Γιατί η αγορά εργασίας μας εξαντλεί σιωπηλά

Θέλεις να αλλάξεις δουλειά, αλλά δεν βρίσκεις διέξοδο; Το quiet cracking περιγράφει τη σταδιακή ψυχολογική φθορά των εργαζομένων που παραμένουν σε μια δουλειά που τους εξαντλεί.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Εδώ περικόπτονται θέσεις εργασίας, αλλού γίνονται απολύσεις και η οικονομία δεν φαίνεται να βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση. Η αγορά εργασίας αυτή την περίοδο μοιάζει με τον προθάλαμο της κόλασης. Οι νέες αγγελίες για δουλειά είναι ελάχιστες, εκατοντάδες υποψήφιοι διεκδικούν την ίδια θέση, οι απαιτήσεις των εργοδοτών είναι συχνά υπερβολικές και το γενικότερο κλίμα είναι απογοητευτικό. Πολλή απογοήτευση, αλλά ελάχιστες εναλλακτικές. Και όλο αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία.

"Μείνετε στις δουλειές σας!"

Πριν από μερικούς μήνες, ένα άρθρο του Spiegel Online προκάλεσε αρκετές συζητήσεις. Σε αυτό, άνθρωποι που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα συμβούλευαν τους εργαζομένους να μην παραιτούνται σε καμία περίπτωση, ακόμη κι αν είναι δυσαρεστημένοι με τη δουλειά τους, καθώς οι πιθανότητες να βρουν κάτι καλύτερο αυτή την περίοδο είναι περιορισμένες.

Πρόκειται για μια αρκετά απογοητευτική συμβουλή, η οποία όμως περιέχει μια δόση αλήθειας. Όποιος έχει περιηγηθεί τα τελευταία χρόνια σε ιστοσελίδες αναζήτησης εργασίας ή παρακολουθεί τις διαθέσιμες αγγελίες, πιθανότατα έχει καταλήξει σε παρόμοιο συμπέρασμα.

Στους περισσότερους κλάδους οι ευκαιρίες δεν είναι πολλές, ενώ για κάθε διαθέσιμη θέση υπάρχουν δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες ενδιαφερόμενοι. Και αρκετές φορές, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον, η διαδικασία επιλογής ολοκληρώνεται χωρίς να προσληφθεί κανείς.

Η αλλαγή δουλειάς μοιάζει πλέον σχεδόν με το να κερδίζεις το λαχείο. Τουλάχιστον αυτή είναι η αίσθηση πολλών εργαζομένων που θα ήθελαν να εξελιχθούν επαγγελματικά.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στην επαγγελματική στασιμότητα. Η αδυναμία να βρει κανείς μια καλύτερη θέση εργασίας μετατρέπεται σταδιακά σε σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση.

Διαβάστε Επίσης

Το πρόβλημα της αίσθησης ότι δεν υπάρχει διέξοδος

Το να αισθάνεσαι ότι δεν έχεις επιλογές μπορεί να γίνει ασφυκτικό. Θέλεις να φύγεις από μια κατάσταση που σε δυσαρεστεί, αλλά δεν μπορείς. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αισθάνεσαι ότι θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων μόνο και μόνο επειδή εξακολουθείς να έχεις δουλειά.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα πράγματα θα έπρεπε να είναι σχετικά απλά. Αν κάποιος είναι δυσαρεστημένος από τη δουλειά του ή θέλει να εξελιχθεί επαγγελματικά, αναζητά μια νέα θέση και προχωρά στο επόμενο βήμα.

Μόνο που η σημερινή αγορά εργασίας δεν επιτρέπει πάντα κάτι τέτοιο.

Έτσι, πολλοί εργαζόμενοι βρίσκονται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: Να παραμείνουν σε μια δουλειά που τους κάνει δυστυχισμένους ή να παραιτηθούν, ρισκάροντας να μη βρουν κάτι καινούργιο;

Η παραίτηση χωρίς να υπάρχει μια άλλη εξασφαλισμένη θέση αποτελεί οικονομικό ρίσκο που οι περισσότεροι δεν μπορούν να αναλάβουν.

Αναγκάζονται λοιπόν να παραμείνουν στη δουλειά τους, ακόμη κι αν δεν είναι ευχαριστημένοι, επειδή απλώς δεν έχουν κάποια ρεαλιστική εναλλακτική.

