Δεν πήγα στο Εδιμβούργο για να γίνω οπαδός της Hearts. Αυτό είναι ίσως το καλύτερο σημείο για να ξεκινήσει αυτή η ιστορία.
Το Εδιμβούργο είχε -και έχει- έναν περίεργο τρόπο να σκοτεινιάζει πριν προλάβεις να καταλάβεις ότι έχει περάσει το απόγευμα. Είναι από εκείνες τις πόλεις όπου το φως έμοιαζε να έχει πάντα κάτι το προσωρινό, λες και ο ουρανός μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κλείσει απότομα, να κατεβάσει ένα ακόμη στρώμα γκρίζου πάνω στα κτίρια και να αφήσει στα πεζοδρόμια εκείνη τη μόνιμη υγρασία που έκανε τα πάντα να γυαλίζουν. Ήμουν φοιτητής τότε, στις αρχές των 00s και είχα μόλις αρχίσει να συνηθίζω όχι μόνο τη ζωή σε μια ξένη χώρα, αλλά και την αίσθηση ότι για πρώτη φορά η καθημερινότητά μου δεν είχε καμία σχέση με εκείνη που ήξερα μέχρι τότε.

Την Premier League, φυσικά, την γνωρίζαμε όλοι. Πέρασα ένα μέρος της παιδικής μου ηλικίας στο Merseyside και είχα την τύχη να δω τον Fowler και τον McManaman να παίζουν μπάλα, οπότε το ποδόσφαιρο -το καλό ποδόσφαιρο- δεν μου ήταν ποτέ ξένο. Στην Ελλάδα προς τα τέλη των 90s, όλοι γνώριζα όλα εκείνα τα ονόματα που έφταναν μέχρι την Ελλάδα μέσα από την τηλεόραση και έδιναν την εντύπωση ότι το βρετανικό ποδόσφαιρο ήταν ένα ασταμάτητο θέαμα από μεγάλα στάδια, τεράστιους παίκτες και βραδιές γεμάτες προβολείς. Τη Motherwell όμως δεν την ήξερε σχεδόν κανείς. Εγώ σίγουρα όχι. Ούτε την Kilmarnock, ούτε τη Dunfermline, ούτε είχα ποτέ ασχοληθεί σοβαρά με το ποιος κερδίζει ποιον στο σκωτσέζικο πρωτάθλημα. Κάπου εκεί, ανάμεσα στις σπουδές, στις παμπ, στη μουσική και στην προσπάθεια να μάθω μια πόλη, εμφανίστηκε στη ζωή μου η Hearts.
Και εμφανίστηκε εντελώς τυχαία.
Θυμάμαι ένα βράδυ σε μια παμπ που συχνάζαμε τότε, με το ξύλο στους τοίχους, τα χαμηλά φώτα, τη μυρωδιά από μπίρα, καπνό και βρεγμένα μπουφάν και μια τηλεόραση κάπου ψηλά να παίζει ποδόσφαιρο χωρίς να είναι πραγματικά το κέντρο της προσοχής. Ο ιδιοκτήτης μάς είχε μάθει πια και κάποια στιγμή, μέσα σε μια από εκείνες τις άσχετες κουβέντες που ξεκινούν από το τίποτα και καταλήγουν κάπου που δεν περιμένεις, μας έκανε την ερώτηση που δεν ήξερα την απάντηση.
"Have you been to Tynecastle yet?"
Μαζί με έναν Ιρλανδό και ένα Σουηδό, σε φάση που μοιάζει σχεδόν με παμπάλαιο ανέκδοτο, τον κοιτάξαμε μάλλον με εκείνο το ύφος που έχεις όταν κάποιος σε ρωτά κάτι που δεν έχει περάσει καν από το μυαλό σου. Στη δική μου περίπτωση, δεν ήξερα καν τι ήταν το Tynecastle. O καθένας απάντησε όχι για τους δικούς του λόγους. Δεν χρειάστηκε να πει πολλά. Δεν άρχισε κάποια μεγάλη ανάλυση για την ιστορία του συλλόγου ούτε προσπάθησε να μας πείσει. Απλώς σήκωσε λίγο τα φρύδια, σχεδόν ενοχλημένος από το γεγονός ότι μέναμε στο Εδιμβούργο και δεν είχαμε ακόμη πάει να δούμε ποδόσφαιρο εκεί και μας είπε το παρακάτω με το ίδιο ύφος που ένας μπάρμπας σε κάποιο ελληνικό νησί, σου δίνει συμβουλή για κάποια ταβέρνα ή παραλία.
