Η συλλογική μνήμη έχει παίξει ένα περίεργο παιχνίδι με τον John Rambo. Τον θυμόμαστε με ένα M60 στα χέρια, την κόκκινη μπαντάνα δεμένη στο μέτωπο και το σώμα του Sylvester Stallone να αποτελεί την κινηματογραφική επιτομή της υπερβολής των '80s. Μόνο που τίποτα από αυτά δεν περιγράφει πραγματικά τον άνθρωπο που γνωρίσαμε για πρώτη φορά το 1982. Το First Blood δεν είναι η ιστορία μιας ασταμάτητης πολεμικής μηχανής που αναζητά τον επόμενο πόλεμο. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που έχει επιστρέψει από έναν και προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει τι πρέπει να κάνει τώρα που κανείς δεν τον χρειάζεται.
Όταν τον συναντάμε, ο Rambo περπατά μόνος σε έναν επαρχιακό δρόμο αναζητώντας τον Delmar Berry, έναν παλιό συμπολεμιστή του από το Βιετνάμ. Μαθαίνει από τη μητέρα του ότι ο φίλος του πέθανε από καρκίνο, πιθανότατα συνδεδεμένο με την έκθεσή του στο Agent Orange, και συνεχίζει τον δρόμο του έχοντας συνειδητοποιήσει ότι είναι ο τελευταίος από την ομάδα του. Δεν υπάρχει αποστολή, εχθρός ή σχέδιο εκδίκησης, αλλά ένας άντρας με στρατιωτικό μπουφάν και ένα σακίδιο που θέλει να βρει κάπου να φάει!
Και τότε είναι που εμφανίζεται ένας από τους πιο μισητούς αστυνομικούς της μεγάλης οθόνης, ο σερίφης Will Teasle.
Ένας ήρωας που κανείς δεν θέλει
Ο Teasle κοιτάζει τον Rambo και δεν βλέπει έναν παρασημοφορημένο Green Beret. Βλέπει έναν περιπλανώμενο που δεν ταιριάζει στην τακτοποιημένη μικρή πόλη του και αποφασίζει ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να τον περάσει στην άλλη πλευρά των ορίων της. Όταν ο Rambo γυρίζει πίσω, η σύγκρουση που θα ακολουθήσει μοιάζει σχεδόν παράλογη στην αφετηρία της. Και αυτό ακριβώς είναι το νόημα.
Το First Blood, βασισμένο στο μυθιστόρημα του David Morrell του 1972, θα μπορούσε πολύ εύκολα να είναι μια συμβατική ιστορία καταδίωξης. Αντί γι' αυτό, ο σκηνοθέτης Ted Kotcheff και ο Stallone –ο οποίος συμμετείχε στη διαμόρφωση του σεναρίου– μετατρέπουν την καταδίωξη σε κάτι πολύ πιο δυσάρεστο. Ο άνθρωπος που η Αμερική εκπαίδευσε να σκοτώνει και έστειλε στην άλλη άκρη του κόσμου για να πολεμήσει αντιμετωπίζεται, όταν επιστρέφει, σαν πρόβλημα δημόσιας τάξης.
Η σκηνή στο αστυνομικό τμήμα είναι το σημείο όπου το παρελθόν εισβάλλει βίαια στο παρόν. Η κακοποίηση από τους αστυνομικούς και κυρίως η θέα του ξυραφιού πυροδοτούν τις αναμνήσεις των βασανιστηρίων που υπέστη ως αιχμάλωτος. Ο όρος PTSD δεν χρειάζεται να εμφανιστεί στην οθόνη για να καταλάβεις τι συμβαίνει. Ο Rambo αντιδρά όπως έχει εκπαιδευτεί να αντιδρά όταν αισθάνεται ότι απειλείται και μέσα σε ελάχιστα λεπτά η αστυνομία έχει δημιουργήσει ακριβώς τον εχθρό που πίστευε ότι είχε μπροστά της.
Από εκεί και πέρα, η ταινία αποκτά την εξωτερική μορφή ενός survival action movie, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί ως δράμα. Το δάσος είναι το μόνο περιβάλλον όπου ο Rambo αισθάνεται ξανά ασφαλής, επειδή εκεί οι κανόνες είναι γνώριμοι. Ο άνθρωπος που μοιάζει χαμένος όταν περπατά ανάμεσα σε καταστήματα και σπίτια μεταμορφώνεται μόλις βρεθεί στη φύση. Ξέρει πώς να κρυφτεί, πώς να κινηθεί, πώς να στήσει παγίδες και πώς να αντιμετωπίσει πολλούς αντιπάλους μόνος του. Είναι μια εντυπωσιακή επίδειξη στρατιωτικών ικανοτήτων, αλλά ταυτόχρονα κάτι βαθιά θλιβερό. Ο Rambo μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα όταν βρίσκεται ξανά σε πόλεμο.
Το First Blood δεν είναι η ταινία που νομίζουμε
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά από όσα ακολούθησαν. Στα sequels, ο Rambo θα επιστρέψει συνειδητά στη μάχη και θα εξελιχθεί σε έναν σχεδόν μυθολογικό action hero. Στο First Blood, όμως, η βία δεν αποτελεί φαντασίωση ισχύος. Είναι αποτέλεσμα μιας αλυσίδας αποτυχημένων επιλογών, παρεξηγήσεων και ενός τραύματος που κανείς γύρω του δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί.
