"Πήγα στη Σαμπάνια και ήπια βότκα". Οκ, ξέρω ακούγεται κάπως η αμέσως προηγούμενη πρόταση αλλά αυτό ακριβώς συνέβη και μάλιστα ήταν εξόχως ενδιαφέρον. Το Le Voyage της Grey Goose είναι άλλωστε ρε παιδί μου μια από εκείνες τις εμπειρίες που αξίζει όποιος ασχολείται με το spirits industry -και σίγουρα όχι μόνο με αυτό- να ζήσει.
Η ιστορία ξεκινά αμέσως μετά την αίθουσα αφίξεων του Charles de Gaulle, όταν και σε παραλαμβάνει ο σοφέρ: Γαλλικά κρουασάν και μια killer playlist σε συντροφεύουν καθόλη τη διαδρομή από το Παρίσι μέχρι το βορειοδυτικό άκρο της χώρας και μία από τις πιο δημοφιλείς περιοχές της, σε μια συνθήκη που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι σκηνή από κινηματογραφικό road movie.


Δύο ώρες αργότερα, οι πύργοι του Château de Cormicy εμφανίζονται μέσα στο πράσινο. Για τρεις ημέρες το château είχε μεταμορφωθεί σε Grey Goose Hôtel, ντυμένο στα χρώματα και την αισθητική του οίκου που φτιάχνει μια από τις κορυφαίες βότκες του μάταιου τούτου κόσμου. Δεν μοιάζει ακριβώς με ξενοδοχείο, περισσότερο θα έλεγα πως θυμίζει ιδιωτική εξοχική κατοικία όπου όλοι οι καλεσμένοι μοιράζονται κάποιο κοινό μυστικό.



Το πρώτο απόγευμα περιλαμβάνει εργαστήριο ψωμιού, που αποδεικνύεται πολλά περισσότερα από μια γαστρονομική δραστηριότητα. Βάζεις κεντημένη ποδιά και μαγειρικό σκούφο, πιάνεις στα χέρια σου τους κόκκους σιταριού από τα χωράφια της Grey Goose, το μετατρέπεις σε αλεύρι και φτιάχνεις το δικό σου ψωμί, το οποίο -spoiler alert- σερβίρεται αργότερα στο δείπνο. Η μυρωδιά της ζύμης, το αλεύρι στα δάχτυλα και ο ήχος του ξύλου πάνω στον πάγκο δίνουν στην εμπειρία μια σχεδόν παιδική αμεσότητα αλλά και ανοίγουν μια έξτρα πύλη στο σύμπαν της Grey Goose.



Το βράδυ, στο μεγάλο τραπέζι της αυλής, με ένα cocktail στο χέρι και θέα το château στο ηλιοβασίλεμα, καταλάβαινεις ότι η Grey Goose συνοδεύει κάθε συνθήκη. Και δίνει υπόσχεση για να ανακαλύψει περισσότερα την αμέσως επόμενη ημέρα.
Η τελευταία, είναι αφιερωμένη στις ρίζες. Με τον Marc Egret, αγρότη πολλών γενεών, περπατήσαμε στα χωράφια σιταριού της Σαμπάνιας, ανάμεσα σε στάχυα που κυμάτιζαν με τον άνεμο και προσπαθούν να στεγνώσουν από την ξαφνική μπόρα που κάπως έσπασε την εξαντλητική και μονότονη ζέστη του γαλλικού καύσωνα.

Εκεί, μακριά από μπαρ και κρυστάλλινα ποτήρια, η Grey Goose αποκτά ξαφνικά γεωγραφία, εποχή και ανθρώπινα πρόσωπα. Σαν και αυτά που βρίσκονται τριγύρω μου, στο φινετσάτο outdoor γεύμα που έχει στηθεί κυριολεκτικά μέσα στα χωράφια. Κάτω από μια σκηνή, με λινά τραπεζομάντιλα και ένα κομψό branded bar, η φύση συναντά τη γαλλική art de vivre.



Αμέσως μετά, εισαγωγή στο πιο μυστικό κεφάλαιο της ιστορίας: το αποστακτήριο. Με οδηγό τον Master Blender Gigi Torta, παρακολουθείς τη διαδρομή του σιταριού προς το τελικό απόσταγμα. Οι φωτογραφίες απαγορεύονται, κι αυτή ακριβώς η απουσία κάμερας κάνει την εμπειρία πιο έντονη: Αναγκαστικά παρατηρείς, ακούς και θυμάσαι.

Το τελευταίο δείπνο στο château, το Altius Tasting Dinner, είναι το αποκορύφωμα. Τοπικές πρώτες ύλες, λεπτοδουλεμένα πιάτα και cocktails σχεδιασμένα ειδικά για το μενού δημιουργούν μια βραδιά κάπου ανάμεσα στη γαστρονομία και την τελετουργία, με πρωταγωνίστρια τη νέα γεύση της Grey Goose Altius.



Επόμενο βήμα; Επιστροφή στο Παρίσι. Μια απογευματινή κρουαζιέρα στον Σηκουάνα είναι πάντοτε καλή ιδέα, παρακολουθώντας τη γαλλική πρωτεύουσα από το νερό, με τις γέφυρες, τις προσόψεις και όλα τα παριζιάνικα ατού να αποκτούν έτσι μια πιο κινηματογραφική διάσταση.


Η τελευταία πράξη γράφεται ιδανικά με ένα Martini Tour σε εμβληματικά παριζιάνικα spots. Από το πρώτο παγωμένο ποτήρι μέχρι το τελευταίο δείπνο, η διαδρομή ενώνει αόρατα την Σαμπάνια με την παριζιάνικη νύχτα, έχοντας ως κοινό νήμα την Grey Goose, η οποία αποδομείται από το σιτάρι έως το cocktail, από το χωράφι έως το μπαρ, από την πρώτη ύλη μέχρι την απόλαυση και τον lifestyle αέρα που τη συνοδεύει.



Φεύγοντας, συνειδητοποιώ πως θυμάμαι περισσότερα από όσα θα περίμενα και πως έμαθα πιο πολλά από όσα είχα φανταστεί. Το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού, η υγρασία των χωραφιών, ο ήχος των ποτηριών, η αβίαστη κομψότητα στο château και οι εικόνες του Σηκουάνα θα μπορούσαν άνετα να καθρεφτίζονται στο τελευταίο vodka-martini μου. Και όλα τα παραπάνω ίσως καθιστούν το Le Voyage μοναδικό, καθώς μιλάμε πια για ένα ταξίδι γύρω από τον τρόπο που η Grey Goose δομεί το μύθο της.