"You should go see Hearts."
Αυτό ήταν. Μια κουβέντα σε μια παμπ. Μερικές φορές τόσο λίγο αρκεί για να ανοίξει μια πόρτα.
Την πρώτη φορά που πήγα προς την Gorgie θυμάμαι περισσότερο την διαδρομή παρά το ίδιο το παιχνίδι και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ακριβές χαρακτηριστικό της μνήμης. Ξεχνάει το σκορ και κρατάει τον δρόμο. Καθώς πλησιάζαμε, η πόλη άρχισε να αλλάζει ανεπαίσθητα. Εμφανίστηκαν περισσότερα κασκόλ, περισσότερες maroon φανέλες, άνθρωποι που έβγαιναν από παμπ, πατεράδες που κρατούσαν από το χέρι τα παιδιά τους, ηλικιωμένοι που βάδιζαν προς το γήπεδο με την αυτοπεποίθηση εκείνου που έχει κάνει την ίδια διαδρομή εκατοντάδες φορές και ξέρει ότι δεν χρειάζεται να βιαστεί.
Περίμενα ίσως να δω ένα γήπεδο να ξεχωρίζει από μακριά, όπως συμβαίνει σε τόσες άλλες πόλεις. Δεν έγινε έτσι. Το Tynecastle απλώς εμφανίστηκε μπροστά μας, σχεδόν στριμωγμένο μέσα στη γειτονιά, ανάμεσα σε σπίτια, δρόμους, παμπ και μαγαζιά, χωρίς καμία απόσταση ασφαλείας από την κανονική ζωή. Αυτή ήταν ίσως η πρώτη στιγμή που κατάλαβα πόσο διαφορετική ήταν η σχέση των Σκωτσέζων με το ποδόσφαιρο. Το γήπεδο δεν έμοιαζε με εγκατάσταση στην οποία πήγαινες για να παρακολουθήσεις ένα προϊόν. Έμοιαζε σαν φυσική προέκταση της γειτονιάς, σαν κάτι που υπήρχε εκεί επειδή έπρεπε να υπάρχει.

Μέσα, η αίσθηση ήταν ακόμη πιο έντονη. Οι κερκίδες έπεφταν σχεδόν πάνω στον αγωνιστικό χώρο και οι παίκτες ήταν τόσο κοντά ώστε έβλεπες καθαρά τις εκφράσεις τους, τον εκνευρισμό μετά από μια λάθος πάσα, την ένταση ενός τάκλιν, την προσπάθεια ενός αμυντικού να κερδίσει θέση πριν από μια σέντρα. Άκουγες τα πάντα, από τον ήχο της μπάλας μέχρι τον τύπο δύο σειρές πίσω που είχε προφανώς αφιερώσει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του στο να εξηγεί στους διαιτητές πόσο ανεπαρκείς ήταν. Και ύστερα, κάποια στιγμή, σηκώθηκε το γήπεδο και ακούστηκε το "Hearts, Hearts, Glorious Hearts". Δεν ήξερα ακόμη τα λόγια, αλλά ήξερα ήδη ότι ήθελα να τα μάθω.
Με τον καιρό άρχισα να γνωρίζω και τους παίκτες. Ο Steven Pressley είχε πάνω του κάτι από αρχηγό ακόμη κι όταν απλώς στεκόταν στο γήπεδο. Ο Andy Webster, ο Paul Hartley, ο Patrick Kisnorbo, ο Craig Gordon που τότε ήταν ακόμη πολύ νέος αλλά όλοι μιλούσαν γι' αυτόν με τη βεβαιότητα ότι θα έφτανε μακριά. Υπήρχαν αρκετοί παίκτες που έδιναν σε εκείνη τη Hearts μια προσωπικότητα πολύ μεγαλύτερη από τη θέση της στον χάρτη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Υπήρχε όμως και ο Mark de Vries.
