Ο Frank Sinatra δεν γεννήθηκε θρύλος. Δεν ανέβηκε στη σκηνή κρατώντας ήδη τον τίτλο της "Φωνής του Αιώνα", ούτε έγινε σταρ από τη μια μέρα στην άλλη. Πριν γεμίσει στάδια, πριν κάνει το Λας Βέγκας δεύτερο σπίτι του και πριν τραγουδήσει το My Way ή το New York, New York, ήταν ένας νεαρός από το Hoboken του Νιου Τζέρσεϊ που είχε μια σχεδόν εμμονική επιθυμία. Να γίνει ο καλύτερος τραγουδιστής της εποχής του.
Γεννημένος το 1915 από Ιταλούς μετανάστες, ο Sinatra μεγάλωσε σε μια εργατική γειτονιά όπου οι ευκαιρίες δεν περίσσευαν. Δεν είχε μουσικές σπουδές ούτε έμαθε ποτέ να διαβάζει παρτιτούρες. Είχε όμως ένα σπάνιο χάρισμα. Άκουγε ξανά και ξανά τους μεγάλους τραγουδιστές της εποχής, με κορυφαίο πρότυπο τον Bing Crosby, προσπαθώντας να καταλάβει όχι μόνο πώς τραγουδούσαν, αλλά κυρίως πώς μετέφεραν συναίσθημα μέσα από κάθε στίχο.
Για τον νεαρό Frank, η φωνή δεν ήταν απλώς ένα όργανο. Ήταν ένας τρόπος να αφηγείται ιστορίες.
Από τους Hoboken Four στα μεγάλα ονόματα της swing
Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία ήρθε το 1935, όταν συμμετείχε στους Hoboken Four, ένα φωνητικό συγκρότημα που κέρδισε τον δημοφιλή ραδιοφωνικό διαγωνισμό Major Bowes Amateur Hour. Η νίκη αυτή δεν τον έκανε διάσημο, αλλά του άνοιξε την πόρτα για περιοδείες και πολύτιμη εμπειρία μπροστά στο κοινό.
Τα επόμενα χρόνια τραγουδούσε όπου έβρισκε μικρόφωνο. Μικρά κλαμπ, ραδιοφωνικές εμφανίσεις και αμέτρητες βραδιές σε χώρους όπου το κοινό περισσότερο μιλούσε παρά άκουγε. Ήταν όμως αποφασισμένος να βελτιώνεται κάθε φορά που ανέβαινε στη σκηνή.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1939, όταν ο διάσημος τρομπετίστας Harry James διέκρινε το ταλέντο του και του πρόσφερε θέση στην ορχήστρα του. Ο Sinatra ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια ως επαγγελματίας τραγουδιστής και άρχισε να γίνεται γνωστός στους φίλους της swing μουσικής.
Η συνεργασία αυτή δεν κράτησε πολύ. Μέσα σε λίγους μήνες δέχθηκε μια πρόταση που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του. Ο Tommy Dorsey, ένας από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς της εποχής, τον κάλεσε να γίνει η βασική φωνή της ορχήστρας του.
Η επιλογή αποδείχθηκε ιστορική.
Το μυστικό που τον έκανε διαφορετικό από όλους
Στην ορχήστρα του Tommy Dorsey ο Sinatra δεν έμαθε απλώς να τραγουδάει καλύτερα. Έμαθε να ελέγχει την αναπνοή του με τρόπο που μέχρι τότε θεωρούνταν σχεδόν αδύνατος για έναν τραγουδιστή.
Παρακολουθούσε με τις ώρες τον Dorsey να παίζει τρομπόνι και προσπαθούσε να καταλάβει πώς μπορούσε να κρατά τόσο μεγάλες μουσικές φράσεις χωρίς εμφανή διακοπή στην αναπνοή. Ο Sinatra άρχισε να εφαρμόζει την ίδια λογική στη φωνή του. Οι στίχοι κυλούσαν φυσικά, σαν μια συνεχόμενη αφήγηση, χωρίς απότομα κοψίματα και υπερβολές. Αυτό το χαρακτηριστικό έγινε το σήμα κατατεθέν του.
Το 1940 η ηχογράφηση του I'll Never Smile Again με την ορχήστρα του Tommy Dorsey έφτασε στην κορυφή των αμερικανικών charts και παρέμεινε εκεί για εβδομάδες. Για πρώτη φορά, το όνομα Frank Sinatra άρχισε να γίνεται γνωστό σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν άργησε να ακολουθήσει κάτι που κανείς δεν περίμενε.
Χιλιάδες νεαρές γυναίκες άρχισαν να κατακλύζουν τους συναυλιακούς χώρους μόνο και μόνο για να τον δουν. Ούρλιαζαν, λιποθυμούσαν, περίμεναν ώρες έξω από τα θέατρα. Οι εφημερίδες έδωσαν όνομα στο φαινόμενο. Sinatramania.
Δεκαετίες πριν από τον Elvis Presley, τους Beatles ή τον Michael Jackson, ο Frank Sinatra είχε γίνει ο πρώτος πραγματικός pop superstar της σύγχρονης μουσικής.
Όταν αποχώρησε από την ορχήστρα του Tommy Dorsey για να ακολουθήσει σόλο καριέρα, είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά του. Δεν ήταν απλώς ακόμη ένας καλός τραγουδιστής της swing. Ήταν ο άνθρωπος που είχε μετατρέψει το μικρόφωνο σε εργαλείο ερμηνείας, φέρνοντας τον ακροατή τόσο κοντά στη φωνή του ώστε κάθε τραγούδι έμοιαζε με προσωπική εξομολόγηση.
Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη επανάστασή του. Ο Sinatra δεν τραγουδούσε ποτέ για το πλήθος. Τραγουδούσε σαν να απευθυνόταν σε έναν μόνο άνθρωπο.
Και ίσως γι' αυτό, δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η φράση "Voice of the Century" εξακολουθεί να μοιάζει όχι με υπερβολή, αλλά με τη φυσική περιγραφή ενός ανθρώπου που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ακούμε και νιώθουμε το τραγούδι.