Το πρωινό της 1ης Φεβρουαρίου του 1893, ένα τρένο διασχίζει τη βόρεια ακτογραμμή της γραφικής Σικελίας με προορισμό το Παλέρμο. Σε ένα από τα βαγόνια της πρώτης θέσης, κάθεται μόνος του ο Emanuele Notarbartolo, πρώην δήμαρχος της πόλης και άλλοτε γενικός διευθυντής της Τράπεζας της Σικελίας. Είναι ένας άνθρωπος που απέκτησε φίλους χάρη στην ακεραιότητά του, αλλά ακόμη περισσότερους εχθρούς, επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στη διαφθορά που είχε αρχίσει να δηλητηριάζει την οικονομική και πολιτική ζωή του νησιού. Λίγο πριν το τρένο φτάσει στον προορισμό του, δύο άντρες μπαίνουν στο κουπέ του βαγονιού. Μέσα σε λίγα λεπτά και ενώ το τρένο εισέρχεται σε ένα τούνελ, τον μαχαιρώνουν περίπου είκοσι φορές και πετούν το άψυχο σώμα του από το παράθυρο της κινούμενης αμαξοστοιχίας. Το σκηνικό θυμίζει σήμερα ταινία, αλλά και οι ταινίες πήραν την έμπνευσή τους από κάπου, έτσι δεν είναι;
Η δολοφονία του Notarbartolo για πολλούς ιστορικούς αποτέλεσε το πρώτο πραγματικό χτύπημα της Cosa Nostra απέναντι στο ίδιο το ιταλικό κράτος. Υπήρχαν κι άλλα πριν από εκείνον; Μπορεί. Όμως ήταν η πρώτη φορά που η Cosa Nostra απέδειξε πως ούτε το ίδιο το κράτος δεν μπορεί να κρυφτεί από τη λίστα των στόχων της. Οι πολύχρονες δικαστικές διαμάχες που ακολούθησαν, αποκάλυψαν ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε μαφιόζους, πολιτικούς, τραπεζίτες, δικαστικούς και αστυνομικούς, σοκάροντας την ιταλική κοινή γνώμη της εποχής. Για πρώτη φορά, η μαφία έπαψε να αντιμετωπίζεται ως μια τοπική συμμορία της σικελικής υπαίθρου και άρχισε να γίνεται αντιληπτή ως ένας παράλληλος μηχανισμός εξουσίας με βαθιές ρίζες στην οικονομία και την πολιτική. Τα χρόνια που ακολούθησαν, η επιρροή της όχι μόνο δεν περιορίστηκε, αλλά εδραιώθηκε ακόμα περισσότερο. Η Cosa Nostra μετατράπηκε σε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας της Σικελίας, επηρεάζοντας τις εκλογές, τον έλεγχο της γης, τις επιχειρήσεις και την ίδια τη λειτουργία του κράτους. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο σοσιαλιστής Aurelio Drago το 1893: "Αν η κυβέρνηση πολεμήσει τη Μαφία, ποιος θα κερδίσει τις εκλογές;". Η φράση, είτε ως πολιτική υπερβολή είτε ως πικρή διαπίστωση, αποτύπωνε μια πραγματικότητα που λίγοι τολμούσαν να παραδεχθούν δημόσια.
Χρειάστηκε να περάσουν περισσότερες από τρεις δεκαετίες μέχρι η Ρώμη να αποφασίσει ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Το καλοκαίρι του 1926, ο Μπενίτο Μουσολίνι έδωσε εντολή για τη μεγαλύτερη κρατική επιχείρηση που είχε γίνει ποτέ εναντίον της Σικελικής Μαφίας, αναθέτοντας την αποστολή στον άνθρωπο που θα έμενε στην ιστορία ως ο "Σιδηρούς Νομάρχης", τον Cesare Mori. Για το φασιστικό καθεστώς, δεν επρόκειτο απλώς για μια αστυνομική επιχείρηση. Ήταν ένας πόλεμος που έπρεπε να αποδείξει ότι μόνο το κράτος είχε το δικαίωμα να ασκεί εξουσία στη Σικελία. Εκατό χρόνια μετά την έναρξη εκείνης της εκστρατείας, αξίζει να αναρωτηθούμε αν ο πόλεμος αυτός κερδήθηκε ποτέ πραγματικά.
