Στις 23 Αυγούστου του 1305, ο William Wallace οδηγήθηκε στους δρόμους του Λονδίνου για τελευταία φορά. Δεν υπήρχε στρατός πίσω του, ούτε άνδρες έτοιμοι να πολεμήσουν στο πλευρό του. Ο άνθρωπος που οκτώ χρόνια νωρίτερα είχε ταπεινώσει τις αγγλικές δυνάμεις στο Stirling Bridge ήταν πλέον αιχμάλωτος του βασιλιά Εδουάρδου Α΄ και το τέλος που τον περίμενε είχε σχεδιαστεί για να είναι όσο το δυνατόν πιο δημόσιο, βάναυσο και παραδειγματικό.
Ο Wallace έπρεπε να πεθάνει με τέτοιο τρόπο ώστε κανένας Σκωτσέζος να μη θελήσει να γίνει ο επόμενος Wallace. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν το αντίθετο.
Γιατί εκείνη την ημέρα πέθανε ένας επαναστάτης, αλλά γεννήθηκε ένας εθνικός μύθος. Και λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, ένας άλλος Σκωτσέζος, πολύ διαφορετικός από εκείνον, θα φορούσε το στέμμα και θα συνέχιζε έναν πόλεμο που ο Εδουάρδος πίστευε ότι είχε ήδη κερδίσει.
Ο William Wallace δεν ήταν βασιλιάς. Δεν ήταν καν ένας από τους ισχυρότερους ευγενείς της Σκωτίας. Γεννημένος πιθανότατα γύρω στο 1270, προερχόταν από οικογένεια της κατώτερης αριστοκρατίας και μεγάλο μέρος της νεανικής του ζωής παραμένει άγνωστο. Η εικόνα που έχουμε σήμερα γι' αυτόν είναι ένα περίεργο μείγμα ιστορίας, μεταγενέστερου θρύλου και ποπ κουλτούρας, με το Braveheart να έχει προσθέσει τη δική του εκδοχή σε μια ζωή που ούτως ή άλλως είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε θρύλο αιώνες πριν από τον Mel Gibson. Πίσω όμως από τον μύθο υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος και κυρίως μια πραγματική πολιτική καταστροφή.
Στα τέλη του 13ου αιώνα η Σκωτία είχε βρεθεί χωρίς ξεκάθαρο διάδοχο στον θρόνο. Ο Εδουάρδος Α΄ εκμεταλλεύτηκε την κρίση, επέβαλε την επιρροή του και τελικά εισέβαλε στη χώρα το 1296. Ο βασιλιάς John Balliol εκθρονίστηκε, οι σκωτσέζικες δυνάμεις ηττήθηκαν και ακόμη και η Stone of Destiny, το μεγάλο σύμβολο της σκωτσέζικης μοναρχίας, μεταφέρθηκε στην Αγγλία. Η υπόθεση έμοιαζε τελειωμένη, μόνο που την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε ο Wallace.
Η πρώτη μεγάλη πράξη που συνδέεται με το όνομά του ήταν η δολοφονία του Άγγλου σερίφη William Heselrig στο Lanark, τον Μάιο του 1297. Η μεταγενέστερη παράδοση θέλει τον Wallace να εκδικείται τον θάνατο της γυναίκας του, όμως αυτή είναι μία από εκείνες τις λεπτομέρειες όπου ο θρύλος έχει καλύψει σχεδόν ολοκληρωτικά την ιστορία. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι από εκείνο το σημείο δεν υπήρχε επιστροφή. Ο Wallace είχε περάσει στην εξέγερση και αποδείχθηκε εξαιρετικά καλός σε αυτή.
Ο άνθρωπος που δεν έπρεπε να κερδίσει
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1297, στο Stirling Bridge, ο Wallace και ο Andrew Moray περίμεναν έναν ισχυρότερο αγγλικό στρατό στην απέναντι πλευρά του ποταμού Forth. Δεν προσπάθησαν να τον αντιμετωπίσουν με τους όρους του. Άφησαν τους Άγγλους να αρχίσουν να περνούν τη στενή γέφυρα και περίμεναν μέχρι η δύναμή τους να χωριστεί στα δύο. Τότε επιτέθηκαν.
Η μάχη εξελίχθηκε σε καταστροφή για τους Άγγλους. Ιππότες και στρατιώτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι με τον ποταμό πίσω τους, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους δεν είχε ακόμη προλάβει να περάσει. Ο Wallace και ο Moray είχαν κάνει κάτι πολύ σημαντικότερο από το να κερδίσουν μία μάχη. Είχαν αποδείξει ότι οι Άγγλοι μπορούσαν να ηττηθούν.