Και αυτή η κατάσταση μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ψυχική τους υγεία.

Το φαινόμενο έχει αποκτήσει μια συγκεκριμένη ονομασία: quiet cracking.

Quiet cracking: Όταν η δουλειά σε εξαντλεί αργά και σιωπηλά

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένας εργαζόμενος μπορεί να θελήσει να αλλάξει δουλειά. Η γενικότερη δυσαρέσκεια, οι προβληματικές σχέσεις με συναδέλφους ή προϊσταμένους και το έντονο εργασιακό στρες είναι μερικοί από αυτούς.

Όταν τα προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν, η αποχώρηση μπορεί να αποτελεί μια αναγκαία επιλογή για την προστασία της προσωπικής ευεξίας.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η επιλογή δεν υπάρχει;

Όταν η αλλαγή εργασίας μοιάζει σχεδόν αδύνατη, ο εργαζόμενος αναγκάζεται να συνεχίσει να βρίσκεται σε ένα περιβάλλον που τον επιβαρύνει.

Το quiet cracking περιγράφει ακριβώς αυτή τη σταδιακή ψυχολογική φθορά. Ένας άνθρωπος που είναι δυστυχισμένος στη δουλειά του και δεν βλέπει κάποια διέξοδο αρχίζει να εξαντλείται αργά, πολλές φορές χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι γύρω του.

Η δυσαρέσκεια αυξάνεται, η εργασιακή απόδοση μειώνεται και το κίνητρο για προσπάθεια αρχίζει σταδιακά να εξαφανίζεται.

Για όσους βρίσκονται ήδη κοντά στην επαγγελματική εξουθένωση και αντιμετωπίζουν τη δουλειά τους ως σημαντική πηγή ψυχολογικής πίεσης, η παραμονή στο ίδιο περιβάλλον μπορεί να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάστασή τους.

Το quiet cracking περιγράφεται ως ένα ανησυχητικό προειδοποιητικό στάδιο που μπορεί να προηγείται του burnout.

Οι συμπεριφορές που μπορούν να κάνουν την κατάσταση χειρότερη

Τι μας προκαλεί, λοιπόν, η σημερινή κατάσταση στην αγορά εργασίας; Μπορεί να μας οδηγήσει σε συμπεριφορές που τελικά βλάπτουν τόσο εμάς όσο και την επαγγελματική μας ζωή.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το quiet quitting, γνωστό και ως "σιωπηλή παραίτηση".

Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία ο εργαζόμενος αρχίζει σταδιακά να αποστασιοποιείται από τη δουλειά του. Σταματά να προσπαθεί περισσότερο από όσο απαιτείται, χάνει το ενδιαφέρον του και αποσύρεται συναισθηματικά από την εργασία του.

Στην πραγματικότητα, έχει ήδη παραιτηθεί μέσα του. Ωστόσο, λόγω των συνθηκών, η παραίτηση δεν πραγματοποιείται ποτέ στην πράξη.

Αυτή η συμπεριφορά επηρεάζει την εργασιακή απόδοση και τελικά δεν ωφελεί κανέναν.

Το quiet cracking, από την άλλη πλευρά, αφορά περισσότερο την εσωτερική ψυχολογική επιβάρυνση.

Ο εργαζόμενος συνεχίζει να προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ακόμη κι όταν η δουλειά του τον εξαντλεί. Δεν βλέπει κάποια διέξοδο, αλλά εξακολουθεί να θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του.

Και αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο ιδιαίτερα ανησυχητικό. Η ψυχολογική φθορά μπορεί να εξελίσσεται χωρίς να υπάρχουν εμφανή σημάδια, μέχρι να φτάσει σε σημείο σοβαρής εξουθένωσης.

Οι συνέπειες που μπορεί να έχει η σημερινή αγορά εργασίας στην ψυχική υγεία είναι σημαντικές. Και υπάρχει ακόμη μία πλευρά του προβλήματος: ορισμένοι θεωρούν ότι μπορούν να επωφεληθούν από αυτή την κατάσταση.

Η αγορά εργασίας που ευνοεί τους εργοδότες

Η σημερινή κατάσταση στην αγορά εργασίας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα ευνοϊκή για τους εργοδότες.