Στη Σικελία το κράτος δεν ήταν η ισχυρότερη εξουσία
Για να κατανοήσει κανείς γιατί ο Μπενίτο Μουσολίνι αποφάσισε να εξαπολύσει μια τόσο πρωτοφανή εκστρατεία κατά της Cosa Nostra, πρέπει πρώτα να επιστρέψει στη Σικελία των αρχών του 20ού αιώνα. Παρότι το Βασίλειο της Ιταλίας είχε ενοποιηθεί ήδη από το 1861 και η Ρώμη αποτελούσε πλέον το πολιτικό κέντρο της χώρας, στη Σικελία η κρατική εξουσία παρέμενε συχνά περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Στη δυτική πλευρά του νησιού, όπου κυριαρχούσαν τα μεγάλα αγροκτήματα και οι τοπικές φατρίες, η καθημερινότητα δεν καθοριζόταν από τους νόμους του κράτους, αλλά από τους άγραφους κανόνες μιας άλλης εξουσίας.
Η Cosa Nostra δεν ήταν ακόμη η διεθνής οργάνωση που θα γινόταν γνωστή τον 20ό αιώνα μέσα από την Ποτοαπαγόρευση στις Ηνωμένες Πολιτείες ή το εμπόριο ναρκωτικών. Ήταν, πάνω απ’ όλα, ένα βαθιά ριζωμένο τοπικό δίκτυο επιρροής. Οι λεγόμενες cosche (σ.σ. οι οικογένειες της Μαφίας) ασκούσαν έλεγχο σε ολόκληρες περιοχές όπως σε μια ταινία του Νονού σήμερα, αλλά με πιο πρώιμο τρόπο. Διαμεσολαβούσαν σε οικονομικές διαφορές, επέβαλλαν "προστασία" σε εμπόρους και γαιοκτήμονες, επηρέαζαν εκλογικά αποτελέσματα και συχνά αποφάσιζαν ποιος θα μπορούσε να εργαστεί, να καλλιεργήσει γη ή ακόμη και να απονείμει δικαιοσύνη. Και όλα αυτά υπό την παρακολούθηση των αρχών στο νησί και με μια αστυνομία που ήταν απούσα και αδύναμη να επιβληθεί.
Κομβικό ρόλο σε αυτό το σύστημα είχαν οι gabelloti, οι διαχειριστές των μεγάλων αγροκτημάτων της σικελικής υπαίθρου. Επισήμως εκπροσωπούσαν τους απόντες γαιοκτήμονες. Στην πράξη, όμως, πολλοί είχαν αναπτύξει στενούς δεσμούς με την Cosa Nostra, ελέγχοντας την πρόσβαση στη γη, την εργασία και την τοπική οικονομία. Δίπλα τους βρίσκονταν οι campieri, οι ένοπλοι φύλακες των κτημάτων, οι οποίοι συχνά λειτουργούσαν περισσότερο ως εκτελεστικά όργανα της τοπικής cosca παρά ως απλοί υπάλληλοι. Σήμερα, θα έλεγε κανείς πως ήταν οι πρώτοι "στρατιώτες" της οργάνωσης.
Η ισχύς της Cosa Nostra, ωστόσο, δεν βασιζόταν αποκλειστικά στη βία. Στηριζόταν και στην omertà, τον άγραφο κώδικα της σιωπής, σύμφωνα με τον οποίο η συνεργασία με τις Αρχές αποτελούσε πράξη προδοσίας. Σε μια κοινωνία όπου η κρατική παρουσία ήταν περιορισμένη και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς σχεδόν ανύπαρκτη, πολλοί Σικελοί προτιμούσαν να απευθυνθούν στον τοπικό capomafia παρά σε έναν δικαστή ή έναν αστυνομικό. Εκείνος μπορούσε να επιλύσει μια διαφορά, να προστατέψει μια οικογένεια, να εξασφαλίσει εργασία ή να αποδώσει μια μορφή "δικαιοσύνης" πολύ πιο γρήγορα από το επίσημο κράτος. Φανταστείτε δηλαδή ένα ημι-φεουδαρχικό καθεστώς κάτω από τη μύτη των Αρχών, με φεουδάρχη τον εκάστοτε αρχηγό φαμίλιας και δουλοπάροικους τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους που του έδιναν "ενοίκιο" για την προστασία του.
Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που η Cosa Nostra αποδείχθηκε τόσο ανθεκτική. Δεν είχε οικοδομήσει την επιρροή της μόνο πάνω στον φόβο, αλλά και πάνω στα κενά ενός κράτους που δυσκολευόταν να επιβάλλει την παρουσία του στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Σικελίας. Για χιλιάδες κατοίκους του νησιού, η Cosa Nostra ήταν ένας εναλλακτικός μηχανισμός εξουσίας, προστασίας και κοινωνικής οργάνωσης. Όσο στρεβλός κι αν ήταν.
Ακριβώς αυτή τη δεύτερη εξουσία θα επιχειρούσε να καταστρέψει ο Μπενίτο Μουσολίνι, λίγα χρόνια αργότερα. Για έναν δικτάτορα που είχε οικοδομήσει ολόκληρη την ιδεολογία του πάνω στην απόλυτη κυριαρχία του κράτους, η ύπαρξη μιας παράλληλης αρχής που απολάμβανε μεγαλύτερο σεβασμό από την ίδια τη Ρώμη δεν αποτελούσε απλώς πρόβλημα δημόσιας τάξης, μα αμφισβήτηση της ίδιας της εξουσίας του. Και σε ένα φασιστικό καθεστώς, τέτοιες αμφισβητήσεις δεν μένουν ποτέ αναπάντητες.
Ο Μουσολίνι και το όνειρο της μοναδικής του εξουσίας στη Σικελία
Το φθινόπωρο του 1924, δύο χρόνια μετά την Πορεία προς τη Ρώμη, ο Μπενίτο Μουσολίνι πραγματοποίησε επίσκεψη στη Σικελία. Ο φασισμός βρισκόταν ακόμη στη διαδικασία εδραίωσης της εξουσίας του και το ταξίδι είχε έντονο συμβολικό χαρακτήρα. Ο Ιταλός ηγέτης ήθελε να δείξει ότι το νέο καθεστώς μπορούσε να επιβληθεί σε κάθε γωνιά της χώρας, ακόμη και σε μια περιοχή που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν από τη Ρώμη ως μια δύσκολη και απείθαρχη επαρχία.
Γύρω από εκείνη την επίσκεψη γεννήθηκε μία από τις πιο διάσημες ιστορίες στην ιστορία της Cosa Nostra. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, ο ισχυρός τοπικός μαφιόζος Francesco "Don Ciccio” Cuccia –ο άνθρωπος που ουσιαστικά ήλεγχε την περιοχή της Piana dei Greci– προσφέρθηκε να αναλάβει προσωπικά την ασφάλεια του Μουσολίνι. Ο Cuccia φέρεται μάλιστα να του είπε ότι, όσο βρισκόταν υπό τη δική του προστασία, δεν θα είχε τίποτα να φοβηθεί.
Η ιστορία συνεχίστηκε βέβαια, πιο θεατρικά. Όταν ο Μουσολίνι αρνήθηκε την προσφορά, ο Cuccia φέρεται να σχολίασε πως, στη Σικελία, η πραγματική εξουσία δεν βρισκόταν στα χέρια του κράτους αλλά της Cosa Nostra. Είναι μια αφήγηση που έχει επαναληφθεί αμέτρητες φορές σε βιβλία και ντοκιμαντέρ. Αρκετοί ιστορικοί, ωστόσο, επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν επαρκή τεκμήρια για όλες τις λεπτομέρειές της και θεωρούν πως πιθανότατα εμπλουτίστηκε, με την πάροδο των δεκαετιών. Ανεξάρτητα από το πόσο πιστά αποδίδει τα πραγματικά γεγονότα, αποτυπώνει εύστοχα την εικόνα που είχε διαμορφωθεί. Ότι δηλαδή στη Σικελία υπήρχε μια εξουσία που δεν λογοδοτούσε στη Ρώμη και αυτό, για έναν άνθρωπο όπως ο Μουσολίνι, ήταν αδιανόητο. Ο φασισμός δεν ανεχόταν παράλληλα κέντρα ισχύος καθώς το κράτος όφειλε να είναι ο μοναδικός φορέας εξουσίας, ο μοναδικός που θα επέβαλλε τον νόμο, ο μοναδικός που θα προστάτευε τους πολίτες και θα απαιτούσε υπακοή. Η ύπαρξη της Cosa Nostra αποτελούσε πολιτική προσβολή προς το ίδιο το καθεστώς.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1925, ο Μουσολίνι επέλεξε τον άνθρωπο που πίστευε ότι μπορούσε να λύσει οριστικά το "σικελικό πρόβλημα", όπως το αποκαλούσε στους υφιστάμενούς του ουρλιάζοντας στο γραφείο του, απειλώντας πως θα τους κρεμούσε όλους στους δρόμους του Παλέρμο. Ο Cesare Mori –ένας έμπειρος κρατικός λειτουργός με φήμη αδιάφθορου και αποφασιστικού διοικητή– διορίστηκε νομάρχης του Παλέρμο με εξαιρετικά διευρυμένες αρμοδιότητες. Επίσημα, στάλθηκε στη Σικελία για να αναπτύξει την οικονομία του νησιού, μιας και ένα πλήθος κόσμου έφευγε μονίμως για την Αμερική εξαιτίας της φτώχειας, για την αναζήτηση μια καλύτερης ζωής. Ανεπίσημα, η αποστολή του ήταν μία και άκρως φιλόδοξη. Έπρεπε να διαλύσει την Cosa Nostra ως οργανωμένη δύναμη και να αποδείξει ότι το φασιστικό κράτος μπορούσε να επιβληθεί εκεί που οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν αποτύχει.
