Το δημογραφικό δεν είναι πια μια αφηρημένη απειλή του μέλλοντος. Είναι μια εξέλιξη που ήδη διαμορφώνει την οικονομία, την εργασία και τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας. Τα στοιχεία δείχνουν μια χώρα που γερνάει γρήγορα, με λιγότερες γεννήσεις, περισσότερους θανάτους και μια ολοένα μικρότερη ομάδα νέων να καλείται να στηρίξει περισσότερα από όσα αναλογούν σε αυτήν.

Η πρόσφατη έκθεση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) με τίτλο "Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στο τέλος του 2025" βάζει το δημογραφικό στο κέντρο της συζήτησης. Όχι ως θεωρητικό πρόβλημα, αλλά ως παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την αγορά εργασίας, τα ασφαλιστικά ταμεία και τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους.

Λιγότερες γεννήσεις, περισσότερες πιέσεις

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι θάνατοι στη χώρα είναι σταθερά περισσότεροι από τις γεννήσεις. Το χάσμα αυτό όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά διευρύνεται. Το 2011 η διαφορά ήταν σχετικά περιορισμένη, ενώ το 2024 ξεπέρασε τις 58.000. Ακόμη κι αν η πτωτική πορεία των γεννήσεων σταματούσε αύριο, οι ειδικοί εκτιμούν ότι το αρνητικό ισοζύγιο θα συνεχιστεί για δεκαετίες.

Μέσα σε 15 χρόνια, οι γεννήσεις έχουν μειωθεί πάνω από 38%, ενώ ο δείκτης γονιμότητας παραμένει καθηλωμένος στο 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού. Οι προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: η δημογραφική συρρίκνωση δεν είναι αναστρέψιμη με τα σημερινά δεδομένα.

Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι. Η αβεβαιότητα για το εισόδημα, το υψηλό κόστος στέγασης και η δυσκολία να χτιστεί ένα αίσθημα σταθερότητας οδηγούν πολλούς νέους στο να αναβάλλουν –ή να εγκαταλείπουν– την απόφαση για οικογένεια.

Οι νέοι απέναντι σε μια αντίστροφη πυραμίδα

Τα ευρήματα της Palmos Analysis, σε έρευνα για τον "Ελεύθερο Τύπο", επιβεβαιώνουν αυτή την τάση. Τέσσερις στις δέκα Ελληνίδες έως 34 ετών δηλώνουν ότι δεν θέλουν ή δεν είναι σίγουρες αν θέλουν να κάνουν παιδιά, δίνοντας προτεραιότητα στην επαγγελματική εξέλιξη και την προσωπική αυτονομία. Ενδιαφέρον έχει ότι οι νέοι άνδρες εμφανίζονται πιο θετικοί απέναντι στη γονεϊκότητα, ανατρέποντας παλιότερα στερεότυπα.

iStock

Στο σύνολο των νέων έως 34 ετών, το 65% λέει ότι θα ήθελε παιδιά, αλλά τρεις στους τέσσερις δεν έχουν. Όταν ερωτώνται για τους λόγους, η πιο συχνή απάντηση είναι απλή και ωμή: "δεν θα τα βγάλω πέρα". Ακολουθούν οι προσωπικοί λόγοι και ο φόβος ότι η ζωή, όπως τη γνωρίζουν, θα αλλάξει δραστικά.

Αυτή η πραγματικότητα μεταφράζεται σε αυξημένες πιέσεις για τις γενιές της Gen Z και των Millennials. Θα αποτελέσουν τη στενή βάση μιας αντίστροφης πληθυσμιακής πυραμίδας, καλούμενοι να στηρίξουν συντάξεις, υγεία και κοινωνικές παροχές ενός μεγάλου ηλικιωμένου πληθυσμού. Για όσους είναι σήμερα 45 ετών και κάτω, αυτό σημαίνει μεγαλύτερες εισφορές και διαρκή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.

Την ίδια στιγμή, η οικονομία δείχνει αντοχές, με ανάπτυξη γύρω στο 2% και ενίσχυση των επενδύσεων. Όμως η επιμονή του πληθωρισμού, ειδικά σε τρόφιμα και ενοίκια, υπενθυμίζει ότι οι δημογραφικές εξελίξεις δεν είναι απλώς στατιστικά μεγέθη. Είναι ένας παράγοντας που θα καθορίσει το πώς θα ζούμε και θα εργαζόμαστε τις επόμενες δεκαετίες.

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.