Ο ρουμανικής καταγωγής Κριστιάν Μουνγκίου έγινε τον περασμένο Μάιο στο Φεστιβάλ Καννών μόλις ο 10ος σκηνοθέτης που κερδίζει δύο φορές στην καριέρα του τον Χρυσό Φοίνικα, τον οποίο απέσπασε για τη δραματική ταινία "Φιόρδ", έχοντας κερδίσει τον πρώτο με την ταινία "4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες" το 2007.
Φιόρδ: Η ταινία που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα
Με πρωταγωνιστές τον Σεμπάστιαν Σταν και τη Ρενάτε Ρέινσβε, ο Μουνγκίου καταπιάνεται ξανά με κοινωνικά ζητήματα και την εύθραυστη εικόνα των φαινομενικά πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών. Ένα ζευγάρι μεταναστεύει με τα παιδιά του από τη Ρουμανία στη Νορβηγία, όπου πολύ γρήγορα αρχίζει να ζει έναν εφιάλτη όταν κρατικοί φορείς παίρνουν τα παιδιά τους, όσο ερευνούν τις κατηγορίες εις βάρος τους για κακοποίηση ανηλίκων. Η βαθιά θρησκευτική τους πίστη, η οποία άπτεται και στον τρόπο γαλούχησης των παιδιών, έρχεται σε κόντρα με την προοδευτική κοινωνία της χώρας, και, σε συνδυασμό με το διόλου απλό νομικό πλαίσιο, η κατάσταση βγαίνει κατά πολύ από τη σφαίρα ελέγχου τους.

Βασική έμπνευση για την ιστορία αποτέλεσε σίγουρα η υπόθεση της ρουμανικής οικογένειας Μποντνάριου, οι οποίοι μετά από περισσότερα από 10 χρόνια διαμονής στη Νορβηγία, είδαν να παίρνουν τα πέντε παιδιά τους από το σπίτι, προκαλώντας ένα τεράστιο κύμα κινητοποιήσεων στη Ρουμανία και σε άλλες χώρες. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει πως το τελικό σενάριο εμπνέεται από πολλές παρόμοιες υποθέσεις, όχι αποκλειστικά από τους Μποντνάριου. "Μίλησα σε όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούσα που να εμπλέκονταν σε τέτοιες υποθέσεις, όχι μόνο στη Νορβηγία αλλά και στις άλλες σκανδιναβικές χώρες. Όχι μόνο με τις οικογένειες αλλά με όλα τα κομμάτια: δικαστές, δικηγόρους, κοινωνικούς λειτουργούς, τον Τύπο, κοινωνικούς ακτιβιστές. Στο τέλος κατασκεύασα μια ιστορία μυθοπλαστική, που να μην ακολουθεί μόνο μια αληθινή ιστορία αλλά να είναι ένα ψηφιδωτό" σύμφωνα με τον ίδιο.
Ο Σεμπάστιαν Σταν έκανε κι αυτός τη δική του έρευνα για το Barnevernet, την νορβηγική υπηρεσία παιδικής πρόνοιας. "Έμαθα ότι υπήρχαν βασικά αρκετές τέτοιες υποθέσεις, που ήταν ασαφείς με όρους πρακτικών, και για μερικές υποθέσεις που ήταν πολύ επιδραστική [η υπηρεσία] με θετικό πρόσημο. Και σε άλλες περιπτώσεις που βρίσκονταν υπό αμφισβήτηση -βοηθούν πραγματικά για την προστασία των παιδιών ή καταστρέφουν οικογένειες;" έχει δηλώσει.

Για τον Σταν, η ταινία αντηχεί ολοκάθαρα στην πολωμένη κατάσταση των ΗΠΑ τη δεδομένη στιγμή και, ο ίδιος ως μετανάστης από τη Ρουμανία, δεν θα μπορούσε να παραβλέψει αυτόν τον ρόλο. Μάλιστα, ήταν βαθιά του επιθυμία να συνεργαστεί κάποια στιγμή με τον Μουνγκίου, ο οποίος όταν τον είδε να παίζει στο "Εγώ, η Τόνια" (2017) τον αντιπαθητικό πρώην σύζυγο, βρήκε τον πρωταγωνιστή του χωρίς δεύτερη σκέψη. "Προφανώς καταλάβαινα πώς είναι να πας σε μια διαφορετική χώρα με άλλα ήθη, έθιμα και αξίες. […] Υπάρχει μεγάλη κριτική προς τους μετανάστες με την έννοια ότι ‘Εσύ έρχεσαι εδώ. Θα πρέπει είτε να είσαι σαν εμάς, είτε να πας πίσω’" σχολιάζει ο Σταν.
Τα προσωπικά βιώματα, η γνώση της γλώσσας, το ρουμάνικο συνεργείο που τον "αγκάλιασε" στο σετ, όλα συνέβαλαν στο να δώσει τον καλύτερό του εαυτό στην ταινία. Πέραν του εμφανισιακού, στο οποίο και πάλι δε δίστασε να τολμήσει, ξυρίζοντας εντελώς το κεφάλι του και βάζοντας ψεύτικα δόντια, η ίδια του η ερμηνεία τον κάνει εντελώς αγνώριστο -μια ερμηνεία που θα μπορούσε να τον φέρει μέχρι τα Όσκαρ.

Στο πλευρό του, η Ρενάτε Ρέινσβε, με την οποία είχε συνεργαστεί και στο "A Different Man” (2024), δίνει μια ακόμη δυνατή ερμηνεία, αμέσως μετά τις υποψηφιότητες για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και BAFTA για την "Συναισθηματική Αξία" (2025). "Αυτή η ταινία ήταν πολύ διαφορετική από την προηγούμενη συνεργασία μας [με τον Σεμπάστιαν], και η δυναμική μεταξύ μας χρειαζόταν μια αλλαγή. Αλλά ταυτόχρονα είχαμε χτίσει εμπιστοσύνη, η οποία μας επέτρεπε να κινούμαστε γρήγορα και να παίρνουμε ρίσκα μαζί, βασισμένα στη φιλία και την αλληλοεκτίμηση", δηλώνει η ίδια.
Με πληροφορίες από το Athinorama
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
