Η Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά πόσο καταστροφικές μπορούν να γίνουν οι μεγάλες πυρκαγιές. Η 23η Ιουλίου του 2018 παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες των τελευταίων ετών, καθώς οι φωτιές που ξέσπασαν στην Αττική άφησαν πίσω τους 102 νεκρούς. Από τότε, κάθε καλοκαίρι συνοδεύεται από την ίδια ανησυχία, ιδιαίτερα όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και οι άνεμοι κάνουν ακόμη δυσκολότερο το έργο της πυρόσβεσης.
Το 2023 ήρθε ακόμη μία μεγάλη καταστροφή. Η φωτιά που έπληξε την περιοχή από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τον Έβρο έκαψε περισσότερα από 95.000 εκτάρια, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές που έχουν σημειωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η κλιματική αλλαγή έχει κάνει την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη. Τα καλοκαίρια γίνονται θερμότερα και πιο ξηρά, οι περίοδοι υψηλού κινδύνου διαρκούν περισσότερο και οι φωτιές μπορούν να εξαπλωθούν πολύ γρήγορα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει την τεχνολογία όχι μόνο για την αντιμετώπιση μιας πυρκαγιάς, αλλά κυρίως για τον όσο το δυνατόν ταχύτερο εντοπισμό της.
Και σε αυτή την προσπάθεια, σημαντικό ρόλο αναλαμβάνουν πλέον οι νανοδορυφόροι και η τεχνητή νοημοσύνη.
Πυρκαγιές: Πώς λειτουργεί το νέο σύστημα στην Ελλάδα
Η βασική ιδέα είναι σχετικά απλή: όσο νωρίτερα εντοπιστεί μια φωτιά, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να τεθεί υπό έλεγχο πριν πάρει μεγάλες διαστάσεις.
Για να γίνει αυτό, η Ελλάδα έχει εντάξει στο σύστημα πυροπροστασίας της μια νέα τεχνολογία που βασίζεται σε μικρούς δορυφόρους και στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.
Πρόκειται για τέσσερις νανοδορυφόρους που κατασκευάστηκαν από τη γερμανική εταιρεία OroraTech και εκτοξεύθηκαν σε χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη. Το μέγεθός τους είναι ιδιαίτερα μικρό, μικρότερο ακόμη και από μια συνηθισμένη χειραποσκευή, όμως οι δυνατότητές τους είναι πολύ μεγαλύτερες απ' όσο αφήνουν να εννοηθεί οι διαστάσεις τους.

Το βασικό τους όπλο είναι οι θερμικοί αισθητήρες που διαθέτουν. Μέσω αυτών μπορούν να αναγνωρίσουν πολύ μικρές εστίες φωτιάς, ακόμη και όταν η διάμετρός τους βρίσκεται περίπου στα τέσσερα μέτρα.
Αυτό αποτελεί σημαντική διαφορά σε σχέση με τους συμβατικούς δορυφόρους, οι οποίοι συνήθως μπορούν να αντιληφθούν μια πυρκαγιά όταν αυτή έχει ήδη μεγαλώσει αρκετά.
Και όταν μιλάμε για δασικές φωτιές, ακόμη και λίγα λεπτά μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά.
Μια μικρή εστία μπορεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να εξελιχθεί σε μια πολύ μεγαλύτερη πυρκαγιά, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υψηλές θερμοκρασίες, ξηρή βλάστηση και ισχυροί άνεμοι. Επομένως, το μεγάλο πλεονέκτημα του νέου συστήματος είναι ότι μπορεί να δώσει στις αρχές περισσότερο χρόνο για να αντιδράσουν.
Πού βοηθά η τεχνητή νοημοσύνη
Οι δορυφόροι μπορούν να συλλέγουν τεράστιο όγκο πληροφοριών. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί. Τα δεδομένα πρέπει να αναλυθούν γρήγορα και, κυρίως, να ξεχωρίσει μια πραγματική φωτιά από μια απλή πηγή θερμότητας.
Εδώ ακριβώς είναι που αναλαμβάνει η τεχνητή νοημοσύνη.
