Τον τελευταίο καιρό, με μεγάλο φόβο, συνειδητοποίησα κάτι σχετικά με το ποδόσφαιρο. Πόσοι λίγοι έχουν σε εκτίμηση, προπονητικά, τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο και ότι θα χρειάζεται αυτό το κείμενο, αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει στον αθλητισμό και, συγκεκριμένα, στο ποδόσφαιρο.

Πολλά μπορείς να ακούσεις για τον Πεπ Γκουαρδιόλα και από πολλούς, για το πώς είναι σαν προπονητής. "Έξυπνος, διαχειριστής, καινοτόμος, τυχερός" — και πολλά ακόμη τον έχουν χαρακτηρίσει στο πέρασμα των χρόνων. Λιγότερες φορές θα ακούσεις κάποιον να λέει ότι είναι ελίτ προπονητής ποδοσφαίρου.

Πεπ Γκουαρδιόλα: κάτι που πολλοί δεν βλέπουν

Υπάρχουν κάποιοι λόγοι που έχουν συμβάλει σε αυτό. Αρχικά, ότι αναλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά ακριβά ρόστερ και διαθέτει πολλούς σταρ στις ομάδες του. Έπειτα, ότι, παρά τα πλούσια ρόστερ, έχει καταφέρει να κατακτήσει 3 φορές το Champions League σε σχεδόν 19 χρόνια προπονητικής καριέρας. Τα επιχειρήματα είναι εκεί και πολλοί τα υποστηρίζουν.

Δεν είναι δίκαιο, όμως, για έναν προπονητή να κρίνεται σε ένα ομαδικό άθλημα αποκλειστικά από τις κατακτήσεις του. Το θέμα είναι να κρίνεται από τον τρόπο που σκέφτεται, εξελίσσει και εφαρμόζει το ποδόσφαιρο. Με βάση αυτά, ο Πεπ Γκουαρδιόλα είναι ένας ελίτ προπονητής.

Διαβάστε Επίσης

Στο υψηλότερο επίπεδο, το να είσαι απλά διαχειριστής ή πολύ έξυπνος δεν μπορεί να σε πάει πολύ μακριά. Αν ο Ισπανός προπονητής της Μάντσεστερ Σίτι ήταν απλώς ένας άνθρωπος με πολύ καλές ιδέες, τότε θα βλέπαμε δεκάδες προπονητές να εφαρμόζουν το μοντέλο του, το λεγόμενο Guardiola football. Πολλοί δοκίμασαν, αλλά οι περισσότεροι απέτυχαν, γιατί εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά του Πεπ με τους υπόλοιπους — η ιδέα είναι καλή, αλλά κρίνεται πάντα στην εκτέλεση και εκεί παίζει ρόλο το coaching.

Η σύγχρονη Μάντσεστερ Σίτι και, πιο συγκεκριμένα, εκείνη της εποχής του Έρλινγκ Χάαλαντ είναι ένα καλό παράδειγμα για να δούμε τι προπονητής είναι ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Είχαμε συνηθίσει τους Σίτιζενς να είναι κυριαρχικοί με το ποδόσφαιρο κατοχής, όμως αυτό σταδιακά έπρεπε να αλλάξει. Ο 55χρονος προπονητής προσπάθησε να ενσωματώσει τον καλύτερο σέντερ φορ του πλανήτη ομαλά. Η Σίτι πέρασε σε ένα 3-2-4-1, με τον Τζον Στόουνς να μετατρέπεται από στόπερ σε χαφ δίπλα στον Ρόδρι. Αυτή η αλλαγή δεν ήταν μόνο αισθητική, αλλά δημιούργησε αριθμητικά πλεονεκτήματα στο παιχνίδι της ομάδας.

Από παραδείγματα σαν και αυτά καταλαβαίνεις πώς γίνεται το coaching σε βάθος σε μια ομάδα. Μετά την ιδέα ακολουθεί η συνεχής ανάλυση, η προπόνηση για την εκμάθηση και η δοκιμή στο αγωνιστικό επίπεδο. Με τον καιρό, ο Γκουαρδιόλα απομακρύνθηκε και από το παραδοσιακό του ποδόσφαιρο κυριαρχίας. Η Σίτι έγινε πιο άμεση και δεν χρειαζόταν πλέον την πίεση ψηλά ή το παιχνίδι σε κλειστούς χώρους για να βρεθεί στην αντίπαλη περιοχή. Αυτό ανάγκασε και τους αντιπάλους να αλλάξουν την προσέγγισή τους. Ο Ισπανός τεχνικός έχει χαρακτηριστεί πολλές φορές κολλημένος ή ακόμη και εμμονικός, όμως αποδεικνύει ότι δεν είναι απλά ένας θεωρητικός του ποδοσφαίρου. Αναγνωρίζει ενδεχόμενες αδυναμίες του μοντέλου του και προσπαθεί να τις διορθώσει.

