Το 1893 η Σικελία διψούσε. Η βροχή δεν ερχόταν, τα χωράφια ξεραίνονταν και μια αγροτική οικονομία που ήδη ισορροπούσε επικίνδυνα ανάμεσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση άρχισε να καταρρέει. Η παραγωγή σιταριού μειώθηκε δραματικά, ενώ σοβαρές απώλειες καταγράφηκαν στο κρασί, στο ελαιόλαδο και στο κριθάρι. Για τους μεγάλους γαιοκτήμονες αυτό σήμαινε χαμένα έσοδα. Για τις χιλιάδες οικογένειες που ζούσαν από τη γη μπορούσε να σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό. Πείνα.
Κανείς φυσικά δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι αυτή η περιβαλλοντική καταστροφή θα συνδεόταν με μία από τις σημαντικότερες καμπές στην ιστορία του οργανωμένου εγκλήματος.
Γιατί η ξηρασία του 1893 δεν δημιούργησε τη σικελική Μαφία. Η Μαφία υπήρχε ήδη. Εκείνο που έκανε ήταν να δημιουργήσει τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες μια εγκληματική οργάνωση μπόρεσε να μετατραπεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ένα μηχανισμό προστασίας, καταστολής και τελικά εξουσίας.
Και όλα ξεκίνησαν από τη γη.

Η Σικελία πριν από τη Cosa Nostra που γνωρίζουμε
Η Σικελία στα τέλη του 19ου αιώνα απείχε πολύ από την εικόνα που αργότερα θα κατασκεύαζε το σινεμά γύρω από τη Μαφία. Δεν υπήρχαν οι πανίσχυρες οικογένειες της Νέας Υόρκης, οι καλοντυμένοι Don και οι εγκληματικές αυτοκρατορίες που γνωρίσαμε μέσα από τον Νονό και το Goodfellas.
Υπήρχε όμως κάτι που αποδείχθηκε πολύ πιο σημαντικό. Ένα τεράστιο κενό εξουσίας. Μετά την ενοποίηση της Ιταλίας το 1861, το νέο κράτος δυσκολευόταν να επιβάλει ουσιαστικό έλεγχο σε ολόκληρη τη Σικελία. Ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, η αστυνομία και οι κρατικοί θεσμοί ήταν συχνά πολύ μακριά για να προστατεύσουν αποτελεσματικά περιουσίες, να επιβάλουν συμβόλαια ή να λύσουν διαφορές.
Την ίδια στιγμή, η γη παρέμενε εξαιρετικά άνισα κατανεμημένη. Μεγάλοι ιδιοκτήτες έλεγχαν τεράστιες εκτάσεις, ενώ χιλιάδες αγρότες δούλευαν ως ημερομίσθιοι ή νοίκιαζαν μικρά κομμάτια γης με όρους που τους άφηναν μονίμως ευάλωτους. Ανάμεσα στις δύο πλευρές άρχισε να δημιουργείται χώρος για ανθρώπους που μπορούσαν να προσφέρουν κάτι που το κράτος αδυνατούσε να εγγυηθεί. Προστασία. Και φυσικά, όχι δωρεάν.
Οι πρώτοι μαφιόζοι λειτουργούσαν ως μεσάζοντες, φύλακες και άνθρωποι ικανοί να επιβάλουν συμφωνίες με την απειλή της βίας. Η δύναμή τους συνδέθηκε με οικονομικά συμφέροντα, από τους εξαιρετικά κερδοφόρους λεμονόκηπους γύρω από το Παλέρμο μέχρι άλλους πολύτιμους πόρους της σικελικής οικονομίας. Η Μαφία, επομένως, είχε ήδη εμφανιστεί όταν έφτασε το 1893. Απλώς δεν είχε ακόμη βρει την κρίση που θα την έκανε απαραίτητη σε πολύ περισσότερους ισχυρούς ανθρώπους.
Η ξηρασία θα άλλαζε αυτή την ισορροπία.
Όταν η πείνα έγινε οργή
Η καταστροφή της αγροτικής παραγωγής δεν έπεσε πάνω σε μια ευημερούσα κοινωνία. Χτύπησε ανθρώπους που ήδη ζούσαν στα όρια.
Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα των Daron Acemoglu, Giuseppe De Feo και Giacomo De Luca, η παραγωγή σιταριού στη Σικελία έπεσε περίπου στο μισό, ενώ σε ορισμένες περιοχές η συνολική αγροτική παραγωγή βρέθηκε έως και 65% χαμηλότερα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
Η ξηρασία, όμως, από μόνη της δεν εξηγεί την ιστορία που ακολούθησε. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν αυτό που προκάλεσε. Οι αγρότες δεν μπορούσαν πλέον να αντέξουν τα ενοίκια, τους φόρους και τους όρους εργασίας που τους επιβάλλονταν. Η απόγνωση μετατράπηκε σε πολιτική οργάνωση και οι Fasci Siciliani dei Lavoratori, ένα κίνημα εργατών και αγροτών που είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται, απέκτησαν τεράστια δυναμική.
Το όνομα μπορεί σήμερα να προκαλεί σύγχυση, όμως οι Fasci Siciliani δεν είχαν σχέση με τον φασισμό που θα εμφανιζόταν στην Ιταλία δεκαετίες αργότερα. Ήταν εργατικές και αγροτικές ενώσεις, με έντονο σοσιαλιστικό χαρακτήρα, που ζητούσαν υψηλότερους μισθούς, δικαιότερα συμβόλαια και αλλαγές στη φορολογία. Η οικονομική καταστροφή του 1893 έκανε τα αιτήματά τους επείγοντα.
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα το κίνημα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το νησί. Δημιουργήθηκαν 177 οργανώσεις και οι Fasci απέκτησαν εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές. Για πρώτη φορά, εκείνοι που βρίσκονταν στο χαμηλότερο επίπεδο της αγροτικής κοινωνίας της Σικελίας δεν διαμαρτύρονταν απλώς αλλά οργανώνονταν. Και αυτό άλλαζε τα πάντα.
Οι γαιοκτήμονες χρειάζονταν κάποιον να τους προστατεύσει
Όσο οι Fasci μεγάλωναν, τόσο μεγάλωνε και ο φόβος στην άλλη πλευρά.
Για τους μεγάλους γαιοκτήμονες, τους διαχειριστές κτημάτων και ένα μέρος των τοπικών ελίτ, το ζήτημα δεν ήταν πλέον μόνο οι οικονομικές απώλειες από την ξηρασία. Ήταν η πιθανότητα να χάσουν τον έλεγχο ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος που τους είχε εξασφαλίσει πλούτο και δύναμη για δεκαετίες. Χρειάζονταν προστασία και εκεί ακριβώς η Μαφία βρήκε την ιστορική της ευκαιρία.
Οι μαφιόζοι διέθεταν αυτό που έλειπε από τους ιδιοκτήτες γης: ανθρώπους πρόθυμους να χρησιμοποιήσουν βία. Μπορούσαν να εκφοβίσουν εργάτες, να πιέσουν οργανωτές, να προστατεύσουν κτήματα και να λειτουργήσουν ως αντίβαρο απέναντι στην αυξανόμενη δύναμη των αγροτικών ενώσεων. Η σχέση ήταν σχεδόν ιδανική.
Οι ελίτ αποκτούσαν έναν ανεπίσημο μηχανισμό καταστολής. Η Μαφία, από την άλλη, αποκτούσε χρήματα, προστασία, κοινωνικές διασυνδέσεις και –το σημαντικότερο– χρησιμότητα απέναντι στους ισχυρούς. Η κοινωνική ένταση σύντομα μετατράπηκε σε ανοιχτή βία.
Στα τέλη του 1893 και στις αρχές του 1894 σημειώθηκαν αιματηρές συγκρούσεις σε διάφορα σημεία του νησιού. Στη Lercara Friddi, μια περιοχή με σημαντική εξορυκτική δραστηριότητα, συγκέντρωση ανήμερα των Χριστουγέννων του 1893 κατέληξε σε αιματοχυσία. Αντίστοιχα περιστατικά σημειώθηκαν και αλλού καθώς η κρίση ξέφευγε από κάθε έλεγχο. Η κυβέρνηση τελικά επενέβη.