Τον θυμάμαι τεράστιο, όχι μόνο επειδή ήταν ένας επιβλητικός φορ, αλλά επειδή έτσι λειτουργεί το γήπεδο με τους παίκτες που αγαπάς. Τους γιγαντώνει. Ο De Vries έμοιαζε να έχει πάντα έναν αμυντικό πάνω του και έναν δεύτερο έτοιμο να έρθει, κι όμως κάθε ψηλή μπαλιά προς την περιοχή δημιουργούσε εκείνη τη μικρή αναμονή στις κερκίδες, την αίσθηση ότι κάτι μπορούσε να συμβεί. Κάποιος θα φώναζε "Give it to Mark!" και για μερικά δευτερόλεπτα όλο το Tynecastle θα περίμενε το ίδιο πράγμα. Δεν είχε σημασία ότι την ίδια εποχή στην Premier League υπήρχαν επιθετικοί πολύ μεγαλύτερης παγκόσμιας κλάσης. Ο De Vries δεν χρειαζόταν να είναι superstar. Ήταν ο δικός μας φορ, και αυτό τότε αρκούσε.
Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω και την άλλη μεγάλη αλήθεια του να ακολουθείς τη Hearts. Δεν μπορούσες απλώς να μάθεις ποια ομάδα αγαπάς χωρίς να μάθεις και ποια ομάδα δεν αγαπάς. Η Hibernian ήταν παντού. Στις κουβέντες, στις παρέες, στις παμπ, στα πειράγματα, στα βλέμματα. Δεν χρειαζόταν κανείς να σου εξηγήσει για πολύ το derby του Εδιμβούργου. Αρκούσε να ακούσεις τον τρόπο με τον οποίο ένας οπαδός της Hearts έλεγε τη λέξη "Hibs" για να καταλάβεις ότι εδώ υπήρχε ιστορία, γεωγραφία και ταυτότητα μαζί. Gorgie και Leith, maroon και πράσινο, δύο διαφορετικές πλευρές της ίδιας πόλης. Κάπως έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, είχα κι εγώ πια διαλέξει πλευρά, κάτι που με έκανε να απορώ για τα χρώματα ως φίλαθλος του Παναθηναϊκού.
Η στιγμή όμως που η Hearts έπαψε για μένα να είναι απλώς μια ποδοσφαιρική ομάδα ήρθε όταν άρχισα να διαβάζω την ιστορία της. Θυμάμαι να πέφτω πάνω στην ιστορία του 1914 και να σταματάω πραγματικά για να την επεξεργαστώ. Η Hearts τότε είχε μια εξαιρετική ομάδα και είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά το πρωτάθλημα, όταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε να αλλάζει τα πάντα. Παίκτες του συλλόγου κατατάχθηκαν μαζικά στο 16ο Τάγμα των Royal Scots, το περίφημο McCrae's Battalion και εκατοντάδες οπαδοί ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Ήταν η πρώτη κίνηση απέναντι στην γερμανική υπεροψία πριν ο Churchill αποδειχθεί τρανός στρατηλάτης.
Το ποδόσφαιρο συνεχίστηκε για λίγο, αλλά προφανώς τίποτα δεν μπορούσε πια να είναι κανονικό. Παίκτες που μέχρι πριν λίγους μήνες αγωνίζονταν για το πρωτάθλημα περνούσαν τώρα στρατιωτική εκπαίδευση, προετοιμάζονταν για έναν πόλεμο που κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί πραγματικά και, ταυτόχρονα, προσπαθούσαν ακόμη να παίξουν ποδόσφαιρο. Επτά ποδοσφαιριστές της πρώτης ομάδας δεν επέστρεψαν ποτέ. Duncan Currie, John Allan, James Boyd, Tom Gracie, Ernest Ellis, James Speedie, Henry Wattie. Τρεις από αυτούς σκοτώθηκαν την πρώτη ημέρα στο Σομ.

Θυμάμαι να διαβάζω τα ονόματα και να σκέφτομαι ότι κάπου εδώ αλλάζει εντελώς ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις μια ομάδα. Δεν ήταν πια απλώς μια φανέλα, ένα γήπεδο, ένας επιθετικός που περίμενε τη σέντρα. Ήταν άνθρωποι που είχαν υπάρξει πριν από σένα, μια πόλη που θυμόταν, ένα μνημείο στο Haymarket που ξαφνικά αποκτούσε άλλο βάρος. Στο Εδιμβούργο η ιστορία υπήρχε ούτως ή άλλως παντού, στα κτίρια, στους δρόμους, στα αγάλματα, στα νεκροταφεία, αλλά μέσα από τη Hearts άρχισα να καταλαβαίνω ότι μπορούσε να υπάρχει και μέσα σε ένα ποδοσφαιρικό club.
