Υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο σκηνικό σε κάθε ελληνικό σπίτι: κάποιος δείχνει το ψυγείο ή το πλυντήριο της γιαγιάς και λέει "αυτό δουλεύει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου". Και μετά κοιτάς τη δική σου συσκευή, που στα έξι ή επτά χρόνια αρχίζει "να κάνει νερά". Δεν είναι η νοσταλγία. Κάτι όντως έχει αλλάξει.
Οι παλιές οικιακές συσκευές είχαν έναν ξεκάθαρο ρόλο. Έκαναν λίγα πράγματα, με απλά μηχανικά μέρη, χωρίς οθόνες, αισθητήρες και λογισμικό. Αυτό τις έκανε βαρετές, αλλά και ανθεκτικές. Σήμερα, ο μέσος κύκλος ζωής πολλών συσκευών έχει πέσει αισθητά. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, τα ηλεκτρονικά απόβλητα αυξάνονται με ανησυχητικό ρυθμό και μέχρι το 2030 αναμένεται να φτάσουν τα 82 εκατομμύρια τόνους παγκοσμίως. Περισσότερες συσκευές, μικρότερη διάρκεια ζωής.
Ποιότητα, κόστος και πίεση στην παραγωγή
Η εξήγηση δεν είναι μυστηριώδης. Οι εταιρείες πιέζονται να ρίξουν κόστος, να ανανεώνουν γρήγορα τα μοντέλα τους και να ανταγωνίζονται σε τιμές. Η παραγωγή μεταφέρθηκε εκεί όπου αυτό είναι εφικτό, όχι επειδή κάποιος "φταίει", αλλά επειδή η αγορά το ζητά. Όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι ειδικοί, η Κίνα κατασκευάζει ό,τι της ζητήσεις: ανθεκτικότητα ή φθηνό προϊόν.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι η πολυπλοκότητα. Εκεί που παλιά υπήρχε ένας διακόπτης και ένα μοτέρ, τώρα υπάρχουν πλακέτες, οθόνες και εφαρμογές. Αυτά δεν χαλάνε πιο εύκολα μόνο· χαλάνε και με μεγαλύτερο κόστος. Μια μικρή βλάβη σε ηλεκτρονικό εξάρτημα συχνά σημαίνει ότι η επισκευή κοστίζει περισσότερο από μια καινούργια αγορά. Και κάπως έτσι, η συσκευή καταλήγει στα σκουπίδια.
Παίζει ρόλο και ο τρόπος που τις χρησιμοποιούμε. Μελέτη στη Νορβηγία δείχνει ότι όσο αυξήθηκε το βιοτικό επίπεδο, τόσο αυξήθηκε και η χρήση. Τα πλυντήρια δουλεύουν περισσότερο από ποτέ και απλώς φθείρονται πιο γρήγορα.
Επισκευή ή αντικατάσταση;
Ο καταναλωτής πρέπει να κοιτά και κάτι ακόμη: πόσο επισκευάσιμη είναι μια συσκευή. Η Γαλλία ήδη εφαρμόζει τον "Δείκτη Επισκευασιμότητας", που δείχνει αν αξίζει να φτιαχτεί ή όχι.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.