Ακόμη και ο Teasle είναι πιο ενδιαφέρων από έναν συμβατικό κινηματογραφικό κακό. Η αλαζονεία του προκαλεί την κρίση και η εμμονή του την κλιμακώνει, αλλά δεν είναι ένας σαδιστής που θέλει απλώς να καταστρέψει τον Rambo. Θεωρεί ότι υπερασπίζεται την πόλη και, όσο περισσότερο χάνει τον έλεγχο της κατάστασης, τόσο περισσότερο αρνείται να παραδεχτεί ότι έχει απέναντί του έναν άνθρωπο τον οποίο δεν καταλαβαίνει. Όταν εμφανίζεται ο συνταγματάρχης Trautman και προσπαθεί να του εξηγήσει ποιον ακριβώς κυνηγά, ο Teasle το αντιμετωπίζει σχεδόν σαν προσωπική προσβολή.
Αυτό επιτρέπει στην ταινία να μιλήσει για κάτι πολύ μεγαλύτερο από τους δύο άντρες. Ο Rambo ανήκει στη γενιά των Αμερικανών στρατιωτών που επέστρεψαν από το Βιετνάμ σε μια κοινωνία η οποία είχε αλλάξει δραματικά όσο εκείνοι πολεμούσαν. Ο πόλεμος ήταν πλέον ένα εθνικό τραύμα, η κοινή γνώμη είχε στραφεί εναντίον του και οι βετεράνοι συχνά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αδιαφορία, δυσκολίες προσαρμογής και ανεπαρκή υποστήριξη. Το First Blood δεν προσπαθεί να λύσει αυτή τη συζήτηση. Την παίρνει και τη συμπυκνώνει σε έναν άνθρωπο που δεν ξέρει πώς να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Και ο Stallone το καταλαβαίνει εξαιρετικά. Παρά τη σωματική παρουσία του, η ερμηνεία του είναι για μεγάλο μέρος της ταινίας εσωτερική. Ο Rambo δεν εξηγεί συνεχώς τι αισθάνεται. Το βλέπεις στον τρόπο που αποφεύγει τα βλέμματα, στην αμηχανία του απέναντι στους άλλους ανθρώπους και στη σχεδόν απόλυτη αλλαγή της γλώσσας του σώματός του όταν περνά από την κοινωνία στο δάσος. Το σώμα που αργότερα θα μετατρεπόταν σε σύμβολο ανδρικής δύναμης εδώ λειτουργεί σαν πανοπλία ενός ανθρώπου που ψυχολογικά βρίσκεται πολύ κοντά στην κατάρρευση.
Ο μονόλογος που αλλάζει ολόκληρη την ταινία
Όλα όσα έχει αποφύγει να πει ο Rambo φτάνουν τελικά στην επιφάνεια στην τελευταία συνάντησή του με τον Trautman. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έχουμε δει έναν άντρα ικανό να επιβιώσει στο βουνό, να εξουδετερώσει τους διώκτες του και να επιστρέψει μόνος του στην πόλη. Θα μπορούσε εύκολα να τελειώσει ως ο θρίαμβος ενός action hero. Αντί γι' αυτό, ο Rambo καταρρέει.
Μιλά για τους ανθρώπους που έχασε, για το Βιετνάμ, για τις αναμνήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στο κεφάλι του και για το παράλογο της επιστροφής. Εκεί βρίσκεται και η πιο πικρή αντίφαση του χαρακτήρα. Στον στρατό μπορούσε να είναι υπεύθυνος για εξοπλισμό αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ στην πατρίδα του δεν μπορεί να βρει ούτε μια σταθερή δουλειά. Ο άνθρωπος που πριν από λίγα λεπτά έμοιαζε ασταμάτητος καταλήγει να κλαίει στην αγκαλιά του μοναδικού ανθρώπου που μπορεί να καταλάβει έστω ένα μέρος όσων κουβαλάει.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό First Blood. Όχι στο μαχαίρι, στις παγίδες ή στην καταδίωξη, αλλά στην ιδέα ότι μπορείς να εκπαιδεύσεις έναν άνθρωπο να επιβιώνει από έναν πόλεμο χωρίς ποτέ να του μάθεις πώς να επιβιώσει από την επιστροφή του.
Γι' αυτό και η πρώτη ταινία του Rambo αντέχει τόσο καλά στον χρόνο. Τα sequels είναι αναπόσπαστο κομμάτι της action κουλτούρας και μετέτρεψαν τον χαρακτήρα σε παγκόσμιο σύμβολο, αλλά ταυτόχρονα σκέπασαν τον άνθρωπο που υπήρχε από κάτω. Αν κάποιος γνωρίζει τον Rambo μόνο ως τον τύπο με την μπαντάνα και το πολυβόλο, το First Blood μπορεί ακόμη να τον αιφνιδιάσει.
Mερικές φορές ο άνθρωπος που επέστρεψε ζωντανός από τον πόλεμο δεν έχει ακόμη επιστρέψει πραγματικά σπίτι.