Το σύστημα επεξεργάζεται τις εικόνες που στέλνουν οι δορυφόροι και αναζητά θερμικές ενδείξεις που θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι έχει ξεκινήσει πυρκαγιά. Στη συνέχεια εξετάζει τα δεδομένα, ώστε να διαπιστώσει εάν πρόκειται πράγματι για φωτιά ή για κάτι διαφορετικό.
Εφόσον επιβεβαιωθεί ο κίνδυνος, οι πληροφορίες μπορούν να φτάσουν στις αρμόδιες υπηρεσίες με στοιχεία σχετικά με το σημείο όπου βρίσκεται η εστία, το μέγεθός της και την έντασή της.
Η χρησιμότητα της τεχνητής νοημοσύνης, όμως, δεν σταματά εκεί.
Το σύστημα έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί μοντέλα για την πιθανή πορεία της πυρκαγιάς, υπολογίζοντας τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να κινηθεί. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν πολλές διαφορετικές εστίες ταυτόχρονα.
Οι πυροσβεστικές δυνάμεις μπορούν έτσι να αποκτήσουν καλύτερη εικόνα για το ποιο μέτωπο είναι πιο επικίνδυνο και πού χρειάζεται να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι ένας υπολογιστής αποφασίζει πού θα πάνε οι πυροσβέστες. Προσφέρει όμως ένα επιπλέον εργαλείο στους ανθρώπους που καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Το πρόβλημα των λανθασμένων συναγερμών
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην παρακολούθηση μιας περιοχής μέσω θερμικών εικόνων είναι ότι δεν αποτελεί κάθε υψηλή θερμοκρασία ένδειξη πυρκαγιάς.
Ένα φωτοβολταϊκό πάρκο, μια επιφάνεια που έχει υπερθερμανθεί από τον ήλιο ή ακόμη και άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες μπορεί να καταγραφούν από έναν αισθητήρα ως έντονη πηγή θερμότητας.
Αν κάθε τέτοια περίπτωση αντιμετωπιζόταν ως πιθανή φωτιά, οι αρχές θα έπρεπε να ελέγχουν συνεχώς μεγάλο αριθμό περιστατικών που τελικά δεν αποτελούν πραγματικό κίνδυνο.

Αυτό δεν είναι απλώς ενοχλητικό. Μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια πολύτιμου χρόνου και στη χρήση προσωπικού ή οχημάτων που ίσως χρειάζονται σε κάποιο άλλο σημείο.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει σχεδιαστεί ώστε να μειώνει όσο γίνεται αυτούς τους λανθασμένους συναγερμούς. Αναλύοντας διαφορετικά στοιχεία πριν σταλεί μια ειδοποίηση, μπορεί να ξεχωρίσει καλύτερα μια πραγματική εστία φωτιάς από μια άλλη πηγή θερμότητας.
Αυτή είναι και μία από τις σημαντικότερες πλευρές του συστήματος, καθώς η ταχύτητα έχει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από αρκετή ακρίβεια.
Ιδιαίτερα χρήσιμο σε βουνά και απομονωμένες περιοχές
Σε μια κατοικημένη περιοχή, μια φωτιά είναι πιθανό να γίνει γρήγορα αντιληπτή. Κάποιος θα δει καπνό, θα μυρίσει κάτι ή θα παρατηρήσει τις φλόγες και θα καλέσει την Πυροσβεστική.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά σε ένα βουνό, σε ένα απομακρυσμένο δάσος ή σε μια περιοχή όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι για μεγάλα διαστήματα.
Μια φωτιά μπορεί να καίει για αρκετό χρόνο πριν γίνει αντιληπτή. Μέχρι τότε, ενδέχεται να έχει ήδη εξαπλωθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.
Σύμφωνα με την OroraTech, εκεί βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των νανοδορυφόρων. Το σύστημα δεν χρειάζεται να περιμένει την τηλεφωνική αναφορά ενός κατοίκου, ενός περαστικού ή ενός τουρίστα.