Τον Ιανουάριο του 1894 ο πρωθυπουργός Francesco Crispi κήρυξε κατάσταση πολιορκίας στη Σικελία. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες αναπτύχθηκαν στο νησί, οι οργανώσεις διαλύθηκαν και οι ηγέτες των Fasci συνελήφθησαν. Το αγροτικό κίνημα είχε ηττηθεί, η Μαφία όμως όχι.
Η στιγμή που η Μαφία έγινε κάτι περισσότερο
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της ιστορίας. Η σικελική Μαφία δεν έγινε πανίσχυρη απλώς επειδή οι άνθρωποί της ήταν περισσότερο βίαιοι από τους υπόλοιπους εγκληματίες. Συμμορίες, ληστές και ένοπλοι παράνομοι υπήρχαν σε ολόκληρη την Ευρώπη του 19ου αιώνα.
Η Μαφία κατάφερε κάτι που οι περισσότεροι από αυτούς δεν κατάφεραν ποτέ. Έγινε χρήσιμη στους ανθρώπους που είχαν εξουσία.
Μπορούσε να προστατεύει ιδιοκτησίες, να ελέγχει εργάτες, να επιβάλλει συμφωνίες, να εκφοβίζει αντιπάλους και να παρεμβαίνει εκεί όπου ο επίσημος κρατικός μηχανισμός ήταν αδύναμος ή ανεπαρκής. Και όσο περισσότερο χρησιμοποιούνταν για αυτούς τους σκοπούς, τόσο περισσότερο αποκτούσε πρόσβαση στην οικονομική και πολιτική ζωή του νησιού. Αυτό ακριβώς επιχείρησαν να μετρήσουν περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα οι Acemoglu, De Feo και De Luca.
Μελετώντας δεδομένα από 357 δήμους της Σικελίας, συνέκριναν την ένταση της ξηρασίας, την εξάπλωση των Fasci Siciliani και την παρουσία της Μαφίας τα επόμενα χρόνια. Το συμπέρασμά τους ήταν εντυπωσιακό: η αγροτική κρίση και η κοινωνική εξέγερση που ακολούθησε συνέβαλαν σημαντικά στην επέκταση της Μαφίας. Όχι επειδή η φτώχεια μετέτρεψε ξαφνικά τους Σικελούς σε εγκληματίες.
Αλλά επειδή η σύγκρουση δημιούργησε ζήτηση για αυτό που η Μαφία μπορούσε να πουλήσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Βία και προστασία.

Η ξηρασία δεν γέννησε τη Μαφία αλλά της έδωσε την ευκαιρία της
Αυτό κάνει την ιστορία του 1893 τόσο ενδιαφέρουσα ακόμη και σήμερα. Η πραγματική ιστορία της Μαφίας απέχει πολύ από τον ρομαντικό μύθο που δημιούργησαν αργότερα ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία. Δεν ξεκινά με κάποιον πανίσχυρο Don σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ξεκινά μέσα σε ένα πολύ πιο περίπλοκο πλέγμα γης, χρημάτων, κοινωνικής ανισότητας και κρατικής αδυναμίας. Και κάποια στιγμή μέσα σε αυτή την ιστορία σταμάτησε να βρέχει.
Η σοδειά καταστράφηκε. Οι αγρότες έχασαν το εισόδημά τους. Η φτώχεια μετατράπηκε σε οργή. Η οργή σε οργανωμένο κίνημα. Οι γαιοκτήμονες φοβήθηκαν ότι θα χάσουν τον έλεγχο και αναζήτησαν ανθρώπους που μπορούσαν να τους προστατεύσουν.
Η Μαφία ήταν ήδη εκεί. Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο. Η μεγάλη ξηρασία του 1893 δεν δημιούργησε τη Cosa Nostra από το μηδέν. Δημιούργησε όμως μια κρίση μέσα στην οποία η Μαφία απέδειξε πόσο χρήσιμη μπορούσε να γίνει για εκείνους που είχαν χρήματα, γη και πολιτική επιρροή. Και όταν η βροχή επέστρεψε στη Σικελία, εκείνη δεν έφυγε.
Είχε ήδη ριζώσει πολύ βαθύτερα.

