Το North Field, στην αμερικανική βάση του νησιού Tinian, έμοιαζε εκείνο το πρωινό με οποιοδήποτε άλλο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι μηχανικοί έκαναν τους τελευταίους ελέγχους, τα πληρώματα ετοιμάζονταν για ακόμη μία αποστολή και οι τέσσερις κινητήρες του Boeing B-29 βρυχούνταν μέσα στη νύχτα.
Μόνο λίγοι γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη απογείωση δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Το αεροσκάφος, που ο κυβερνήτης του, συνταγματάρχης Πολ Τίμπετς, είχε ονομάσει Enola Gay προς τιμήν της μητέρας του, μετέφερε τη βόμβα ουρανίου με την κωδική ονομασία Little Boy. Αν όλα εξελίσσονταν σύμφωνα με το σχέδιο, σε λιγότερο από έξι ώρες θα είχε χρησιμοποιηθεί το πιο ισχυρό όπλο που είχε δημιουργήσει ποτέ ο άνθρωπος.
Όμως η ιστορία εκείνης της ημέρας δεν είχε ξεκινήσει στην πίστα του Tinian. Είχε αρχίσει μήνες νωρίτερα, σε εργαστήρια, αίθουσες συνεδριάσεων και μυστικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπου η επιστήμη, η πολιτική και ο πόλεμος συναντήθηκαν με τρόπο που θα άλλαζε για πάντα την πορεία της ανθρωπότητας.
Η απόφαση που δίχασε την Ιστορία
Στις 16 Ιουλίου 1945, στην έρημο του Νέου Μεξικού, πραγματοποιήθηκε η δοκιμή Trinity. Για πρώτη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες πυροδότησαν με επιτυχία μια πυρηνική συσκευή. Το φως της έκρηξης ήταν ορατό σε δεκάδες χιλιόμετρα, ενώ το μανιτάρι που σχηματίστηκε στον ουρανό επιβεβαίωσε ότι το Σχέδιο Μανχάταν είχε πετύχει τον στόχο του.
Την ίδια περίοδο, ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν συμμετείχε στη Διάσκεψη του Πότσδαμ μαζί με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ –και στη συνέχεια τον Κλέμεντ Άτλι– και τον Ιωσήφ Στάλιν. Στην Ευρώπη ο πόλεμος είχε ήδη τελειώσει. Στον Ειρηνικό όμως συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση.
Οι αμερικανικές στρατιωτικές εκτιμήσεις προέβλεπαν ότι μια εισβολή στα ιαπωνικά νησιά θα μπορούσε να προκαλέσει εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και πάνω από ένα εκατομμύριο απώλειες, συνυπολογίζοντας στρατιώτες και αμάχους. Η μάχη της Οκινάουα είχε δείξει ότι η ιαπωνική αντίσταση θα συνεχιζόταν μέχρις εσχάτων.
Στις 26 Ιουλίου δημοσιεύθηκε η Διακήρυξη του Πότσδαμ, με την οποία οι Σύμμαχοι ζητούσαν από την Ιαπωνία άνευ όρων παράδοση. Διαφορετικά, προειδοποιούσαν ότι θα αντιμετώπιζε "άμεση και ολοκληρωτική καταστροφή". Η ιαπωνική κυβέρνηση δεν αποδέχθηκε την πρόταση και έκτοτε, η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.
Μέχρι σήμερα, η απόφαση για τη χρήση της ατομικής βόμβας παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης ιστορίας. Για πολλούς ιστορικούς, επιτάχυνε το τέλος του πολέμου και απέτρεψε μια ακόμη πιο αιματηρή εισβολή στην Ιαπωνία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η χώρα βρισκόταν ήδη κοντά στην ήττα και ότι η επίδειξη της νέας υπερδύναμης απέναντι στη Σοβιετική Ένωση έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο στην απόφαση.
Όποια κι αν είναι η ερμηνεία, στις αρχές Αυγούστου η πολιτική απόφαση είχε πλέον ληφθεί.
Γιατί επιλέχθηκε η Χιροσίμα
Οι Αμερικανοί δεν επέλεξαν τυχαία τον στόχο. Από την άνοιξη του 1945 είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή για την αξιολόγηση πιθανών πόλεων. Στη λίστα βρίσκονταν το Κιότο, η Κοκούρα, η Νιιγκάτα και η Χιροσίμα. Το Κιότο αφαιρέθηκε τελικά έπειτα από παρέμβαση του υπουργού Πολέμου Χένρι Στίμσον, ο οποίος θεωρούσε ότι η ιστορική και πολιτιστική σημασία της πόλης ήταν ανεκτίμητη.
