Μια τεράστια πετρελαιοκηλίδα εξαπλώνεται κατά μήκος των ακτών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, έπειτα από επίθεση που δέχτηκε δεξαμενόπλοιο στην περιοχή τις προηγούμενες ημέρες. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ακριβής εκτίμηση για την ποσότητα πετρελαίου που έχει διαρρεύσει σε αυτό το τμήμα των Στενών του Ορμούζ, ωστόσο οι δορυφορικές εικόνες αποκαλύπτουν ότι η περιβαλλοντική καταστροφή είναι σημαντική.
Το αργό πετρέλαιο προέρχεται από το Gem No. 2, ένα δεξαμενόπλοιο με σημαία Παναμά, το οποίο χτυπήθηκε σε απόσταση περίπου 25 χιλιομέτρων από την πόλη Ουμ Αλ Κουουέιν, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η πετρελαιοκηλίδα έχει ήδη επεκταθεί σε ακτίνα που φτάνει τα 35 χιλιόμετρα από το πλοίο και κινείται προς τις περιοχές Σινίγια και Χορ Αλ Μπέιντα. Πρόκειται για ένα οικοσύστημα ιδιαίτερα πλούσιο σε βιοποικιλότητα, με κοραλλιογενείς σχηματισμούς, υποθαλάσσια λιβάδια και θαλάσσιες χελώνες.
Στενά του Ορμούζ: Η θάλασσα πληρώνει τον πόλεμο
Ένα και μόνο δεξαμενόπλοιο που έχει υποστεί σοβαρές ζημιές μπορεί να απελευθερώσει δεκάδες χιλιάδες λίτρα πετρελαίου στη θάλασσα, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές σε ολόκληρα οικοσυστήματα. Ωστόσο, το περιστατικό με το Gem No. 2 αποτελεί μόνο ένα από τα πολλά που έχουν καταγραφεί το τελευταίο διάστημα στα Στενά του Ορμούζ. Και αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι η συνολική εικόνα.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τις πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις, έχουν καταγραφεί 113 επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων και εμπορικών πλοίων στην περιοχή. Από αυτές, οι 28 σημειώθηκαν τον Οκτώβριο, καθιστώντας τον τον χειρότερο μήνα από την έναρξη της σύγκρουσης. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO), την αρμόδια υπηρεσία του ΟΗΕ για τη ναυτιλία, ο αριθμός των επιθέσεων ανέρχεται σε 120, καθώς η δική του καταγραφή περιλαμβάνει μια ελαφρώς μεγαλύτερη θαλάσσια περιοχή.
Το πρόβλημα είναι ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς διαδρόμους του πλανήτη, ο οποίος έχει βρεθεί στο επίκεντρο του πολέμου. Είναι ταυτόχρονα μια ιδιαίτερα ευαίσθητη οικολογική ζώνη, που φιλοξενεί πολύτιμα θαλάσσια οικοσυστήματα. Επομένως, οι επιθέσεις με πυραύλους και drones εναντίον δεξαμενόπλοιων δεν έχουν μόνο πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις, αλλά και σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες.
Η σοβαρότητα της κατάστασης γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρη αν εξετάσουμε ποια πλοία βρίσκονται συχνότερα στο στόχαστρο. Οι πύραυλοι και τα drones πλήττουν κυρίως τα λεγόμενα supertankers, δηλαδή τα γιγαντιαία δεξαμενόπλοια που έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν φορτία έως και 300.000 τόνων.
Συνολικά, 30 τέτοια πλοία έχουν υποστεί ζημιές, εκ των οποίων τα 11 χτυπήθηκαν τον Οκτώβριο. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το 3,5% του παγκόσμιου στόλου αυτών των τεράστιων δεξαμενόπλοιων έχει δεχτεί επίθεση. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του κινδύνου, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι καθένα από αυτά μπορεί να μεταφέρει περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου.
Πέρα από τον αριθμό των πλοίων που έχουν πληγεί, είναι κυρίως αυτή η τεράστια μεταφορική ικανότητα που αποκαλύπτει πόσο επικίνδυνος είναι ο πόλεμος στα συγκεκριμένα νερά για το περιβάλλον.
Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να έχουμε σαφέστερη εικόνα για την έκταση των ζημιών που έχουν προκληθεί στα οικοσυστήματα κατά μήκος των ακτών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ωστόσο, παρόμοια περιστατικά του παρελθόντος προσφέρουν ήδη μια ανησυχητική εικόνα για τις πιθανές συνέπειες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επίθεση του Ιράν στο δεξαμενόπλοιο Minoan Pioneer, τον περασμένο Αύγουστο, κοντά στις ακτές του Ομάν. Τότε, η πετρελαιοκηλίδα έφτασε μέχρι το νησί Κεσμ, με αποτέλεσμα να μολυνθεί μια θαλάσσια έκταση περίπου 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος δεν απειλεί τη θάλασσα μόνο με πετρέλαιο. Στα νερά των Στενών του Ορμούζ έχουν τοποθετηθεί και θαλάσσιες νάρκες, δημιουργώντας έναν επιπλέον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα και το θαλάσσιο περιβάλλον.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του βρετανικού ερευνητικού ινστιτούτου Chatham House, το Ιράν έχει τοποθετήσει περίπου 80 νάρκες, κυρίως των τύπων Maham 3 και Maham 7. Οι συγκεκριμένες νάρκες είναι αγκυροβολημένες ή τοποθετημένες στον βυθό, γεγονός που τις καθιστά αόρατες από την επιφάνεια, ενώ έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι δύσκολος ο εντοπισμός τους ακόμη και με τη χρήση σόναρ.
Η απομάκρυνσή τους απαιτεί επιχειρήσεις που ενδέχεται να διαρκέσουν μήνες, εγκυμονώντας κινδύνους τόσο για όσους συμμετέχουν στις διαδικασίες αποναρκοθέτησης όσο και για το ίδιο το περιβάλλον.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις λιγότερο συζητημένες διαστάσεις του πολέμου.
Για ευνόητους λόγους, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις σπάνια βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Εκείνο που μας απασχολεί περισσότερο είναι συνήθως οι οικονομικές συνέπειες: η αύξηση των τιμών των καυσίμων, το κόστος της βενζίνης και η επιβάρυνση της καθημερινότητάς μας.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις έρχονται συχνά σε δεύτερη μοίρα. Όσο για τις περιβαλλοντικές, αυτές βρίσκονται ακόμη χαμηλότερα στη λίστα των προτεραιοτήτων μας.
Κι όμως, το περιβάλλον, παρότι συχνά το αντιμετωπίζουμε ως κάτι που δεν επηρεάζει άμεσα τη ζωή μας, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την ποιότητά της.
Μπορεί οι συνέπειες να μη γίνονται αμέσως αισθητές, όμως κάποια στιγμή θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε το πραγματικό τους μέγεθος. Άλλωστε, όταν ένας πόλεμος αφήνει πίσω του περιβαλλοντικές καταστροφές τόσο εκτεταμένες ώστε να είναι ορατές ακόμη και από το Διάστημα, σε μία από τις πιο ευαίσθητες και πολυσύχναστες θαλάσσιες περιοχές του πλανήτη, είναι δύσκολο να αγνοήσουμε το αποτύπωμά του.
