Ο Αμερικανός αναρριχητής Alex Honnold, ο άνθρωπος που έχει μετατρέψει τον φόβο σε πειθαρχία και το ρίσκο σε τέχνη, σκαρφάλωσε τον ουρανοξύστη Taipei 101 στην Ταϊπέι χωρίς σχοινί, χωρίς ζώνη, χωρίς κανέναν εξοπλισμό ασφαλείας. Μόνο με τη δύναμη των χεριών του, την απόλυτη συγκέντρωση και μια ψυχραιμία που μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική. Το εγχείρημα μεταδόθηκε ζωντανά από το Netflix, αλλά η πραγματική μετάδοση έγινε αλλού: στο συλλογικό σοκ όσων παρακολουθούσαν έναν άνθρωπο να αψηφά τα όρια της βαρύτητας.
Το Taipei 101, ύψους 508 μέτρων, είναι σήμερα ο 11ος ψηλότερος ουρανοξύστης στον κόσμο και το πρώτο κτίριο στην ιστορία που ξεπέρασε τα 500 μέτρα, το 2004. Κατασκευασμένο από ατσάλι, γυαλί και σκυρόδεμα, με αρχιτεκτονική που θυμίζει μπαμπού, δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να γίνει πεδίο free solo αναρρίχησης. Κι όμως, στις 25 Ιανουαρίου, ο Honnold το κατέκτησε σε περίπου μία ώρα και 31 λεπτά, κόβοντας στο μισό το ρεκόρ του μοναδικού άλλου ανθρώπου που είχε φτάσει στην κορυφή: του Γάλλου Alain Robert, ο οποίος τότε χρησιμοποίησε σχοινιά και ζώνη ασφαλείας.
Alex Honnold: Η πιο επικίνδυνη ανάβαση σε ουρανοξύστη
Η ανάβαση είχε αρχικά προγραμματιστεί για το Σάββατο, αλλά αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας. Το Netflix είχε προβλέψει ακόμα και το αδιανόητο, καθυστερώντας τη ζωντανή μετάδοση σε περίπτωση ατυχήματος. "Θα κόβαμε τη μετάδοση", είχε δηλώσει στέλεχος της πλατφόρμας πριν το γεγονός. Κανείς δεν ήθελε να δει πώς μοιάζει το τέλος ενός μύθου σε πραγματικό χρόνο.
Στην κορυφή τον περίμενε η σύζυγός του, εμφανώς ανήσυχη για τον άνεμο και τη ζέστη που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της ανάβασης. Λίγο νωρίτερα, στον 89ο όροφο, υπήρξε μια σουρεαλιστική στιγμή: εργαζόμενοι μέσα στο κτίριο τον χειροκροτούσαν πίσω από το τζάμι, πρόσωπο με πρόσωπο με έναν άνθρωπο που κρεμόταν από τον ουρανοξύστη. Ο Honnold δεν σταμάτησε. Δεν κοίταξε πίσω. Συνέχισε.
Όταν όλα τελείωσαν, περιέγραψε το επίτευγμα με μία μόνο λέξη: "Sick".
Για όσους γνωρίζουν την πορεία του, τίποτα από αυτά δεν μοιάζει εντελώς απρόσμενο. Ο Alex Honnold γεννήθηκε στο Σακραμέντο της Καλιφόρνια και από τα 11 του χρόνια ήξερε ότι η ζωή του θα παιζόταν σε κάθετες επιφάνειες. Παρότι ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, γρήγορα κατάλαβε ότι η ακαδημαϊκή πορεία δεν ήταν για εκείνον. Επέλεξε την αναρρίχηση όχι ως επάγγελμα, αλλά ως ταυτότητα.
Έγινε παγκοσμίως γνωστός το 2017, όταν ανέβηκε το El Capitan στο Yosemite χωρίς καμία ασφάλεια — έναν γρανιτένιο όγκο 915 μέτρων. Το ντοκιμαντέρ Free Solo κατέγραψε τη στιγμή και κέρδισε Όσκαρ, μετατρέποντας έναν εσωστρεφή αναρριχητή σε παγκόσμιο σύμβολο απόλυτης αφοσίωσης. Από τότε, τα ρεκόρ διαδέχονται το ένα το άλλο: ταχύτητες στο The Nose, το θρυλικό 24ωρο "Triple Solo” σε Mount Watkins, Half Dome και El Capitan, αποστολές στην Ανταρκτική, τη Γροιλανδία και τη Νότια Αμερική.
Σήμερα ζει στο Λας Βέγκας με τη σύζυγό του και τις δύο κόρες τους, μια σχεδόν ειρωνική αντίθεση για έναν άνθρωπο που περνά τη ζωή του κρεμασμένος από γκρεμούς και ουρανοξύστες.
Πριν από τον Honnold, υπήρχαν κι άλλοι. Ο George Willig, που τη δεκαετία του ’70 σκαρφάλωσε το World Trade Center. Ο Alain Robert, ο "Spiderman", που ανέβηκε το Burj Khalifa, τον Πύργο του Άιφελ και την Όπερα του Σίδνεϊ, συχνά χωρίς ασφάλεια. Όμως ο Honnold ανήκει αλλού. Δεν προκαλεί για να προκαλέσει. Δεν ανεβαίνει για το θέαμα. Ανέβαινει γιατί, για εκείνον, αυτός είναι ο μόνος τρόπος να βρίσκεται πραγματικά στο έδαφος.
Και κάπου ανάμεσα στον ουρανό της Ταϊπέι και το κενό από κάτω, μας θύμισε κάτι απλό: ότι τα όρια υπάρχουν μόνο μέχρι να αποφασίσει κάποιος να τα αγγίξει. Και να συνεχίσει πιο ψηλά.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.