Η Χιροσίμα, αντίθετα, συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά που αναζητούσε η αμερικανική διοίκηση. Ήταν σημαντικό στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο, διέθετε εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού και στρατώνες, ενώ μέχρι τότε είχε υποστεί ελάχιστους συμβατικούς βομβαρδισμούς. Αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Οι υπεύθυνοι του Σχεδίου Μανχάταν ήθελαν μια πόλη που να βρίσκεται σχεδόν ανέπαφη, ώστε να μπορέσουν να αξιολογήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πραγματικές επιπτώσεις του νέου όπλου. Παράλληλα, η σχετικά επίπεδη μορφολογία της Χιροσίμα και η περιβάλλουσα γεωγραφία θεωρούνταν ιδανικές για τη μέγιστη διάδοση του ωστικού κύματος.
Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 5ης Αυγούστου, οι τελευταίες εντολές είχαν δοθεί. Δεν υπήρχε πλέον επιστροφή. Ο Πολ Τίμπετς επιβιβάστηκε στο Enola Gay μαζί με το ενδεκαμελές πλήρωμά του. Λίγο πριν από την απογείωση, υπέγραψε τα απαραίτητα έγγραφα, αντάλλαξε μερικές σύντομες κουβέντες με τους μηχανικούς και πήρε θέση στο πιλοτήριο.
Στις 02:45, το βαρύτερο B-29 που είχε απογειωθεί ποτέ από το Tinian άρχισε να κυλά στον διάδρομο. Μπροστά του είχε μια πτήση περίπου έξι ωρών. Κανείς δεν μπορούσε ακόμη να δει τη φωτιά που θα άλλαζε την Ιστορία. Όμως είχε ήδη ανάψει.
H Χιροσίμα λίγο πριν την καταστροφή
Λίγο μετά τις επτά το πρωί, η Χιροσίμα ξυπνούσε μέσα στη ζέστη ενός ακόμη καλοκαιρινού πρωινού. Παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο, η πόλη διατηρούσε έναν ρυθμό που θύμιζε κανονικότητα. Τα τραμ είχαν αρχίσει τα δρομολόγιά τους, εργαζόμενοι κατευθύνονταν σε εργοστάσια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενώ χιλιάδες μαθητές είχαν συγκεντρωθεί για να συμμετάσχουν στις εργασίες πολιτικής άμυνας που είχαν γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητάς τους.
Η Χιροσίμα δεν είχε γνωρίσει τις εκτεταμένες καταστροφές που είχαν υποστεί το Τόκιο, η Οσάκα ή η Γιοκοχάμα από τους αμερικανικούς εμπρηστικούς βομβαρδισμούς. Για πολλούς κατοίκους, αυτό ήταν λόγος αισιοδοξίας. Άλλοι πίστευαν πως η πόλη είχε γλιτώσει επειδή δεν αποτελούσε πρωτεύοντα στρατιωτικό στόχο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πραγματικός λόγος ήταν πολύ διαφορετικός.
Εκείνη την ώρα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, το Enola Gay πλησίαζε ήδη την Ιαπωνία. Η πτήση είχε κυλήσει ομαλά και οι αναφορές από τα αμερικανικά αεροσκάφη που είχαν προηγηθεί επιβεβαίωναν ότι ο ουρανός πάνω από τη Χιροσίμα ήταν σχεδόν καθαρός. Οι καιρικές συνθήκες επέτρεπαν την οπτική αναγνώριση του στόχου, κάτι που θεωρούνταν απαραίτητο για την επιτυχία της αποστολής.
Στο εσωτερικό του βομβαρδιστικού επικρατούσε συγκέντρωση. Κάθε μέλος του πληρώματος γνώριζε τον ρόλο του. Ορισμένοι αργότερα θα περιέγραφαν εκείνες τις ώρες ως παράξενα ήρεμες. Δεν υπήρχαν πανηγυρισμοί ούτε έντονες συζητήσεις. Υπήρχε μόνο η αίσθηση ότι συμμετείχαν σε κάτι που δεν είχε προηγούμενο.
