Γιατί η σεζόν σε Μύκονο και Σαντορίνη δεν πήγε καλά ούτε φέτος

Το μοντέλο της ακριβής πολυτέλειας πιέζεται σε Μύκονο και Σαντορίνη. Οι τιμές υποχωρούν, η κατανάλωση μειώνεται και οι εύποροι ταξιδιώτες γίνονται πιο επιλεκτικοί.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Για χρόνια, η Μύκονος και η Σαντορίνη αποτέλεσαν δύο από τα ισχυρότερα "brands" του ελληνικού τουρισμού. Δύο προορισμοί που έγιναν συνώνυμοι με την πολυτέλεια, την υψηλή αισθητική και τις διακοπές για επισκέπτες με μεγάλη οικονομική δυνατότητα. Φέτος, ωστόσο, η εικόνα που μεταφέρεται από την αγορά είναι τελείως διαφορετική.

Στη Μύκονο, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στον αριθμό των αφίξεων, όσο στο πόσα χρήματα αφήνουν πια οι επισκέπτες στο νησί. Η κατανάλωση υποχωρεί, οι τιμές στα καταλύματα επίσης και οι επιχειρηματίες διαπιστώνουν ότι αυτό το μοντέλο τουρισμού που βασίστηκε στις πολύ υψηλές χρεώσεις και στην επίδειξη πολυτέλειας έφτασε στα όριά του.

Μύκονος, Σαντορίνη: Τι αλλάζει στον τουρισμό

Το άλλοτε αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα της Μυκόνου –η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, οι παραλίες, η έντονη νυχτερινή ζωή, οι celebrities, οι πολυτελείς βίλες και οι υπηρεσίες υψηλού επιπέδου– συνοδεύεται πλέον και από μια αρνητική εικόνα. Η αρνητική δημοσιότητα που δημιούργησαν οι υπέρογκοι λογαριασμοί και τα συχνά φαινόμενα ανομίας δίνουν σήμερα την αίσθηση ότι το νησί έχει χάσει την παλιά του αίγλη.

Δραματική πτώση της κατανάλωσης

Τον Ιούλιο οι διεθνείς αφίξεις στο αεροδρόμιο της Μυκόνου αυξήθηκαν κατά 7,4% σε σύγκριση με πέρσι, φτάνοντας περίπου τις 161.000, ενώ στο επτάμηνο η άνοδος διαμορφώθηκε στο 9,5%. Και η κίνηση της κρουαζιέρας ήταν ανοδική. Παράγοντες της τοπικής αγοράς εκτιμούν ότι στα μέσα Αυγούστου οι ημερήσιες αφίξεις επιβατών κρουαζιερόπλοιων ξεπερνούσαν και τις 15.000.

Όμως, σύμφωνα με επιχειρηματίες του νησιού, η πτώση στην κατανάλωση- σε εστίαση και αγορές- άγγιξε το 70% σε σχέση με άλλες χρονιές, ενώ οι τιμές των καταλυμάτων έχουν υποχωρήσει έως και 50%. Το "χρήμα", όπως λένε χαρακτηριστικά, δεν κυκλοφορεί πλέον με τον ίδιο τρόπο. "Η αγορά έχει αλλάξει".

Διαβάστε Επίσης

Υπερπολυτελείς βίλες που πριν από λίγα χρόνια μπορούσαν να νοικιαστούν έναντι 15.000 ή ακόμη και 20.000 ευρώ τη βραδιά, σήμερα διατίθενται σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές, κάτω από 3 χιλιάδες όταν δεν υπάρχει ζήτηση. Όσοι αναζητούν ιδιωτικότητα επιλέγουν να οργανώνουν πριβέ πάρτι και να μην βγαίνουν έξω. Επιχειρηματίες του νησιού κάνουν λόγο για μεγάλο "μάζεμα" στις τιμές. Η ποιότητα υπάρχει, τονίζουν, και είναι σε υψηλά επίπεδα, όμως δεν υπάρχουν πελάτες που να θεωρούν "value for money" να πληρώνουν αυτά τα ποσά για να μείνουν στη Μύκονο.

Οι προσφορές τελευταίας στιγμής έχουν γίνει συνηθισμένο φαινόμενο. Ενδεικτικά, για το επόμενο Σαββατοκύριακο, πολυτελής βίλα 145 τ.μ., με τέσσερα υπνοδωμάτια και ιδιωτική πισίνα, από 5.415 ευρώ τη βραδιά προσφέρεται στα 4.350 ευρώ. Άλλη βίλα 189 τ.μ., αντίστοιχων προδιαγραφών, έχει μειώσει την τιμή της από 2.687 στα 2.096 ευρώ, ενώ στον Τούρλο κατάλυμα 155 τ.μ. που κόστιζε 2.400 ευρώ τη βραδιά διατίθεται πλέον προς 1.738 ευρώ.

Μετά την πανδημία, όταν η ζήτηση για τη Μύκονο είχε εκτοξευθεί, οι συγκεκριμένες βίλες έκλειναν ακόμη και μήνες πριν από το καλοκαίρι. Η διαθεσιμότητα ήταν περιορισμένη και οι ιδιοκτήτες "χτύπαγαν" τις τιμές. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε ένας μεγάλος αριθμός luxury καταλυμάτων, με αποτέλεσμα η προσφορά να αυξηθεί σημαντικά. Τώρα που η ζήτηση υποχωρεί, τα δεδομένα άλλαξαν.

