνη την ημέρα η γη και η θάλασσα. Κι όταν δεν υπήρχε χώρος για να κοιμηθούν, η λύση ήταν αυτονόητη. "Η μητέρα μου ήταν πολύ φιλόξενη. Βγαίναμε εμείς από το δωμάτιο, έβαζε τους τουρίστες στα κρεβάτια της οικογένειας και κοιμόμασταν έξω".
Αν ψάχνει κανείς το πραγματικό DNA της μυκονιάτικης φιλοξενίας, βρίσκεται σε αυτή τη φράση. Όχι στο design ούτε στο marketing, αλλά στην απόφαση να δώσεις στον ξένο το ίδιο σου το κρεβάτι.

Η μικρή οικογενειακή ταβέρνα στον Πλατύ Γιαλό έγινε το πρώτο κεφάλαιο μιας ολόκληρης ξενοδοχειακής ιστορίας. Ο Γιάννης παντρεύτηκε τη Φωτεινή το 1966 και μαζί μετέτρεψαν την αρχική επιχείρηση σε ξενώνες. Το πρώτο Petinos Hotel ιδρύθηκε επίσημα το 1974. Ακολούθησαν το Petinos Beach Hotel το 1982, το Nissaki Hotel το 1984, το Palladium το 1993, το Saint John Hotel Villas & Spa το 2003, το Anax Resort & Spa το 2016, τα Jenny’s Summer Houses το 2017 και το Aeonic Suites & Spa το 2021. Σήμερα, τα παιδιά και τα εγγόνια του συνεχίζουν μια οικογενειακή διαδρομή που μετρά περισσότερο από μισό αιώνα.

Όμως η εικόνα που κρατά ο ίδιος στο μυαλό του δεν θυμίζει σε τίποτα ξενοδοχείο πέντε αστέρων. Είναι ξυπόλητος, μόλις έχει επιστρέψει από τον κήπο, και μπροστά του βρίσκεται μια μεγάλη γούρνα γεμάτη ζωντανά ψάρια και αστακούς, που έφερναν περίπου είκοσι καΐκια. "Με ρωτούσε ο πελάτης: "Τι θα φάμε, κύριε Πετεινέ;”. Του έλεγα: "Πήγαινε στη γούρνα, πιάσε ό,τι θέλεις και έλα να το βράσουμε”".
Από εκεί πέρασαν σχεδόν όλοι: ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Μαρία Κάλλας, η Brigitte Bardot, η Jackie Kennedy και η Soraya Esfandiary-Bakhtiary, η δεύτερη σύζυγος του τελευταίου Σάχη και πρώην βασίλισσα του Ιράν, η οποία μετά το διαζύγιό της παρέμεινε γνωστή ως πριγκίπισσα Soraya. Μάλιστα, το 1965 έμεινε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Κουσαθανά και αργότερα απέκτησε δικό της σπίτι στη Μύκονο, όπου περνούσε μεγάλα διαστήματα.
Ο Κουσαθανάς τη θυμάται "ευγενική, σοβαρή και πολύ απλή", έναν άνθρωπο που απέφευγε τη δημοσιότητα. Όταν τον ρωτώ τι ήταν αυτό που την κράτησε για χρόνια στο νησί, χαμογελά και αφήνει μια ατάκα να αιωρείται: "Η Μύκονος είναι το νησί του έρωτα. Ίσως και τη Soraya να την έφερε ο έρωτας. Τα υπόλοιπα θα τα πουν άλλοι".
Για τον Ωνάση μιλά επίσης χωρίς κανένα δέος απέναντι στο όνομα. Τον θυμάται ως έναν άνθρωπο "πολύ απλό και πολύ αγαπητό", που ήθελε τα παιδιά κοντά του, τα κερνούσε και τους ζητούσε να χορεύουν. Αυτό ήταν το παράδοξο της παλιάς Μυκόνου: οι πιο ισχυροί άνθρωποι του κόσμου πήγαιναν εκεί όχι για να τους φερθούν σαν να ήταν ισχυροί, αλλά για να ξεχάσουν για λίγο ότι ήταν.

