Γιατί ο Sean Connery παραμένει ο καλύτερος James Bond όλων των εποχών

Από την πρώτη εμφάνιση στο Dr. No, ο Sean Connery δημιούργησε τον κινηματογραφικό 007 και έθεσε ένα μέτρο σύγκρισης που αντέχει μέχρι σήμερα.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Στις 25 Αυγούστου 1930 γεννήθηκε στο Εδιμβούργο ο άνθρωπος που, τρεις δεκαετίες αργότερα, θα έμπαινε σε ένα καζίνο, θα άναβε ένα τσιγάρο και θα συστηνόταν με τρεις λέξεις που θα άλλαζαν για πάντα το σινεμά: "Bond. James Bond". Ο Sean Connery θα γινόταν 96 ετών και, τόσες δεκαετίες μετά το Dr. No, η συζήτηση για το ποιος υπήρξε ο καλύτερος 007 εξακολουθεί να καταλήγει πολύ συχνά στο δικό του όνομα.

Και αυτό είναι εντυπωσιακό. Μετά τον Connery ήρθαν διαφορετικοί Bond για διαφορετικές εποχές. Ο Roger Moore έφερε περισσότερο χιούμορ και βρετανική ελαφρότητα. Ο Timothy Dalton πλησίασε τη σκοτεινότερη πλευρά του χαρακτήρα. Ο Pierce Brosnan έγινε ο αψεγάδιαστος 007 των '90s. Ο Daniel Craig τον αποδόμησε, του έδωσε τραύματα, θυμό και ανθρώπινη ευαλωτότητα.

Ο Connery, όμως, είχε κάτι που κανένας από τους υπόλοιπους δεν κατάφερε να συνδυάσει με τον ίδιο τρόπο. Έμοιαζε ταυτόχρονα με gentleman και με άνθρωπο που μπορούσε πραγματικά να σε σκοτώσει.

Η κομψότητα δεν έκρυβε ποτέ τη βία

Αυτό ήταν ίσως το μεγάλο μυστικό του. Ο James Bond δεν είναι απλώς ένας κομψός Βρετανός κατάσκοπος που πίνει martini, οδηγεί Aston Martin και εμφανίζεται στα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου. Είναι ένας πράκτορας με άδεια να σκοτώνει. Και στον Connery δεν ξεχνούσες ποτέ το δεύτερο κομμάτι.

Υπήρχε κάτι σωματικό στην παρουσία του. Πριν γίνει ηθοποιός είχε δουλέψει, μεταξύ άλλων, ως γαλατάς, ναυαγοσώστης και μοντέλο, είχε υπηρετήσει στο Βασιλικό Ναυτικό και είχε ασχοληθεί με το bodybuilding. Δεν έμοιαζε με κάποιον που απλώς είχε μάθει χορογραφία για μια σκηνή μάχης. Είχε την πλάτη, τα χέρια και κυρίως την κίνηση ενός ανθρώπου που μπορούσε να γίνει επικίνδυνος.

Στο From Russia with Love, ιδιαίτερα στη διάσημη μάχη με τον Red Grant μέσα στο τρένο, βλέπουμε αυτή την πλευρά του Bond χωρίς περιττά στολίδια. Η σύγκρουση είναι κοντινή, βίαιη και άβολη. Δεν παρακολουθείς έναν superhero. Παρακολουθείς δύο άντρες που προσπαθούν να επιβιώσουν.

Και λίγα λεπτά αργότερα ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να φορέσει το σακάκι του, να παραγγείλει ένα ποτό και να συμπεριφερθεί σαν να μη συνέβη τίποτα. Αυτός ήταν ο Connery.

Δεν έδειχνε ποτέ ότι προσπαθεί να γίνει cool

Το δεύτερο στοιχείο είναι πολύ δυσκολότερο να περιγραφεί, ακριβώς επειδή μοιάζει τόσο φυσικό. Ο Connery δεν έμοιαζε ποτέ να προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ο πιο ενδιαφέρων άνθρωπος στο δωμάτιο. Απλώς συμπεριφερόταν σαν να το γνώριζε ήδη.