Ο ίδιος ο Mori κατάλαβε, από την πρώτη στιγμή, ότι δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη αστυνομική επιχείρηση. Η Ρώμη τού είχε δώσει σχεδόν λευκή επιταγή και μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για να εντοπίσει, να συλλάβει και τελικά να αποδυναμώσει τις μαφιόζικες οργανώσεις του νησιού. Ο ίδιος, ένας άνθρωπος ιδιαίτερα φιλόδοξος, δεν είχε καμία πρόθεση να δείξει επιείκεια. Μέσα στους επόμενους μήνες, η Σικελία θα γινόταν το πεδίο μιας από τις πιο εκτεταμένες αντικατασταλτικές επιχειρήσεις που είχε γνωρίσει ποτέ η σύγχρονη Ιταλία.
Cesare Mori, ο "Σιδηρούς Νομάρχης"
Ο Cesare Mori, στο μεταξύ, δεν ήταν ένας φλογερός εθνικοσοσιαλιστής, ένας τυχαίος φασίστας που αναδείχθηκε χάρη στο καθεστώς του Μουσολίνι. Αντίθετα, είχε ήδη διανύσει μια μακρά πορεία στη δημόσια διοίκηση, έχοντας υπηρετήσει ως αστυνομικός διευθυντής και νομάρχης σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας. Είχε αποκτήσει τη φήμη ενός επίμονου και αδιάφθορου κρατικού λειτουργού, ο οποίος δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τοπικά συμφέροντα και εγκληματικά δίκτυα, κι ας γνώριζε ότι η επιτυχία του θα είχε προσωπικό κόστος για τον ίδιο.
Η πρώτη του επαφή με τη Σικελία είχε γίνει αρκετά χρόνια νωρίτερα. Ως αξιωματούχος του κράτους είχε ήδη επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τη δράση της Cosa Nostra, διαπιστώνοντας από πρώτο χέρι ότι το πρόβλημα δεν περιοριζόταν σε μια σειρά εγκληματικών συμμοριών. Η Cosa Nostra ήταν βαθιά ενσωματωμένη στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του νησιού, είχε ανθρώπους στις τοπικές διοικήσεις, σχέσεις με πολιτικούς, επιρροή σε γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες και απολάμβανε την ανοχή ενός πληθυσμού που είχε μάθει να ζει μαζί της ως... αναγκαίο κακό.