Μπορεί να παρακολουθεί μεγάλες εκτάσεις και να εντοπίσει μια θερμική αλλαγή ακόμη και σε σημεία όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι περιορισμένη.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο σε ορεινές περιοχές, εθνικά πάρκα και απομονωμένα σημεία της χώρας, όπου η πρόσβαση είναι συχνά δύσκολη και ο χρόνος επέμβασης μεγαλύτερος.
Από την ηπειρωτική Ελλάδα μέχρι τα νησιά
Στην πρώτη φάση του προγράμματος, το δίκτυο θα μπορεί να καλύπτει την ηπειρωτική χώρα αλλά και περισσότερα από 100 κατοικημένα ελληνικά νησιά.
Η συγκεκριμένη δυνατότητα έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα με τη γεωγραφία της Ελλάδας. Η παρακολούθηση ενός μεγάλου αριθμού νησιών με επίγεια μέσα δεν είναι εύκολη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η μεταφορά πυροσβεστικών δυνάμεων χρειάζεται περισσότερο χρόνο.

Ένα δορυφορικό σύστημα δεν λύνει από μόνο του αυτό το πρόβλημα. Μπορεί όμως να βοηθήσει ώστε η πληροφορία για μια νέα εστία να φτάσει νωρίτερα στις αρμόδιες υπηρεσίες και να αρχίσει ταχύτερα η οργάνωση της επέμβασης.
Παράλληλα, οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται δεν είναι χρήσιμες μόνο τη στιγμή μιας πυρκαγιάς. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη χαρτογράφηση περιοχών υψηλού κινδύνου και στον σχεδιασμό μέτρων πρόληψης πριν αρχίσει η αντιπυρική περίοδος.
Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνολογία αποκτά ρόλο τόσο στην αντιμετώπιση όσο και στην πρόληψη.
Ένα ελληνικό πρόγραμμα με ευρωπαϊκό ενδιαφέρον
Το σχέδιο δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα. Η εφαρμογή του αντιμετωπίζεται και ως ένα πιθανό πρώτο βήμα για ένα μεγαλύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο παρακολούθησης των πυρκαγιών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαθέσει χρηματοδότηση που πλησιάζει τα 200 εκατομμύρια ευρώ για το πρόγραμμα, με στόχο να εξεταστούν τα πρώτα αποτελέσματα και στη συνέχεια να υπάρξει περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου.
Η ανάγκη υπάρχει. Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν αποτελούν πλέον πρόβλημα μόνο των χωρών της Μεσογείου. Οι υψηλές θερμοκρασίες και οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας έχουν αυξήσει τον κίνδυνο και σε περιοχές της Ευρώπης που στο παρελθόν δεν αντιμετώπιζαν τόσο συχνά ακραία περιστατικά.
Αν το ελληνικό μοντέλο αποδειχθεί αποτελεσματικό, θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλες χώρες, ιδιαίτερα για εκείνες που δεν διαθέτουν μεγάλες πυροσβεστικές δυνάμεις ή έχουν εκτεταμένες περιοχές δύσκολες στην επιτήρηση.
Το επόμενο βήμα είναι η σύνδεση διαφορετικών τεχνολογιών μεταξύ τους. Δορυφόροι, drones, ραντάρ, θερμικές κάμερες και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να λειτουργούν ως μέρη του ίδιου δικτύου, δίνοντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για όσα συμβαίνουν στο έδαφος.
Φυσικά, κανένα από αυτά τα μέσα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Οι πυροσβέστες θα εξακολουθήσουν να είναι εκείνοι που πρέπει να φτάσουν στο σημείο, να αντιμετωπίσουν τις φλόγες και να προστατεύσουν ανθρώπους, σπίτια και δάση.
Η τεχνολογία μπορεί όμως να τους προσφέρει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: καλύτερη πληροφόρηση και περισσότερο χρόνο.
Και όταν μια μικρή εστία μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να εξελιχθεί σε ένα ανεξέλεγκτο μέτωπο, το να γνωρίζεις νωρίτερα πού βρίσκεται η φωτιά και προς τα πού μπορεί να κινηθεί ίσως αποδειχθεί ένα από τα πιο χρήσιμα όπλα στην προσπάθεια να περιοριστούν οι καταστροφές.
Με πληροφορίες του Esquire Italia
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