Τα κοστούμια του Anthony Sinclair, τα dinner jackets, τα polo shirts, το Rolex ή το περίφημο λευκό σακάκι στο Goldfinger έγιναν μέρος της μυθολογίας του Bond. Το πραγματικό στιλ του Connery, όμως, δεν βρισκόταν στα ρούχα. Βρισκόταν στον τρόπο που τα φορούσε.

Μπορούσε να βρίσκεται απέναντι από τον Goldfinger, να γνωρίζει ότι κινδυνεύει και παρ' όλα αυτά να δείχνει σαν να έχει περισσότερο χρόνο από οποιονδήποτε άλλον στο δωμάτιο. Αυτή η αίσθηση ελέγχου έγινε βασικό συστατικό του χαρακτήρα.

Ακόμη και το χιούμορ λειτουργούσε διαφορετικά. Ο Moore έκανε τον Bond συχνά να γνωρίζει ότι βρίσκεται μέσα σε μια υπερβολική περιπέτεια. Ο Connery παρέμενε σοβαρός και άφηνε την ατάκα να κάνει τη δουλειά της. Ένα σηκωμένο φρύδι ήταν αρκετό.

Διαβάστε Επίσης

Όλοι οι επόμενοι Bond πήραν κάτι από εκείνον

Αυτό ίσως αποτελεί και το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ του. Ο Connery δεν κληρονόμησε έναν κινηματογραφικό James Bond. Έπρεπε να τον δημιουργήσει.

Όταν το Dr. No κυκλοφόρησε το 1962, ο χαρακτήρας υπήρχε ήδη στα μυθιστορήματα του Ian Fleming, όχι όμως ως παγκόσμιο κινηματογραφικό σύμβολο. Ο Connery, μαζί φυσικά με τους δημιουργούς των πρώτων ταινιών, έπρεπε να βρει πώς περπατάει αυτός ο άνθρωπος, πώς μιλάει, πώς κοιτάζει μια γυναίκα, πώς αντιδρά στον κίνδυνο και πόσο σκοτεινός μπορεί να γίνει χωρίς το κοινό να σταματήσει να βρίσκεται στο πλευρό του.

Ο Craig πήρε τη βιαιότητά του και την έκανε ακόμη πιο ωμή. Ο Brosnan πήρε την κομψότητά του και την οδήγησε στην απόλυτη κινηματογραφική γυαλάδα. Ο Moore ανέπτυξε περισσότερο το χιούμορ. Ο Connery τα είχε ήδη όλα, σε διαφορετικές αναλογίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ταινίες του δεν έχουν γεράσει σε σημεία. Η αντιμετώπιση των γυναικών και ορισμένες συμπεριφορές του Bond αντανακλούν μια εποχή που απέχει πολύ από τη σημερινή και κάποιες σκηνές είναι πλέον δύσκολο να ιδωθούν χωρίς κριτική ματιά. Το να αναγνωρίζεις όμως αυτά τα στοιχεία δεν αναιρεί την κινηματογραφική σημασία της ερμηνείας.

Ο Sean Connery έπαιξε τον Bond σε έξι επίσημες παραγωγές της Eon από το Dr. No μέχρι το Diamonds Are Forever, πριν επιστρέψει ανεπίσημα στο Never Say Never Again το 1983. Στο μεταξύ είχε ήδη συμβεί κάτι που κανένα συμβόλαιο δεν μπορούσε να αλλάξει: το πρόσωπο του 007 είχε γίνει δικό του.

Ο ίδιος πέρασε το υπόλοιπο της καριέρας του αποδεικνύοντας ότι ήταν πολύ μεγαλύτερος ηθοποιός από τον Bond. Το The Untouchables, που του χάρισε το Oscar, το The Name of the Rose, το Indiana Jones and the Last Crusade και τόσες ακόμη ταινίες το επιβεβαίωσαν.

Αλλά κάθε φορά που ξεκινά η ίδια παλιά συζήτηση, Connery, Moore, Brosnan ή Craig;,  επιστρέφουμε τελικά στο 1962. Σε ένα τραπέζι του καζίνο.