Ταυτόχρονα, όσο περισσότερο πηγαίναμε με τους συμφοιτητές στο Tynecastle, τόσο περισσότερο μας κέρδιζε κάτι που τότε δεν ήξερα ακόμη πώς να το περιγράψω. Στη Σκωτία το ποδόσφαιρο ήταν κανονικότητα. Δεν χρειαζόταν να υπάρχει μεγάλος αντίπαλος ή κάποιο ευρωπαϊκό παιχνίδι για να έχει σημασία μια αναμέτρηση. Ήταν Σάββατο, έπαιζε η Hearts και αυτό ήταν αρκετό. Την μία εβδομάδα Motherwell, την άλλη Dunfermline, μετά Dundee, Kilmarnock, Aberdeen και κάπου ανάμεσα Rangers ή Celtic, όταν η ατμόσφαιρα γινόταν ακόμη πιο βαριά. Ονόματα ομάδων που λίγους μήνες πριν μου ήταν σχεδόν άγνωστα άρχισαν να αποκτούν πρόσωπο, γήπεδο, οπαδούς και ιστορία - να φανταστείτε έκανα road trip για να δω το γήπεδο της Queen of South.
Κοιτάζοντας το σήμερα, νομίζω ότι αυτό ήταν που αγάπησα περισσότερο. Η Premier League ήταν ήδη τότε μεγαλύτερη, πλουσιότερη, λαμπερότερη και πολύ πιο εύκολα εξαγώγιμη σε ολόκληρο τον κόσμο. Το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο όμως είχε κάτι πιο ανθρώπινο, μια αίσθηση ότι δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί από τους ανθρώπους που το κρατούσαν ζωντανό κάθε εβδομάδα. Δεν ένιωθες ότι πήγαινες να καταναλώσεις ένα θέαμα. Ένιωθες ότι το Σάββατο απλώς πήγαινες εκεί όπου έπρεπε να είσαι. Φυσικά έπαιζε ρόλο και η ίδια η εποχή. Τα Nokia στις τσέπες, τα SMS που ακόμη τα μετρούσες, το MSN όταν επέστρεφες σπίτι, CD, τα πρώτα iPod, Linkin Park, Adidas trainers, Fred Perry, Lacoste και Stone Island να μπλέκονται στις κερκίδες με βαριά μπουφάν και ποδοσφαιρικές φανέλες. Κανείς δεν έβγαζε κινητό για να κινηματογραφήσει ένα γκολ. Το έβλεπες μία φορά, το ζούσες μία φορά και μετά προσπαθούσες να το θυμάσαι. Ίσως γι' αυτό τόσες εικόνες από εκείνα τα χρόνια έχουν μείνει σήμερα πιο καθαρές απ' όσο θα περίμενα.

Πέρασαν χρόνια, άλλαξαν οι δουλειές, οι πόλεις, οι άνθρωποι, το ποδόσφαιρο έγινε ακόμη μεγαλύτερο και ακόμη περισσότερο τηλεοπτικό προϊόν, τα κινητά έγιναν ολόκληρη η ζωή μας και εκείνη η εκδοχή της πόλης υπάρχει πια κυρίως στη μνήμη μου. Η Hearts όμως έμεινε. Ακόμη κοιτάζω το αποτέλεσμα, ακόμη χαίρομαι όταν κερδίζει, ακόμη η Hibernian προκαλεί εκείνο το απολύτως παράλογο και απολύτως ποδοσφαιρικό "όχι αυτοί".
Κάθε φορά που βλέπω τη maroon φανέλα, δεν σκέφτομαι πρώτα κάποιο συγκεκριμένο παιχνίδι. Βλέπω την Gorgie, τα βρεγμένα πεζοδρόμια, τον ουρανό του Εδιμβούργου να σκοτεινιάζει υπερβολικά νωρίς, τις παμπ γεμάτες κόσμο πριν από τη σέντρα και εκείνη την κουβέντα από έναν άνθρωπο πίσω από έναν πάγκο που, χωρίς να το ξέρει, μου έδωσε μια ομάδα για όλη μου τη ζωή.
"Have you been to Tynecastle yet?"
Όχι. Δεν είχα πάει. Και όλη εκείνη η παρέα, στηρίζουμε Hearts μέχρι και σήμερα.