Η ελευθερία του νησιού δεν ήταν τότε εμπορικό αφήγημα. Ήταν καθημερινή στάση. Όταν οι πρώτοι γυμνιστές άρχισαν να πηγαίνουν στο Super Paradise —μια απομονωμένη παραλία χωρίς δρόμο— κανένας ντόπιος δεν ενοχλήθηκε. Κάποια στιγμή, θυμάται, έφτασαν ο δεσπότης Σύρου, ο λιμενάρχης και ο αστυνόμος για να δουν τι συνέβαινε. Ο ίδιος τούς πήγε με καΐκι ως εκεί και τους είπε: "Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενοχλούν κανέναν. Αφήστε τους". Σε αυτή τη μικρή ιστορία κρύβεται ίσως η εξήγηση για το πώς ένα συντηρητικό κυκλαδίτικο νησί εξελίχθηκε σε διεθνές καταφύγιο διαφορετικότητας: ο Μυκονιάτης δεν ένιωθε την ανάγκη να ελέγξει τι έκανε ο διπλανός του.
Και ύστερα ήταν τα γλέντια. Όχι τα σημερινά events με guest lists, χορηγούς και φωτογραφικά backdrops, αλλά τα πανηγύρια που κρατούσαν δύο μερόνυχτα. Έλληνες και ξένοι γίνονταν μία παρέα, με βιολιά, κρασί και φαγητό. "Οι Μυκονιάτες ήταν πολύ γλεντζέδες", λέει. "Η διασκέδαση ξεκίνησε από τους ντόπιους και συνεχίστηκε". Η Μύκονος δεν εισήγαγε τη χαρά της ζωής. Την εξήγαγε.
Ο Κουσαθανάς υπήρξε από τους πρώτους που έβαλαν ξαπλώστρες στις παραλίες και έφερε το πρώτο ιδιωτικό mini bus για τη μεταφορά επισκεπτών. Τότε η ξαπλώστρα ήταν μια απλή διευκόλυνση, όχι σύμβολο κοινωνικού status. Θα μπορούσε να είχε φανταστεί τη σημερινή υπερβολή; "Όχι. Δεν περίμενα αυτή την ακρίβεια", απαντά. Επιμένει, ωστόσο, ότι η εικόνα της απλησίαστης Μυκόνου είναι παραπλανητική. "Υπάρχει δωμάτιο με 50 ευρώ και βίλα με 5.000. Εσύ επιλέγεις πού θέλεις να μείνεις". Κατά τη γνώμη του, λίγα πανάκριβα μαγαζιά δεν μπορούν να καθορίζουν την ταυτότητα ενός ολόκληρου νησιού.
Δεν ωραιοποιεί, πάντως, το σήμερα. Οι σύγχρονοι VIPs, λέει, εξακολουθούν να αγαπούν την απλότητα, αλλά αναζητούν ταυτόχρονα "και το μεγαλείο". Θεωρεί ότι το νησί έχει ξεπεράσει τα όριά του: η δόμηση πρέπει να επιβραδυνθεί και τα νέα ξενοδοχεία και οι βίλες να περιμένουν ώσπου να προηγηθούν δρόμοι, δίκτυα και δημόσια έργα. "Τώρα το νησί είναι φορτωμένο", λέει καθαρά.
Είναι ακόμη πιο αιχμηρός απέναντι στις διεθνείς αλυσίδες που έφτασαν όταν το όνομα "Mykonos" είχε ήδη αποκτήσει παγκόσμια αξία. "Δεν ήρθαν για να δώσουν το όνομά τους στο νησί. Βρήκαν ένα όνομα έτοιμο και ήρθαν να πάρουν τα λεφτά". Δεν είναι η γκρίνια ενός ανθρώπου που αποστρέφεται την πρόοδο. Είναι η θέση κάποιου που έμαθε από τους πρώτους συμβούλους του ΕΟΤ ότι μια καλή επιχείρηση δεν απομυζά τον τόπο της· επενδύει ξανά σε αυτόν.

Ο ίδιος αποδίδει την επιτυχία του όχι μόνο στη δουλειά, αλλά και στους ανθρώπους. "Εμένα με έκαναν οι άνθρωποι γνωστό. Δεν έγινα μόνος μου. Αγαπώ όλη την κοινωνία, επώνυμους και ανώνυμους". Μιλά με περηφάνια για τη σύζυγό του, τα τρία παιδιά, τα επτά εγγόνια και τα τέσσερα δισέγγονά του. Η πραγματική του περιουσία, μοιάζει να λέει, δεν μετριέται μόνο σε ξενοδοχεία.
Πριν κλείσουμε, επιστρέφει ξανά στην ίδια λέξη: απλότητα. "Πολύ επώνυμοι έρχονταν στη Μύκονο για να βρουν τον κύριο Πετεινό, επειδή ήταν απλός άνθρωπος. Τους έκανε αστεία, τους έφερνε βιολιά, κρασί και φαγητό. Ποτέ δεν είπα ότι κουράστηκα". Και μετά, σαν να συνοψίζει εξήντα χρόνια τουρισμού σε μία πρόταση, προσθέτει: "Από την απλότητα ξεκινήσαμε τα πάντα!".

Ίσως αυτή να είναι και η πιο χρήσιμη παρακαταθήκη του για τη Μύκονο του αύριο. Το νησί δεν έγινε μύθος επειδή πρόσφερε τα περισσότερα. Έγινε μύθος επειδή επέτρεπε στον καθένα να είναι ο εαυτός του — και τον έκανε να νιώθει ότι είχε φτάσει σε ένα απλό σπίτι φίλων, όπου μπορούσε να μείνει όσο ήθελε.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.