Μαζί με τις προπονητικές του επιτυχίες, έχει καταφέρει να επηρεάσει, χωρίς αμφισβήτηση, ολόκληρο το άθλημα, όντας ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους του ποδοσφαίρου στην εποχή μας. Το ποδόσφαιρο αποστάσεων, τα μπακ που παίζουν στον άξονα και το ολοκληρωτικό build-up είναι ιδέες που πλέον γνωρίζει η πλειοψηφία του ποδοσφαιρικού πλανήτη. Μάλιστα, προσπαθούν να τις εφαρμόσουν και ομάδες χαμηλότερης ποιότητας σε όλα τα μέρη της γης. Δεν σημαίνει όμως ότι όλοι μπορούν να το κάνουν με επιτυχία, ακόμη και αν επιχειρούν να υιοθετήσουν αυτές τις έννοιες στο παιχνίδι τους.

Για να φτάσεις στο σημείο να τελειοποιήσεις μερικές ιδέες, πρέπει να είσαι και ελίτ στο coaching. Το να ζητάς από τους ποδοσφαιριστές συγκεκριμένες αποστάσεις, συγχρονισμό στις κινήσεις τους, να αναγνωρίζουν αδυναμίες της αντίπαλης άμυνας και έπειτα να παίρνουν αποφάσεις σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν είναι απλά μια ιδέα ή επινόηση. Αποτελεί πολλές ώρες προπόνησης και εκμάθησης του συστήματος.

Παρά τα μεγάλα ονόματα, καταφέρνει να δημιουργεί εκπληκτικά σύνολα. Βέβαια, η ατομική ποιότητα δεν λείπει, καθώς δεν μπορούν όλοι οι ποδοσφαιριστές να υπηρετήσουν το πλάνο. Οι ομάδες του λειτουργούν μέσα σε σταθερές δομές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταπιέζεται η δημιουργικότητα. Η Άρσεναλ του μαθητή του Πεπ, Μικέλ Αρτέτα, έχει κατηγορηθεί ότι παίζει σε συγκεκριμένο μοτίβο και οι παίκτες έχουν λιγοστές ελευθερίες.

Η ισορροπία για τις ομάδες του είναι το παν, αλλά από την άλλη τα σύνολά του είναι και πολύ ευέλικτα. Μπορούν να κυριαρχήσουν μέσω κατοχής, αλλά και να επιτεθούν άμεσα. Μπορούν να πιέσουν ψηλά στο γήπεδο, αλλά και να αμυνθούν οργανωμένα, αν το απαιτήσει η περίσταση. Μπορούν να χαμηλώσουν το τέμπο, αλλά και να το ανεβάσουν αν χρειαστεί.

Στην άμυνα, προτιμά να παρατάσσεται σε ένα 4-4-2, με συγκεκριμένους ρόλους και trigger points για το πότε πρέπει να γίνει πίεση ψηλά. Οι αντίπαλοι οδηγούνται σε σημεία που δεν τους βολεύουν.

Ο Πεπ Γκουαρδιόλα έχει πετύχει σε τρεις διαφορετικές χώρες, με διαφορετικά ρόστερ και συνθήκες. Πολλοί προπονητές είχαν την τύχη να διαχειριστούν ομάδες με πολύ ταλέντο, όμως δεν κατάφεραν να επικρατούν με τέτοια συνέπεια και κυριαρχία.

Γι’ αυτό ο Πεπ είναι ένας από τους κορυφαίους προπονητές στην ιστορία του ποδοσφαίρου και όχι απλώς ένας διαχειριστής ή δημοσιοσχετίστας. Η ευφυΐα του είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά αυτό που τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους είναι ότι μπορεί να μετατρέψει τις ιδέες του σε πράξη.

Για να δούμε αν φυλάει ένα ακόμη τελευταίο μεγάλο κόλπο στη φετινή Πρέμιερ Λιγκ.

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.