Στις 15 Αυγούστου του 1998, η Βόρεια Ιρλανδία βρισκόταν σε εκείνη την παράξενη περίοδο κατά την οποία ένας πόλεμος μπορεί να έχει τελειώσει στα χαρτιά, αλλά όχι ακόμη μέσα στους ανθρώπους που τον έζησαν. Τέσσερις μήνες νωρίτερα είχε υπογραφεί η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής. Ύστερα από περίπου τρεις δεκαετίες βίας, περισσότερους από 3.500 νεκρούς, βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες και αντίποινα, υπήρχε επιτέλους η αίσθηση ότι τα Troubles πλησίαζαν στο τέλος τους.
Εκείνο το Σάββατο, όμως, ένα Vauxhall Cavalier φορτωμένο με εκρηκτικά βρισκόταν σταθμευμένο στη Market Street της μικρής πόλης Omagh, στην κομητεία Tyrone. Λίγο μετά τις 15:00 εξερράγη.
Είκοσι εννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους – ανάμεσά τους εννέα παιδιά και μία γυναίκα έγκυος σε δίδυμα – και περισσότεροι από 200 τραυματίστηκαν. Ήταν η πιο πολύνεκρη μεμονωμένη επίθεση στη Βόρεια Ιρλανδία σε ολόκληρη την περίοδο των Troubles.
Ο IRA είχε επιλέξει τον δρόμο της πολιτικής. Κάποιοι όχι
Για να καταλάβει κανείς το Omagh πρέπει να επιστρέψει στη διάσπαση του ρεπουμπλικανικού κινήματος. Ο IRA είχε ήδη κηρύξει κατάπαυση του πυρός και το Sinn Féin συμμετείχε στην πολιτική διαδικασία που οδήγησε στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής. Για ένα τμήμα των σκληροπυρηνικών Ρεπουμπλικανών, όμως, αυτό ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη του βασικού στόχου, δηλαδή τον τερματισμό της βρετανικής κυριαρχίας στη Βόρεια Ιρλανδία και την ένωση του νησιού.

Από αυτή τη ρήξη είχε γεννηθεί ο Real IRA, μια αποσχισθείσα οργάνωση που απέρριπτε την ειρηνευτική διαδικασία και επέμενε στη χρήση ένοπλης βίας. Τις εβδομάδες πριν από το Omagh είχε ήδη πραγματοποιήσει σειρά επιθέσεων. Το Omagh, όμως, θα άλλαζε τα πάντα.
Οι βομβιστές είχαν τηλεφωνήσει προειδοποιώντας για την έκρηξη. Το πρόβλημα ήταν ότι οι πληροφορίες για το σημείο όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο ήταν παραπλανητικές. Η αστυνομία άρχισε να απομακρύνει τον κόσμο από την περιοχή του δικαστηρίου και, τραγικά, άνθρωποι κατευθύνθηκαν προς τη Market Street – δηλαδή προς τη βόμβα. Όταν αυτή εξερράγη, ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο.
Η Real IRA ανέλαβε την ευθύνη τρεις ημέρες αργότερα, υποστηρίζοντας ότι είχε δώσει προειδοποίηση περίπου 40 λεπτών και ότι δεν είχε σκοπό να σκοτώσει αμάχους. Δήλωσε επίσης ότι η επίθεση αποτελούσε μέρος του συνεχιζόμενου πολέμου της εναντίον της βρετανικής παρουσίας. Μετά το Omagh, τέτοιες διατυπώσεις έμοιαζαν σχεδόν κενές περιεχομένου.
Όταν η βόμβα πέτυχε το αντίθετο αποτέλεσμα
Τα Troubles είχαν δημιουργήσει κοινωνίες στις οποίες ακόμη και η τραγωδία μπορούσε να ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με το αν κάποιος ήταν Καθολικός ή Προτεστάντης, Ρεπουμπλικανός ή Ενωτικός. Στο Omagh αυτό έγινε πολύ δυσκολότερο.
Τα θύματα δεν ανήκαν σε μία κοινότητα. Ανάμεσά τους βρίσκονταν Καθολικοί και Προτεστάντες, άνθρωποι από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και Ισπανοί επισκέπτες. Μία οικογένεια έχασε μέλη τριών διαφορετικών γενεών. Η καταδίκη υπήρξε σχεδόν καθολική.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ιστορικό παράδοξο του Omagh. Αν ο στόχος των βομβιστών ήταν να εκτροχιάσουν την ειρηνευτική διαδικασία, η επίθεση συνέβαλε τελικά στο αντίθετο. Η φρίκη της ενίσχυσε την πολιτική απομόνωση όσων επέμεναν ότι ο ένοπλος αγώνας μπορούσε ακόμη να έχει θέση στη νέα πραγματικότητα της Βόρειας Ιρλανδίας.
Το Omagh δεν ήταν κυριολεκτικά η τελευταία πράξη πολιτικής βίας στη Βόρεια Ιρλανδία. Ήταν όμως η τελευταία μεγάλη σφαγή που έφερε επάνω της ολόκληρο το βάρος της εποχής των Troubles.
Ένας πόλεμος που είχε τελειώσει, αλλά δεν είχε εξαφανιστεί
Σχεδόν 28 χρόνια αργότερα, κανείς δεν έχει καταδικαστεί από ποινικό δικαστήριο για τις δολοφονίες. Σε μεταγενέστερη αστική διαδικασία τέσσερις άνδρες κρίθηκαν υπεύθυνοι για τη βομβιστική επίθεση, όμως οι οικογένειες των θυμάτων συνέχισαν επί δεκαετίες να αναζητούν απαντήσεις.
Τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο τους δράστες. Αφορούν και το κατά πόσο οι βρετανικές αρχές διέθεταν πληροφορίες που θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί ώστε να αποτραπεί η επίθεση.
Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη ανεξάρτητη δημόσια έρευνα, η οποία συστάθηκε επίσημα το 2024 για να εξετάσει ακριβώς εάν η βομβιστική επίθεση θα μπορούσε εύλογα να είχε αποτραπεί από τις κρατικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Η διαδικασία παραμένει ενεργή και το 2026. Το Omagh δεν αποτελεί απλώς μια μαύρη επέτειο στην ιστορία της Βόρειας Ιρλανδίας.
Είναι η στιγμή κατά την οποία έγινε ξεκάθαρο πόσο δύσκολο είναι πραγματικά να τελειώσει ένας εμφύλιος πολιτικός και εθνικός διχασμός. Μπορείς να υπογράψεις μια συμφωνία. Μπορείς να παραδώσεις όπλα. Μπορείς να μεταφέρεις τη σύγκρουση από τους δρόμους στα κοινοβούλια.Δεν μπορείς όμως να εξαφανίσεις μέσα σε μία ημέρα οργανώσεις, μίσος και ιδεολογίες που χρειάστηκαν δεκαετίες για να δημιουργηθούν.
Στις 15 Αυγούστου 1998, η βόμβα του Omagh ήρθε από έναν πόλεμο που υποτίθεται ότι τελείωνε. Και σκοτώνοντας 29 ανθρώπους, βοήθησε με τον πιο φρικτό τρόπο να πειστεί ακόμη μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ότι δεν υπήρχε πλέον τίποτα που άξιζε να κερδηθεί συνεχίζοντάς τον.