Το 1925, όταν επέστρεψε στη Σικελία ως νομάρχης του Παλέρμο, γνώριζε ότι δεν θα αρκούσαν οι συνηθισμένες αστυνομικές έρευνες. Χρειαζόταν μια επιχείρηση που θα έσπαγε τον φόβο και θα έδειχνε ότι, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το κράτος ήταν διατεθειμένο να διεκδικήσει την εξουσία που είχε χάσει. Έτσι, αξιοποίησε στο έπακρο τις έκτακτες αρμοδιότητες που του είχε παραχωρήσει η κυβέρνηση. Διέταζε μαζικές έρευνες, περικύκλωνε ολόκληρα χωριά, προχωρούσε σε συλλήψεις υπόπτων, κατασχέσεις όπλων και εκτεταμένες ανακρίσεις. Δε δίσταζε να ασκήσει πίεση στις οικογένειες φυγόδικων μαφιόζων, να δεσμεύσει περιουσίες και να απομονώσει κοινότητες που θεωρούνταν προπύργια της Cosa Nostra. Οι μέθοδοί του προκάλεσαν από νωρίς έντονες αντιδράσεις. Άλλοι τον αντιμετώπιζαν ως τον πρώτο αξιωματούχο που τόλμησε να συγκρουστεί πραγματικά με το οργανωμένο έγκλημα και άλλοι ως έναν κρατικό λειτουργό που δεν δίσταζε να παραβιάσει θεμελιώδη δικαιώματα.

Όποια κι αν είναι η κρίση της Ιστορίας, ένα είναι βέβαιο. Ο Mori αντιλήφθηκε ότι η Μαφία δεν υπήρχε περίπτωση να ηττηθεί όσο αισθανόταν ασφαλής στα χωριά και στα ορεινά καταφύγιά της. Συνεπώς, αποφάσισε να μεταφέρει τον πόλεμο στην καρδιά της επικράτειάς της. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή αυτής της στρατηγικής θα εκτυλισσόταν σε ένα μικρό ορεινό χωριό της επαρχίας του Παλέρμο, το οποίο μέσα σε λίγες ημέρες θα γινόταν το σύμβολο της εκστρατείας του. Το όνομά του ήταν Γκάντζι.
Η αρχή του πολέμου και η πολιορκία του Γκάντζι
Τον Ιανουάριο του 1926, ο Cesare Mori αποφάσισε να δώσει ένα χτύπημα που θα είχε τόσο επιχειρησιακή όσο και συμβολική αξία. Το Γκάντζι βρισκόταν περίπου 130 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Παλέρμο, χτισμένο στις πλαγιές των βουνών Μαδόνιε, με στενά σοκάκια, πέτρινα σπίτια και φυσική οχύρωση, θεωρούνταν ένα από τα ασφαλέστερα καταφύγια της Cosa Nostra. Για χρόνια, φυγόδικοι, ληστές και μαφιόζοι έβρισκαν εκεί προστασία, γνωρίζοντας ότι η παρουσία του κράτους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και πως οι κάτοικοι δύσκολα θα συνεργάζονταν με τις αρχές.
Ο Mori γνώριζε ότι μια συνηθισμένη αστυνομική επιχείρηση ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Οι πληροφορίες θα διέρρεαν, οι καταζητούμενοι θα εξαφανίζονταν στα γύρω βουνά και η Cosa Nostra θα συνέχιζε να λειτουργεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Αυτή τη φορά αποφάσισε να κινηθεί διαφορετικά. Τις πρώτες πρωινές ώρες, εκατοντάδες καραμπινιέροι, αστυνομικοί και στρατιώτες περικύκλωσαν το χωριό. Όλοι οι δρόμοι διαφυγής αποκλείστηκαν, ενώ τα γύρω υψώματα τέθηκαν υπό έλεγχο ώστε να μην μπορέσει κανείς να διαφύγει. Για τους κατοίκους, το χωριό μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες σε μια τεράστια ζώνη αποκλεισμού – και αν μπορεί κανείς να το φανταστεί σε αριθμούς, ήταν από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις της εποχής.
Στη συνέχεια άρχισε μια εξαντλητική επιχείρηση έρευνας. Οι δυνάμεις του Mori εισέρχονταν σε κάθε σπίτι, αποθήκη, στάβλο και υπόγειο, αναζητώντας όπλα, καταζητούμενους και κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να συνδέσει τους κατοίκους με τους εγκληματίες. Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν για ημέρες, χωρίς να αφήσουν σχεδόν κανένα κτίσμα ανεξέλεγκτο. Για πρώτη φορά, το κράτος δεν περίμενε τους Σικελούς να κάνουν το λάθος. Είχε αποφασίσει να τους κυνηγήσει μέσα στο ίδιο τους το καταφύγιο.