Διαφορετικοί επισκέπτες

Ξενοδόχοι και επιχειρηματίες που γνωρίζουν καλά τη Μύκονο εκτιμούν ότι το νησί έχει σήμερα να αντιμετωπίσει μια διαφορετική "συμπεριφορά" από την πλευρά των επισκεπτών υψηλού εισοδήματος. Έχει περιοριστεί κατά πολύ η παρουσία των πολύ εύπορων επισκεπτών από αγορές όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ. Ακόμη και όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά ποσά για τις διακοπές τους εμφανίζονται πιο επιλεκτικοί.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορούν να πληρώσουν, αλλά αν θεωρούν ότι αξίζει να πληρώσουν. Η Μύκονος εξακολουθεί να προσφέρει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες και καταλύματα μεγάλης αισθητικής, όμως παρόμοιο επίπεδο πολυτέλειας μπορεί να βρεθεί σε ανταγωνιστικούς προορισμούς με πολύ μικρότερο κόστος. Η Σαρδηνία διεκδικεί πλέον ένα κομμάτι αυτής της αγοράς, προσφέροντας, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, αντίστοιχο τουριστικό προϊόν.

Ταυτόχρονα, αλλάζουν και οι προτιμήσεις των ίδιων των εύπορων ταξιδιωτών. Η επίδειξη φαίνεται να υποχωρεί και στη θέση της κερδίζουν έδαφος η ιδιωτικότητα, η ησυχία και η δυνατότητα να απολαύσουν διακοπές μακριά από την πολυκοσμία.

"Γερά πορτοφόλια" εξακολουθούν να υπάρχουν, όμως δεν είναι πλέον διατεθειμένα να πληρώνουν οποιοδήποτε τίμημα μόνο και μόνο για το "φαίνεσθαι".

Η εικόνα στη Σαντορίνη

Και στη Σαντορίνη η φετινή εικόνα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Οι διεθνείς αφίξεις στο αεροδρόμιο του νησιού εμφανίζουν οριακή υποχώρηση στο επτάμηνο, κατά 0,7% σε σύγκριση με πέρυσι, ενώ τον Ιούλιο η επιβατική κίνηση παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη, με περίπου 160.000 επισκέπτες.

Το μεγαλύτερο ζήτημα, ωστόσο, αφορά την κρουαζιέρα και την τεράστια συγκέντρωση επισκεπτών που προκαλεί. Η Σαντορίνη υποδέχεται περισσότερα από 800 κρουαζιερόπλοια κάθε χρόνο, με τον αριθμό των επιβατών να ξεπερνά το 1,3 εκατομμύριο. Πρόκειται για μεγέθη που, σύμφωνα με τις επισημάνσεις της αγοράς, υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του νησιού να διαχειριστεί αποτελεσματικά τόσο μεγάλο όγκο επισκεπτών.

Στις ημέρες αιχμής, τα σοκάκια της Οίας και των Φηρών γεμίζουν ασφυκτικά. Οι μεταφορές, οι υποδομές και οι υπηρεσίες δέχονται έντονη πίεση, ενώ την ίδια ώρα οι επιχειρηματίες υποστηρίζουν ότι το οικονομικό όφελος είναι ανύπαρκτο και οι αγορές περιορίζονται στα τουριστικά καταστήματα για… μαγνητάκια.

Πιέζονται και οι τιμές

Η αλλαγή στη ζήτηση αποτυπώνεται πλέον και στις τιμές των καταλυμάτων. Στις βίλες της Σαντορίνης καταγράφονται τιμές κάτω από τα 1.000 ευρώ, ενώ όσο πλησιάζουν οι ημερομηνίες άφιξης κάνουν την εμφάνισή τους προσφορές και εκπτώσεις τελευταίας στιγμής.

Στην Οία, για παράδειγμα, κατάλυμα δύο υπνοδωματίων με ιδιωτική πισίνα, που αρχικά προσφερόταν προς 1.200 ευρώ, διατίθεται πλέον στα 900 ευρώ. Παράλληλα, η πλειονότητα των καταλυμάτων με θέα στην Καλντέρα κινείται στην περιοχή των 700-800 ευρώ για το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Και στα δύο νησιά πια, το ζητούμενο μοιάζει να είναι το ίδιο: όχι απλώς περισσότεροι τουρίστες, αλλά επισκέπτες που παραμένουν περισσότερο, καταναλώνουν περισσότερο και επιβαρύνουν λιγότερο τις υποδομές.

Η αγορά φαίνεται να περνά μια περίοδο "διόρθωσης". Το αν πρόκειται για μια προσωρινή κάμψη ή για την αρχή μιας βαθύτερης αλλαγής στο τουριστικό μοντέλο των δύο δημοφιλών νησιών, θα φανεί στις επόμενες σεζόν. Αυτό που είναι σαφές είναι πως η εποχή της ανεξέλεγκτης ανόδου των τιμών έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Με πληροφορίες του Forbes Greece

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.