"Δεν είμαι άνθρωπος. Είμαι ο Καντονά". Μία φράση που ακούγεται σχεδόν υπερβολική, μέχρι να δεις το Cantona και να θυμηθείς πως ο Ερίκ Καντονά δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας ποδοσφαιριστής. Ήταν χαρακτήρας βγαλμένος από σινεμά. Από εκείνους που δεν χωρούν εύκολα σε τακτικές αναλύσεις, στατιστικά και εταιρικά promo videos.
Το ντοκιμαντέρ των Ντέιβιντ Τράιχορν και Μπεν Νίκολας, που παρουσιάστηκε στις Κάννες, δεν προσπαθεί να χτίσει άλλο έναν ασφαλή ποδοσφαιρικό μύθο. Κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: προσπαθεί να καταλάβει γιατί ο Καντονά εξακολουθεί να μοιάζει μεγαλύτερος από το ίδιο το παιχνίδι.
Ο Ερίκ Καντονά και το ποδόσφαιρο που πέθανε
Και η αλήθεια είναι πως μετά από 115 λεπτά δύσκολα δεν νιώθεις μια περίεργη νοσταλγία. Όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για ένα ποδόσφαιρο που κάποτε είχε προσωπικότητες με γωνίες, εγωισμό, πάθος και λάθη.
Ο Καντονά εμφανίζεται όπως ακριβώς τον θυμάσαι. Το ίδιο βλέμμα, η ίδια ειρωνική ένταση, η ίδια αίσθηση ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κάνει κάτι ιδιοφυές ή κάτι εντελώς καταστροφικό. Και μάλλον αυτό ήταν πάντα το μεγαλείο του.
Το ντοκιμαντέρ χρησιμοποιεί πολύ αρχειακό υλικό, εικόνες από το Ολντ Τράφορντ, συνεντεύξεις, στιγμές με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και φυσικά τον ίδιο τον Καντονά να μιλά σαν άνθρωπος που ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά άνετα μέσα στο σύστημα του ποδοσφαίρου.
Δεν είναι ντοκιμαντέρ για όλους. Αν κάποιος βλέπει την μπάλα σαν περιεχόμενο για highlights και fantasy points, μάλλον δεν θα καταλάβει πολλά. Το Cantona απευθύνεται σε όσους μεγάλωσαν πιστεύοντας ότι το ποδόσφαιρο ήταν κάτι πιο βρόμικο, πιο ρομαντικό και πιο αληθινό.
Ένας σταρ που δεν άντεχε τα όρια
Η πορεία του Καντονά ξετυλίγεται σχεδόν σαν κινηματογραφικό σενάριο. Από τη Γαλλία και τις συνεχείς συγκρούσεις μέχρι τη Μαρσέιγ και τον χαοτικό κόσμο του Μπερνάρ Ταπί, ο Καντονά έμοιαζε πάντα με άνθρωπο που δεν μπορούσε να μείνει ήσυχος πουθενά.
Η Λιντς έμοιαζε για λίγο λύτρωση. Ήρθε ο τίτλος, ήρθε η αναγνώριση, αλλά ούτε εκεί κράτησε πολύ η ηρεμία. Ο χαρακτήρας του ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε κανονικές ισορροπίες.
Και μετά ήρθε η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Εκεί βρήκε τον μοναδικό προπονητή που μπορούσε να τον διαχειριστεί πραγματικά. Ο Φέργκιουσον καταλάβαινε ότι ο Καντονά δεν λειτουργούσε σαν τους υπόλοιπους. Και αντί να τον περιορίσει, του έδωσε χώρο.
Το αποτέλεσμα; Ο Γάλλος έγινε το πρόσωπο της νέας εποχής της Γιουνάιτεντ. Ο παίκτης που έδωσε στην ομάδα swagger, προσωπικότητα και μια σχεδόν κινηματογραφική αύρα.
Η κλωτσιά που έγινε ιστορία
Φυσικά το ντοκιμαντέρ κορυφώνεται στη βραδιά απέναντι στην Κρίσταλ Πάλας.
Την περίφημη "kung-fu" κλωτσιά στον οπαδό. Μία από τις πιο εμβληματικές, χαοτικές και αδιανόητες στιγμές που έχουμε δει ποτέ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το Cantona δεν προσπαθεί να τον παρουσιάσει σαν ήρωα ή σαν θύμα. Ο ίδιος άλλωστε δεν δείχνει ποτέ πραγματικά μετανιωμένος. Αντιθέτως, μιλά για το περιστατικό με τον ίδιο κυνισμό και την ίδια αλαζονεία που είχε πάντα.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις γιατί έγινε μύθος.
Γιατί σε μια εποχή που όλοι οι αθλητές μοιάζουν εκπαιδευμένοι να μιλούν σαν εταιρικοί εκπρόσωποι, ο Καντονά παρέμεινε μέχρι τέλους απρόβλεπτος, ατελής και ανθρώπινος.
Ένας τελευταίος ρομαντικός
Το πιο δυνατό στοιχείο του ντοκιμαντέρ δεν είναι οι τίτλοι ή οι φάσεις. Είναι η αίσθηση ότι βλέπεις έναν άνθρωπο που αρνήθηκε να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε προϊόν.
Ο Καντονά αποσύρθηκε στα 31 του, σχεδόν απότομα. Σαν να κατάλαβε ότι το ποδόσφαιρο άλλαζε προς μια κατεύθυνση που δεν τον εξέφραζε πια. Και ίσως τελικά να είχε δίκιο.
Γιατί βλέποντάς τον σήμερα, με τον γιακά σηκωμένο και εκείνο το ύφος ανθρώπου που δεν ζητούσε ποτέ την έγκριση κανενός, δύσκολα δεν σκέφτεσαι πόσο άψυχος μοιάζει ο σύγχρονος ποδοσφαιρικός κόσμος.
Το Cantona δεν είναι απλώς ένα ντοκιμαντέρ για έναν σπουδαίο παίκτη. Είναι μια ωδή σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο είχε ακόμα τρέλα, χαρακτήρα και ανθρώπους που δεν φοβόντουσαν να είναι αληθινοί.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.