Όταν οι διαθέσιμες θέσεις είναι περιορισμένες και οι υποψήφιοι πολλοί, οι επιχειρήσεις αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.

Μπορούν να πιέζουν τους μισθούς προς τα κάτω, να απαιτούν υπερωρίες και να αυξάνουν τις υποχρεώσεις των εργαζομένων, γνωρίζοντας ότι εκείνοι δύσκολα θα αποφασίσουν να παραιτηθούν.

Με λίγη υπερβολή, θα μπορούσαν ακόμη και να ζητήσουν από κάποιον να τους δώσει το ένα του νεφρό, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι θα σηκωθεί να φύγει.

Γιατί να το κάνει, άλλωστε, όταν γνωρίζει ότι οι συνθήκες μπορεί να είναι εξίσου δύσκολες και αλλού; Και ακόμη κι αν υπάρχει μια καλύτερη δουλειά, θα πρέπει πρώτα να καταφέρει να τη βρει.

Πρόκειται για ένα πραγματικό αδιέξοδο, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις οι εργοδότες μπορούν να εκμεταλλευτούν.

Αυτό που συχνά παραβλέπεται, ωστόσο, είναι ότι οι ίδιες οι επιχειρήσεις καταλήγουν να πληρώνουν το τίμημα της κακής μεταχείρισης των εργαζομένων τους.

Όταν ένας εργοδότης πιέζει συνεχώς το προσωπικό του, αυξάνει υπερβολικά τις απαιτήσεις και αγνοεί την ψυχική του κατάσταση, δεν εξασφαλίζει καλύτερα αποτελέσματα.

Αντίθετα, η δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει στη μείωση της παραγωγικότητας μέσω του quiet quitting.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι που βρίσκονται υπό διαρκή πίεση μπορεί να παρουσιάσουν συμπτώματα quiet cracking και, στη συνέχεια, να οδηγηθούν σε επαγγελματική εξουθένωση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να σημαίνει ακόμη και πλήρη αδυναμία συνέχισης της εργασίας τους για κάποιο διάστημα.

Και κάτι τέτοιο έχει σημαντικό κόστος και για τις επιχειρήσεις.

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση

Η αγορά εργασίας περνά μια δύσκολη περίοδο, αυτό είναι ξεκάθαρο. Με την τεχνητή νοημοσύνη να αλλάζει σταδιακά τον τρόπο λειτουργίας πολλών επαγγελμάτων και την οικονομική ανάπτυξη να παραμένει υποτονική, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα αν οι συνθήκες πρόκειται να βελτιωθούν στο άμεσο μέλλον.

Μέχρι να συμβεί αυτό, το σημαντικότερο είναι να μην παραμελούμε τον εαυτό μας.

Η ψυχική υγεία πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, ακόμη κι όταν οι επαγγελματικές επιλογές μας είναι περιορισμένες.

Το να υπομένουμε σιωπηλά μια κατάσταση που μας εξαντλεί, ελπίζοντας απλώς ότι κάποια στιγμή θα αλλάξει, δεν αποτελεί λύση.

Χρειάζεται να μιλάμε ανοιχτά για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, να εκφράζουμε τις ανάγκες μας και να υπερασπιζόμαστε τα όριά μας.

Η αποσιώπηση της δυσαρέσκειας και η συνεχής καταπίεση των συναισθημάτων μας δεν ωφελούν ούτε εμάς ούτε το εργασιακό περιβάλλον.

Ας ελπίσουμε ότι και οι εργοδότες θα κατανοήσουν πως αυτή η κρίση δεν αφορά αποκλειστικά τους εργαζομένους, αλλά επηρεάζει μακροπρόθεσμα και τις ίδιες τις επιχειρήσεις.

Άλλωστε, μια εταιρεία που απασχολεί δυστυχισμένους και εξαντλημένους εργαζομένους είναι πολύ πιθανό να πληρώσει τελικά μεγαλύτερο τίμημα από εκείνο που θα απαιτούσε η δημιουργία ενός υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος και η καταβολή δίκαιων μισθών.

Και αυτό είναι κάτι που αξίζει να σκεφτούν σοβαρά οι εργοδότες.