Υπήρξαν πολλές σειρές που σημάδεψαν τη δεκαετία του '90. Λίγες όμως κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο μύθο γύρω από το όνομά τους. Το Highlander δεν ήταν απλώς μια τηλεοπτική συνέχεια της ομώνυμης ταινίας του 1986. Ήταν μια σειρά που απέκτησε τη δική της ταυτότητα, το δικό της κοινό και έναν πρωταγωνιστή που για πολλούς έγινε συνώνυμος του χαρακτήρα.
Ο Adrian Paul δεν προσπάθησε ποτέ να αντιγράψει τον Christopher Lambert. Αντίθετα, δημιούργησε έναν διαφορετικό Duncan MacLeod. Πιο ήρεμο, πιο ανθρώπινο, πιο ώριμο. Έναν πολεμιστή που είχε ζήσει τέσσερις αιώνες και κουβαλούσε στις πλάτες του όχι μόνο αμέτρητες νίκες, αλλά και την απώλεια ανθρώπων που αγαπούσε και έβλεπε να γερνούν και να πεθαίνουν.
Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της σειράς. Κάτω από τις εντυπωσιακές μονομαχίες και τον μύθο των Αθανάτων, κρυβόταν μια ιστορία για τη μοναξιά, τον χρόνο, την τιμή και τις επιλογές που διαμορφώνουν έναν άνθρωπο.
Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που, περισσότερα από τριάντα χρόνια μετά την πρεμιέρα της, το Highlander εξακολουθεί να μνημονεύεται ως μία από τις πιο ξεχωριστές σειρές φαντασίας που πέρασαν ποτέ από την τηλεόραση.
Πολύ περισσότερα από μονομαχίες με σπαθιά
Η βασική ιδέα ήταν απλή αλλά πανέξυπνη. Οι Αθάνατοι ζούσαν ανάμεσά μας επί αιώνες και ο μόνος τρόπος να πεθάνουν ήταν ο αποκεφαλισμός. "There can be only one" δεν ήταν απλώς η πιο γνωστή ατάκα του franchise. Ήταν ο κανόνας που όριζε ολόκληρο τον κόσμο του.
Κάθε επεισόδιο έδινε στον Duncan MacLeod την ευκαιρία να αντιμετωπίσει έναν διαφορετικό αντίπαλο, όμως το ενδιαφέρον δεν βρισκόταν μόνο στη μάχη. Βρισκόταν στην ιστορία που προηγήθηκε.
Τα συνεχή flashbacks ταξίδευαν τον θεατή στη Σκωτία του 17ου αιώνα, στη Γαλλική Επανάσταση, στην Φεουδαρχική Ιαπωνία, στην Άγρια Δύση ή ακόμη και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Έτσι, κάθε αντίπαλος αποκτούσε παρελθόν, κίνητρα και προσωπική σχέση με τον Duncan, μετατρέποντας μια ξιφομαχία σε κορύφωση μιας ιστορίας που είχε ξεκινήσει δεκαετίες ή και αιώνες νωρίτερα.
Αυτό ήταν το στοιχείο που ξεχώριζε το Highlander από πολλές σειρές δράσης της εποχής. Δεν βασιζόταν μόνο στο θέαμα. Βασιζόταν στους χαρακτήρες.
Παράλληλα, η σειρά δεν δίσταζε να ασχοληθεί με θέματα όπως η απώλεια, η προδοσία, η φιλία, η αγάπη και το τίμημα της αθανασίας. Γιατί μπορεί ο Duncan να μην γερνούσε ποτέ, όμως όλοι όσοι αγαπούσε έφευγαν κάποια στιγμή από τη ζωή. Και αυτό δημιουργούσε μια μελαγχολία που συνόδευε σχεδόν κάθε επεισόδιο.
Ο Adrian Paul και οι μάχες που έκαναν τηλεόραση να μοιάζει με σινεμά
Αν υπάρχει όμως ένα στοιχείο που έκανε το Highlander πραγματικά ξεχωριστό, αυτό ήταν οι σκηνές δράσης. Σήμερα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε γρήγορο μοντάζ, δεκάδες ψηφιακά εφέ και μάχες που δημιουργούνται σε μεγάλο βαθμό από υπολογιστές. Στα μέσα της δεκαετίας του '90, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Ο Adrian Paul αφιέρωσε αμέτρητες ώρες στην εκπαίδευσή του με το σπαθί και αυτό φαινόταν σε κάθε επεισόδιο. Οι χορογραφίες ήταν απαιτητικές, οι κινήσεις καθαρές και οι μονομαχίες είχαν διάρκεια, επιτρέποντας στον θεατή να απολαύσει πραγματικά την τεχνική των ηθοποιών αντί να χάνεται μέσα σε δεκάδες κοψίματα της κάμερας.
Κάθε αναμέτρηση είχε τη δική της προσωπικότητα. Άλλοτε εξελισσόταν πάνω σε γέφυρες, άλλοτε μέσα σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, σε εκκλησίες, αποθήκες ή σκοτεινά σοκάκια, δημιουργώντας εικόνες που έμοιαζαν σχεδόν κινηματογραφικές για τα δεδομένα της εποχής.
Και ύστερα ερχόταν το περίφημο Quickening. Οι κεραυνοί, οι εκρήξεις ενέργειας, τα σπασμένα τζάμια και η μεταφορά της δύναμης από τον ηττημένο στον νικητή μπορεί σήμερα να δείχνουν νοσταλγικά, όμως τότε αποτελούσαν από τα πιο εντυπωσιακά τηλεοπτικά εφέ που μπορούσε να δει κανείς.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μουσική. Οι συνθέσεις δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που ισορροπούσε ανάμεσα στο μυστήριο και την περιπέτεια, ενώ η ευρωπαϊκή αισθητική των γυρισμάτων χάριζε στη σειρά μια ξεχωριστή ταυτότητα, διαφορετική από τις περισσότερες αμερικανικές παραγωγές της εποχής.
Το Highlander δεν είχε το μεγαλύτερο budget της δεκαετίας του '90. Δεν διέθετε τα τεχνολογικά μέσα που έχουν οι σύγχρονες παραγωγές. Είχε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό: έναν κόσμο με ξεκάθαρους κανόνες, έναν πρωταγωνιστή που μπορούσες να πιστέψεις, καλογραμμένους χαρακτήρες και ιστορίες που σε έκαναν να επιστρέφεις κάθε εβδομάδα.
Ίσως γι' αυτό η σειρά άντεξε στον χρόνο. Γιατί πίσω από κάθε ξίφος, κάθε μονομαχία και κάθε Quickening υπήρχε μια απλή αλλά διαχρονική ιδέα. Ότι ακόμη και ένας αθάνατος μπορεί να κουβαλά τις ίδιες αδυναμίες, τους ίδιους φόβους και τις ίδιες ελπίδες με κάθε θνητό.
Και αυτό έκανε τον Duncan MacLeod έναν ήρωα που άξιζε να ακολουθείς, επεισόδιο με το επεισόδιο.