Ο πόνος δεν είναι ίδιος για όλους. Κάποιοι αντέχουν ένα βαθύ κόψιμο χωρίς να αντιδράσουν ιδιαίτερα, ενώ άλλοι νιώθουν έντονη ενόχληση ακόμα και στο παραμικρό τρύπημα. Η επιστήμη αρχίζει να εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό – και η απάντηση, σε έναν βαθμό, μας γυρίζει πολύ πιο πίσω απ’ όσο θα φανταζόμασταν.
Μια πρόσφατη γενετική μελέτη από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, που δημοσιεύτηκε στο Communications Biology, δείχνει ότι η αυξημένη ευαισθησία στον πόνο μπορεί να συνδέεται με γονίδια που κληρονομήσαμε από τους Νεάντερταλ. Δηλαδή από έναν συγγενικό ανθρώπινο πληθυσμό που εξαφανίστηκε δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν, αλλά άφησε το αποτύπωμά του στο DNA μας.
Το γονίδιο που "ρυθμίζει" τον πόνο
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το γονίδιο SCN9A. Πρόκειται για ένα γονίδιο-κλειδί στη λειτουργία του νευρικού συστήματος, καθώς ελέγχει τη δημιουργία διαύλων νατρίου που επιτρέπουν στα νεύρα να μεταφέρουν σήματα πόνου στον εγκέφαλο. Με απλά λόγια, είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους το σώμα αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά.
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε τρεις συγκεκριμένες παραλλαγές του SCN9A. Όσοι φέρουν και τις τρεις φαίνεται ότι έχουν χαμηλότερο κατώφλι πόνου, κυρίως σε μηχανικά ερεθίσματα, όπως το τρύπημα ή το κόψιμο του δέρματος. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η ίδια αυξημένη ευαισθησία δεν εμφανίζεται σε ερεθίσματα θερμότητας ή πίεσης.
Νεάντερταλ, DNA και εξέλιξη
Οι συγκεκριμένες παραλλαγές του γονιδίου θεωρείται ότι πέρασαν στο ανθρώπινο γονιδίωμα μέσω διασταυρώσεων ανάμεσα σε Νεάντερταλ και πρώιμους σύγχρονους ανθρώπους. Δεν είναι η πρώτη φορά που το SCN9A συνδέεται με τον πόνο: ήδη από το 2020, επιστήμονες είχαν περιγράψει τον ρόλο του ως "κρίσιμο" για την κατανόηση του πώς λειτουργούν οι νευρωνικές οδοί του πόνου.
Σήμερα, αυτές οι γενετικές παραλλαγές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Εμφανίζονται συχνότερα σε πληθυσμούς με μεγαλύτερο ποσοστό ιθαγενικής αμερικανικής καταγωγής και σπανιότερα στην Ευρώπη. Οι επιστήμονες το αποδίδουν σε πληθυσμιακά "στενώματα" που συνέβησαν όταν μικρές ομάδες ανθρώπων εγκαταστάθηκαν στην αμερικανική ήπειρο.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η αυξημένη ευαισθησία στον πόνο ήταν κάποτε χρήσιμη. Ίσως ένα πιο έντονο "καμπανάκι" να βοηθούσε στην αποφυγή τραυματισμών σε σκληρά περιβάλλοντα. Ή ίσως πρόκειται απλώς για ένα εξελικτικό κατάλοιπο που συνεχίζει να υπάρχει, χωρίς κάποιο σαφές όφελος.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.