Λίγο πριν από τις οκτώ, το πλήρωμα εντόπισε το χαρακτηριστικό σχήμα της γέφυρας Aioi, ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της πόλης και του σημείου που είχε επιλεγεί ως σημείο αναφοράς για τη στόχευση. Από το ύψος στο οποίο πετούσε το βομβαρδιστικό, η Χιροσίμα έμοιαζε ήρεμη. Ποτάμια διέσχιζαν την πόλη, δρόμοι άρχιζαν να γεμίζουν ζωή και τίποτα δεν πρόδιδε τι θα ακολουθούσε.
Σε μαρτυρίες που καταγράφηκαν αργότερα, αρκετοί κάτοικοι θυμήθηκαν ότι είδαν ένα ή δύο αεροσκάφη να περνούν ψηλά. Δεν ήταν ασυνήθιστο. Επειδή δεν επρόκειτο για μεγάλο σχηματισμό βομβαρδιστικών, δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία. Ορισμένες σειρήνες είχαν ήδη σιγήσει και πολλοί άνθρωποι συνέχισαν τις δραστηριότητές τους. Όλα θα άλλαζαν μέσα σε λίγα μόνο λεπτά.
Η στιγμή που άλλαξε τον κόσμο
Στις 08:15 το πρωί της 6ης Αυγούστου 1945, η πρώτη ατομική βόμβα που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε πόλεμο εξερράγη πάνω από τη Χιροσίμα.
Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ένα εκτυφλωτικό φως κάλυψε τον ουρανό και ακολούθησε ένα ωστικό κύμα πρωτοφανούς ισχύος. Κτίρια κατέρρευσαν, πυρκαγιές ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα σε ολόκληρη την πόλη και μέσα σε λίγα λεπτά σχηματίστηκε πάνω από τη Χιροσίμα το χαρακτηριστικό νέφος σε σχήμα μανιταριού που έμελλε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της πυρηνικής εποχής.
Από το αεροσκάφος, τα μέλη του πληρώματος αντίκρισαν μια εικόνα που κανείς άνθρωπος δεν είχε δει ποτέ. Αρκετοί περιέγραψαν αργότερα ένα τεράστιο σύννεφο καπνού και σκόνης να ανεβαίνει με απίστευτη ταχύτητα προς τον ουρανό, ενώ η πόλη που πριν από λίγα λεπτά απλωνόταν καθαρά κάτω από τα φτερά τους εξαφανιζόταν μέσα σε ένα γκρίζο πέπλο.
Οι πρώτες πληροφορίες για το μέγεθος της καταστροφής θα χρειάζονταν ώρες και ημέρες για να γίνουν γνωστές. Αρχικά, ακόμη και πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πλήρως τι είχε συμβεί. Το ίδιο ίσχυε και για τη διεθνή κοινότητα, η οποία πληροφορήθηκε την ύπαρξη ενός νέου όπλου μέσα από την ανακοίνωση του Προέδρου Χάρι Τρούμαν λίγες ώρες αργότερα.
Ο πόλεμος δεν τελείωσε εκείνη την ημέρα. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου, μια δεύτερη ατομική βόμβα θα έπληττε το Ναγκασάκι. Στις 15 Αυγούστου, ο αυτοκράτορας Χιροχίτο ανακοίνωσε την παράδοση της Ιαπωνίας, βάζοντας τέλος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Όμως η 6η Αυγούστου 1945 έμεινε στην Ιστορία για έναν διαφορετικό λόγο. Δεν σηματοδότησε μόνο την αρχή του τέλους του μεγαλύτερου πολέμου που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα. Ήταν η ημέρα που ο άνθρωπος απέδειξε ότι διέθετε πλέον την τεχνολογία να αφανίσει ολόκληρες πόλεις μέσα σε λίγες στιγμές.
Από εκείνο το πρωινό και μετά, ο κόσμος δεν χωριζόταν μόνο σε εμπόλεμες και ειρηνικές περιόδους. Χωριζόταν σε δύο εποχές. Σε εκείνη πριν από τη Χιροσίμα και σε εκείνη που ακολούθησε μετά. Από τότε, κάθε διεθνής κρίση, κάθε πυρηνική απειλή και κάθε συζήτηση για τον πόλεμο κουβαλά αναπόφευκτα τη σκιά εκείνου του αυγουστιάτικου πρωινού του 1945.