Οι μέθοδοι του Cesare Mori υπήρξαν ιδιαίτερα σκληρές και παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης μέχρι σήμερα. Σύγχρονες μαρτυρίες και μεταγενέστερες έρευνες αναφέρουν ότι οι Αρχές ασκούσαν έντονες πιέσεις στις οικογένειες των φυγόδικων, πραγματοποιούσαν μαζικές προσαγωγές και χρησιμοποιούσαν κάθε διαθέσιμο μέσο για να σπάσουν την omertà. Ορισμένες πηγές κάνουν λόγο ακόμη και για ομηρία συγγενών ή κακομεταχείριση κρατουμένων, αν και η έκταση αυτών των πρακτικών εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ιστορικών. Εκείνο που θεωρείται βέβαιο, είναι ότι η επιχείρηση ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας συμβατικής αστυνομικής έρευνας.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Δεκάδες καταζητούμενοι συνελήφθησαν, κατασχέθηκαν όπλα και αποκαλύφθηκαν δίκτυα συνεργατών που μέχρι τότε λειτουργούσαν σχεδόν ανενόχλητα. Ακόμη σημαντικότερο ήταν το ψυχολογικό αποτέλεσμα. Η εικόνα της πανίσχυρης Cosa Nostra, που μπορούσε να κρύβεται για πάντα στα ορεινά χωριά της Σικελίας, δέχθηκε το πρώτο πραγματικά ισχυρό πλήγμα. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, πολλοί Σικελοί είδαν ότι υπήρχε μια κρατική αρχή πρόθυμη να εισβάλει μέχρι και στα πιο απόρθητα προπύργια της οργάνωσης.

Η επιχείρηση στο Γκάντζι μετατράπηκε γρήγορα σε εργαλείο προπαγάνδας του φασιστικού καθεστώτος. Οι εφημερίδες παρουσίαζαν τον Mori ως τον άνθρωπο που είχε επιτύχει εκεί όπου όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν αποτύχει. Το προσωνύμιο "Σιδηρούς Νομάρχης" δεν άργησε να καθιερωθεί, συμβολίζοντας έναν κρατικό λειτουργό που δεν διαπραγματευόταν, δεν συμβιβαζόταν και δεν υποχωρούσε. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς κρυβόταν ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα. Οι συλλήψεις και οι θεαματικές επιχειρήσεις μπορούσαν πράγματι να εξαλείψουν μια οργάνωση που είχε ριζώσει επί δεκαετίες στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Σικελίας; Ή μήπως η εκστρατεία του Mori χτυπούσε τα πρόσωπα, αφήνοντας άθικτες τις συνθήκες που είχαν επιτρέψει στη Cosa Nostra να γεννηθεί και να γιγαντωθεί;
Η ιστορία έδωσε τελικά μια σύνθετη απάντηση. Η εκστρατεία του Cesare Mori αποδυνάμωσε τη Cosa Nostra όσο καμία προηγούμενη κρατική προσπάθεια, οδηγώντας χιλιάδες ανθρώπους στη φυλακή και διαλύοντας δεκάδες τοπικά δίκτυα. Όμως η Μαφία δεν ήταν απλώς μια συμμορία που μπορούσε να εξαφανιστεί με συλλήψεις και πολιορκίες. Ήταν προϊόν μιας κοινωνίας όπου η φτώχεια, η απουσία εμπιστοσύνης στους θεσμούς και οι σχέσεις εξάρτησης είχαν δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα εξουσίας. Μετά την πτώση του φασιστικού καθεστώτος και την απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία το 1943, η Cosa Nostra βρήκε τον χώρο να ανασυνταχθεί και, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, να εξελιχθεί στην πανίσχυρη εγκληματική οργάνωση που θα συγκλόνιζε ξανά την Ιταλία. Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο δίδαγμα της εκστρατείας του "Σιδηρού Νομάρχη" να είναι ότι η Μαφία δεν νικιέται απλώς με τη δύναμη των όπλων ή με τη βούληση ενός ισχυρού κράτους. Νικιέται μόνο όταν πάψουν να υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες που της επιτρέπουν να παρουσιάζεται ως αναγκαία. Και αυτός είναι ένας πόλεμος που, έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να μην έχει κερδηθεί οριστικά.
Πηγές:
The Force of Destiny & La Mafia durante il fascismo, Christopher Duggan, 1986.
The Sicilian Mafia: The Business of Private Protection, Diego Gambetta, 1993.
Cosa Nostra: A History of the Sicilian Mafia, John Dickie, 2004.
History of the Mafia, Salvatore Lupo, 1993.