Ο Moray τραυματίστηκε και πέθανε λίγο αργότερα. Ο Wallace έμεινε ως η μεγάλη μορφή της νίκης και αναδείχθηκε Guardian of the Realm of Scotland. Ακόμη και τότε όμως δεν κυβέρνησε στο δικό του όνομα. Τυπικά πολεμούσε για τον εκθρονισμένο John Balliol.
Η άνοδός του ήταν εντυπωσιακή. Ένας σχετικά χαμηλής κοινωνικής θέσης ευγενής είχε καταφέρει να βρεθεί επικεφαλής της αντίστασης μιας ολόκληρης χώρας.
Εκεί βρίσκεται και ένα από τα λίγα ασφαλή συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε για τον χαρακτήρα του. Οι μεσαιωνικές πηγές δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε αν ήταν ο χαρισματικός, σχεδόν ατίθασος ήρωας που δημιούργησαν αργότερα οι θρύλοι. Οι πράξεις του, όμως, δείχνουν έναν άνθρωπο με εξαιρετική αποφασιστικότητα, στρατιωτικό ένστικτο και μια σχεδόν επικίνδυνη αδυναμία να αποδεχθεί την ήττα ως τελικό αποτέλεσμα. Θα του χρειαζόταν σύντομα.
Έναν χρόνο μετά το Stirling, ο ίδιος ο Εδουάρδος Α΄ επέστρεψε στη Σκωτία. Στο Falkirk, τον Ιούλιο του 1298, η πραγματικότητα άλλαξε. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά τους τοξότες τους απέναντι στους πυκνούς σκωτσέζικους σχηματισμούς και η στρατιά του Wallace διαλύθηκε. Η ήττα τού κόστισε τη θέση του Guardian, δεν του κόστισε όμως τον πόλεμο.
Ο Wallace ταξίδεψε στην Ευρώπη αναζητώντας υποστήριξη για τη σκωτσέζικη υπόθεση και τελικά επέστρεψε στην πατρίδα του. Τα επόμενα χρόνια η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η μία μετά την άλλη, σημαντικές μορφές της σκωτσέζικης αριστοκρατίας αποδέχονταν την εξουσία του Εδουάρδου. Οι επιλογές λιγόστευαν. Ο Wallace συνέχισε.
Και αυτό είναι ίσως σημαντικότερο για την υστεροφημία του από το Stirling Bridge. Θα μπορούσε να συμβιβαστεί. Άλλοι, πολύ ισχυρότεροι από εκείνον, το έκαναν. Εκείνος παρέμεινε ένας άνθρωπος που η αγγλική εξουσία δεν μπορούσε να ενσωματώσει. Έπρεπε επομένως να τον σκοτώσει.
Ένας θάνατος φτιαγμένος για να τον ξεχάσουν
Τον Αύγουστο του 1305 ο Wallace συνελήφθη κοντά στη Γλασκώβη και παραδόθηκε στους Άγγλους. Μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, όπου δικάστηκε για προδοσία απέναντι στον Εδουάρδο.
Η ίδια η κατηγορία περιείχε την ειρωνεία ολόκληρης της ζωής του. Ο Wallace δεν θεωρούσε ποτέ τον Εδουάρδο βασιλιά του. Η περίφημη απάντηση που του αποδίδεται –ότι δεν μπορούσε να προδώσει έναν μονάρχη στον οποίο δεν είχε ορκιστεί ποτέ πίστη– ταιριάζει τόσο απόλυτα στον μεταγενέστερο μύθο του ώστε χρειάζεται προσοχή ως προς την ιστορική της βεβαιότητα. Η απόφαση πάντως ήταν δεδομένη.
Ο Wallace σύρθηκε στους δρόμους του Λονδίνου, απαγχονίστηκε χωρίς να αφεθεί να πεθάνει και στη συνέχεια υπέστη την ποινή που επιφυλασσόταν στους προδότες. Αποκεφαλίστηκε και διαμελίστηκε. Το κεφάλι του τοποθετήθηκε στο London Bridge, ενώ μέλη του σώματός του στάλθηκαν σε διαφορετικά σημεία της Βρετανίας. Ήταν μια μακάβρια μορφή πολιτικής επικοινωνίας. Ο Εδουάρδος δεν αρκέστηκε στο να σκοτώσει τον Wallace. Ήθελε το σώμα του να εμφανιστεί μπροστά στους Σκωτσέζους ως απόδειξη ότι η αντίσταση είχε τελειώσει.
Μόνο που ο Wallace ήταν πλέον πολύ περισσότερο από το σώμα του. Και ο Εδουάρδος είχε κάνει ένα από τα παλαιότερα λάθη της εξουσίας. Είχε μετατρέψει έναν ηττημένο αντίπαλο σε μάρτυρα.
Επτά μήνες αργότερα
Τον Φεβρουάριο του 1306, μόλις έξι μήνες μετά την εκτέλεση του Wallace, ο Robert Bruce σκότωσε τον αντίπαλό του John Comyn μέσα στην εκκλησία των Greyfriars στο Dumfries. Στις 25 Μαρτίου στέφθηκε βασιλιάς των Σκώτων.
Δεν ήταν ο νέος Wallace. Και ακριβώς γι' αυτό μπορούσε να πετύχει εκεί όπου ο Wallace είχε αποτύχει. Ο Bruce ήταν ένας από τους ισχυρότερους αριστοκράτες της Σκωτίας, διεκδικητής του θρόνου, έμπειρος στην πολιτική και πολύ πιο περίπλοκη προσωπικότητα. Κατά περιόδους είχε υποστηρίξει την εξέγερση και κατά περιόδους είχε υποταχθεί στον Εδουάρδο. Δεν υπάρχει ασφαλής απόδειξη ότι Wallace και Bruce συναντήθηκαν ποτέ, πόσο μάλλον ότι είχαν τη σχέση που τους χάρισε το Braveheart.
Η ιστορική σύνδεσή τους βρίσκεται αλλού. Ο Wallace είχε κρατήσει ζωντανή την ιδέα ότι η αγγλική κυριαρχία δεν ήταν αναπόφευκτη. Ο Bruce μπορούσε πλέον να μετατρέψει αυτή την ιδέα σε πολιτικό σχέδιο.
Ούτε αυτό έγινε εύκολα. Τους πρώτους μήνες της βασιλείας του, ο Bruce βρέθηκε κοντά στην ολοκληρωτική καταστροφή. Ηττήθηκε, κυνηγήθηκε και έχασε συγγενείς και συμμάχους. Όμως επέστρεψε. Από το 1307 άρχισε σταδιακά να ανακτά τη χώρα, καταστρέφοντας αγγλικά οχυρά και εξουδετερώνοντας τους Σκωτσέζους αντιπάλους του.
Εννέα χρόνια μετά τον θάνατο του Wallace, ήρθε το Bannockburn. Τον Ιούνιο του 1314, ο στρατός του Robert the Bruce συνέτριψε τις δυνάμεις του Εδουάρδου Β΄. Η ανεξαρτησία δεν αναγνωρίστηκε εκείνη την ημέρα –αυτό θα ερχόταν χρόνια αργότερα– αλλά η Αγγλία είχε πλέον χάσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει τη Σκωτία σαν μια υπόθεση που μπορούσε απλώς να διευθετήσει στρατιωτικά.
Ο Wallace δεν είδε τίποτα από αυτά. Δεν είδε τον Bruce βασιλιά, δεν είδε το Bannockburn, δεν είδε τη Συνθήκη του Edinburgh-Northampton το 1328, όταν η Αγγλία αναγνώρισε τελικά τον Robert I ως βασιλιά μιας ανεξάρτητης Σκωτίας και ίσως ακριβώς γι' αυτό η δική του ιστορία έμεινε τόσο καθαρή στη συλλογική μνήμη.
Ο Bruce έπρεπε να κυβερνήσει. Έκανε συμβιβασμούς, άλλαξε στρατόπεδα, διεκδίκησε έναν θρόνο και λερώθηκε μέσα στην πραγματική πολιτική ενός εμφυλίου πολέμου. Ο Wallace δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει βασιλιάς, πολιτικός ή ηλικιωμένος νικητής. Έμεινε για πάντα ο επαναστάτης. Ο άνθρωπος που κέρδισε όταν δεν έπρεπε να κερδίσει, έχασε όταν όλα στράφηκαν εναντίον του και συνέχισε να πολεμά όταν ο συμβιβασμός θα ήταν πολύ ευκολότερος.
Γι' αυτό ο θάνατός του παραμένει, με την ιστορική έννοια της λέξης, τόσο ρομαντικός μέχρι σήμερα στην Σκωτία. Όχι επειδή είχε οτιδήποτε όμορφο -ήταν απάνθρωπος και φρικτό- αλλά επειδή ο Wallace πέθανε για μια νίκη που δεν είχε κανέναν τρόπο να γνωρίζει ότι κάποτε θα ερχόταν.
Ο Εδουάρδος Α΄ διέλυσε το σώμα του για να τελειώσει μια εξέγερση. Εννέα χρόνια αργότερα, στο Bannockburn, αποδείχθηκε ότι είχε σκοτώσει τον άνθρωπο, όχι όμως την ιδέα.

Και αυτή η ιδέα δέχεται λουλούδια μέχρι σήμερα από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.